ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ)

Αριθμός απόφασης 1869/2009
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τους Δικαστές Βασιλική Κουτράκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελισάβετ Μελά, Πρωτόδικη- Εισηγήτρια, Ελένη Γρυπάρη- Πρωτοδίκη, τους οποίους όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τον Γραμματέα Κωνσταντίνο Μάγειρα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Νοεμβρίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _________  _________   του _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. 11), ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Παρασκευής Κουπλίδου (Α.Μ. Δ.Σ.Π. 003255) και

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Κοινοπραξίας ήδη υπό εκκαθάριση με την επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ _________  », με διακριτικό τίτλο «_________  », η οποία εδρεύει στην _________  (επί της συμβολής της λεωφόρου _________  αρ. ___ και της οδού _________  ) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Αριστείδη Χαρίτο (Α.Μ. Δ.Σ.Π. 001209), 2) _________  _________  του _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. __), ο οποίος παραστάθηκε μετά του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, 3) _________  _________  του _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. __), ο οποίος παραστάθηκε διά του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, 4) _________  χήρας _________   _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. __), η οποία δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 03-01-2006 με γενικό αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών 416/ 2006 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 41/ 03-01-2006 αγωγή του, η οποία είχε αρχικά προσδιοριστεί για να συζητηθεί στη δικάσιμο τΠς 17ης-05-2007, κατά τΠν οποία όμως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8η-11-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δημόσια συνεδρίαση αυτού του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην αρχή τρς απόφασης και εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Β) ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΟΥΝΤΩΝ ΤΗ ΔΙΚΗ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΩΝ- ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Κοινοπραξίας με τρν επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ _________  », με διακριτικό τίτλο «_________  », η οποία εδρεύει στην _________  (επί της συμβολής τςς λεωφόρου _________  αρ. __ και της οδού _________  ) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Αριστείδη Χαρίτο (Α.Μ. Δ.Σ.Π. 001209), 2) _________  _________  του _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. __), ο οποίος παραστάθηκε μετά του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, 3) _________  _________  του _________  , κατοίκου , _________  (οδός _________  αρ. 22), ο οποίος παραστάθηκε διά του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου και

ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ- ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «__________ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία εδρεύει στη _________  (λεωφόρος _________  αρ. __) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) _________  _________  του _________  και της _________  , κατοίκου _________  (οδός _________  αρ. __), από τους οποίους η πρώτη παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου Δικηγόρου Ελευθερίου Λεβέντη, ενώ ο δεύτερος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι ανακοινούντες τη δίκη πορσεπικαλούντες- παρεπιπτόντως ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η απο 27/2/2006 με γενικό αριθμό κατάθεσεης δικογράφου 2970/ 22-03-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση- αγωγή τους, η οποία είχε αρχικά προσδιοριστεί για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 8ης-11- 2007, κατά την οποία όμως αναβλήθηκε για τη δημόσια συνεδρίαση αυτού του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Οι ανακοινούντες τη δίκη προσεπικαλούντες-παρεμπιπτόντως ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η οπό 27-02-2006 με γενικό αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών 56447/ 2006 και αριθμό κατάθεσης

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται σ’ αυτές και στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Ο ενάγων δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 03­01-2006 αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση επιδόθηκε στην απολιπόμενη τέταρτη εναγομένη, για την αρχική δικάσιμο της 17ης-05-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 8ης-11-2007, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τη δημόσια συνεδρίαση αυτού του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (όπως εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο). Επομένως, ενόψει και του ότι η προαναφερθείσα τέταρτη εναγομένη, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν (4η εναγομένη- αρ. 110 § 2 σε συνδυασμό με 270 & 271 ΚΠολΔ), ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος. Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης για τους υπόλοιπους διαδίκους, καθώς οι εναγόμενοι είναι μεταξύ τους απλοί ομόδικοι, οπότε δεν εμποδίζεται η πρόοδος της δίκης ως προς τους παρόντες εναγομένους (άρθρα 74, 75, 270 και 271 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Κατά το άρθρο δε 64 § 3 του ίδιου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, παρίστανται με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς αυτήν του άρθρου 951 § 1 εδ. β ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 § 2, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων), γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκόλυνσης των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του ΚΠολΔ (βλ. σχετικά ΟλΑΠ 14/ 2007 Δίκη 2007 σελ. 1207). Περαιτέρω, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστεθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητά ή σιωπηρά, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 και 5 του Ν. 1396/1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν. Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολόβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτόν του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή ακόμη και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1396/1983, για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των παραπάνω μέτρων (βλ. σχετικά ΑΠ 1210/2006 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών έχει εφαρμογή το Π.Δ. 1073/1981 «Εργασίες αρμοδιότητος Πολ. Μηχανικού, μέτρα ασφαλείας», οι διατάξεις του οποίου προβλέπουν, μεταξύ άλλων ότι «πάντα τα μηχανήματα, συσκευαί, εργαλεία κ.λπ. των οποίων γίνεται χρήσις εις τα εργοτάξια, πρέπει να πληρούν τας υπό των Νόμων ή των Κανονισμών προβλεπομένας διατάξεις ασφαλείας ως και τας συνιστωμένας υπό του κατασκευαστικού οίκου οδηγίας», ότι «Η ασφαλής και καλή λειτουργία πάντων των μηχανημάτων, καθώς και η συντήρησίς των, θα ελέγχεται υπευθύνως υπό εξειδικευμένου και αρμοδίου προσώπου συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις του από 4/5 Οκτωβρίου 1951 Β. Δ/τος περί επιβλέψεως της λειτουργίας χειρισμού και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων», ότι «Επικίνδυνοι θέσεις και τόποι εργασίας πρέπει να επισημαίνωνται δι’ ευκρινών σημάτων κινδύνου συμφώνως προς το Π. Δ/γμα 422/15-6-79 «περί συστήματος σηματοδοτήσεως ασφαλείας εις τους χώρους εργασίας», να κλείωνται δια περιφράξεων, καλυμμάτων, προστατευτικών στεγάστρων ή να φυλάσσωνται διά φυλάκων», ότι «Οι εργαζόμενοι εις Εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει, να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό του εκτελούντος το έργον. Η χρήσις κρανών είναι υποχρεωτική» και ότι «Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων». Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 03-01-2006 με γενικό αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών 416/ 2006 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 41/ 03-01-2006 αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ίδρυσαν την πρώτη εναγομένη με σκοπό να ανεγείρουν νέα πολυκατοικία σε οικόπεδο της εναγομένης στον _________  και ότι ο ενάγων με την ιδιότητα του λογιστή ανέλαβε από τις αρχές του έτους 2005 να διεκπεραιώνει λογιστικές και ασφαλιστικές εργασίες για λογαριασμό των τριών πρώτων εναγομένων. Οτι την 4η-10-2005 ο ενάγων, μετά από προσυνεννόηση, μετέβη στο εργοτάξιο στον _________  προκειμένου ο δεύτερος εναγόμενος να του παραδώσει τις καταστάσεις των εργατών για να τις υποβάλει στη συνέχεια ο ενάγων στο ΙΚΑ. Ότι αναζήτησε τον δεύτερο εναγόμενο και μετά από εντολή του τελευταίου εισήλθε στο χώρο εργασιών και ανέβηκε στην οικοδομή, αφού ζήτησε να του χορηγηθεί κράνος, το οποίο, όμως, δεν του χορηγήθηκε, καθώς δεν υπήρχαν κράνη ούτε στη διάθεση των εργαζομένων εκεί. Ότι, καθώς ανέβαινε και είχε φτάσει στα σκαλιά της κλίμακας που οδηγούν στον τέταρτο όροφο, δέχθηκε στο κεφάλι του μεγάλο φορτίο από το υλικό που χρησιμοποιούνταν για το σοβάντισμα και τραυματίστηκε λόγω της έλλειψης των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, όπως αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή του.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό και κατ’ εκτίμηση, ζητεί, όπως παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις του και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο περιόρισε μερικά το καταψηφιστικό του αίτημα σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 και 296 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν το ποσό των 526, 48 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους και το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, και να υποχρεωθούν εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν το ποσό των 50.000, 00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί σε βάρος του δεύτερου και τρίτου εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή εισάγεται σε αυτό το Δικαστήριο αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 14, 18, 22 και 37 ΚΠολΔ) και παραδεκτά, δεδομένης της αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατ’ άρθρο 214 Α ΚΠολΔ (βλ. την από 17-10-2007 δήλωση του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος Χρήστου Οικονομάκη- Α.Μ. Δ.Σ.Π. 002517), για να συζητηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας (άρθρα 233 επ. ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Στηρίζεται, δε, στις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 929, 932, 297, 299, 346 ΑΚ, 22 ΕΝ, 62, 70, 173 επ., 907, 908 και 1047 επ. ΚΠολΔ και στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ Τ.Ν. και Τ.Π.Δ.Α. (βλ. τα με αριθμούς 026612, 026613 αγωγόσημα σειράς Α’και τα επικολλημένα κινητά ένσημα υπέρ Τ.Ν. και Τ.Π.Δ.Α.), πρέπει να εξεταστεί η αγωγή περαιτέρω στην ουσία της.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή και πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ευθύνεται κατά ποσοστό 98% για τον τραυματισμό του, καθώς εισήλθε στην υπό ανέγερση οικοδομή, μολονότι αυτό απαγορευόταν, χωρίς να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας (χωρίς να φέρει κράνος, χωρίς να τηρήσει την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας από το σωλήνα μεταφοράς του υλικού επιχρισμάτων), ισχυρισμός που στοιχειοθετεί ένσταση συνυπαιτιότητας, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στα άρθρα 300, 330 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Ακολούθως, οι εναγόμενοι αιτήθηκαν παραδεκτά να διαταχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να διαπιστωθεί από ειδικούς ιατρούς αν οι επικαλούμενες νόσοι από τον ενάγοντα είναι απότοκες του τραυματισμού του, το ποσοστό αναπηρίας του, η ικανότητά του προς εργασία και η δυνατότητα εξακολούθησης της ζωής του, το οποίο πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία του.

Β) Από τη με αριθμό 4070β/ 06-04-2006 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, _________   _________  του _________  , αποδεικνύεται ότι, με την επιμέλεια των ανακοινούντων τη δίκη- προσεπικαλούντων- παρεμπιπτόντως εναγόντων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 27-02-2006 ανακοίνωσης δίκης- προσεπίκλησης- παρεμπίπτουσας αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο προς ον η ανακοίνωση της δίκης- προσεπικαλούμενο- παρεμπιπτόντως εναγόμενο, για την αρχική δικάσιμο της 8ης-11-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δημόσια συνεδρίαση αυτού του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (όπως εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο). Ο δεύτερος, όμως, προς όν η ανακοίνωση της δίκης- προσεπικαλούμενος- παρεμπιπτόντως εναγόμενος, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 126 § 1, 128, 226 § 4 και 270 § 1 ΚΠολΔ).

Με την από 27-02-2006 με γενικό αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών 56447/ 2006 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2970/ 22-03-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή τους οι ανακοινούντες- προσεπικαλούντες- παρεμπιπτόντως ενάγοντες εκθέτουν ότι η πρώτη, μοναδικά μέλη της οποίας είναι ο δεύτερος και τρίτος, συμβλήθηκε με την πρώτη προς ην η ανακοίνωση- προσεπικαλούμενη- παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου η τελευταία να καλύπτει κάθε ζημία και κάθε νόμιμη αξίωση τρίτου ή δική της ως ασφαλισμένης που θα προξενείτο από την επέλευση κάθε κινδύνου κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του αναλυτικά περιγραφόμενου έργου. Επικουρικά, εκθέτουν ότι μεταξύ των ασφαλισμένων κινδύνων περιλαμβανόταν και η αστική ευθύνη της πρώτης έναντι του εργατοτεχνικού προσωπικού της για τις πέραν του ΙΚΑ καλύψεις, οφειλομένων σε υπαιτιότητα της λήπτριας της ασφάλισης ή των προστηθέντων από αυτήν. Ότι ο _________  _________   άσκησε την παραπάνω κύρια αγωγή του εναντίον τους, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν αυτολεξεί και εκθέτουν ρητά ότι αρνούνται την οποιαδήποτε υπαιτιότητά τους σε σχέση με την παραπάνω αγωγή. Εκθέτουν, δε, ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη για το ατύχημα του κυρίως ενάγοντος διότι είχαν αναθέσει την εκτέλεση του ανωτέρω έργου υπεργολαβικά στον δεύτερο προς όν η ανακοίνωση- προσεπικαλούμενο- παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ο οποίος είχε αναλάβει να εκτελέσει το έργο με δική του ευθύνη. Με βάση τα ανωτέρω, καλούν την ασφαλιστική εταιρεία και τον υπεργολάβο να παρέμβουν στη δίκη ή και να αναλάβουν αυτήν, ως δικονομικοί τους εγγυητές, ζητούν, όπως παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις τους και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο περιόρισαν το καταψηφιστικό τους αίτημα σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι οι προσεπικαλούμενοι- παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα της παραπάνω κύριας αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καταβολή και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο η ασκηθείσα προσεπίκληση πρέπει να απορριφθεί, διότι οι προσεπικαλούντες αρνούνται την ιστορική βάση της κύριας αγωγής και την ευθύνη τους, μη νομιμοποιούμενοι να μεταφέρουν τις συνέπειες της ήττας τους στους προσεπικαλούμενους δικονομικούς τους εγγυητές. Περαιτέρω, με το παραπάνω περιεχόμενο η σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή αρμόδια (άρθρο 31 § 1 και 282 επ. ΚΠολΔ) και παραδεκτά, δεδομένης της αποτυχίας απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατ’ άρθρο 214 Α ΚΠολΔ (βλ. την από 30-11-2006 μονομερή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των παρεμπιπτόντως εναγόντων), εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας (άρθρα 233 επ. ΚΠολΔ), πλην του μέρους της που αφορά τους δεύτερο και τρίτο παρεμπιπτόντως ενάγοντες ως προς την πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, καθώς από τα εκτιθέμενα στην παρεμπίπτουσα αγωγή δεν προκύπτει η ενεργητική τους νομιμοποίηση, οπότε η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος της αυτό ως απαράδεκτη. Η προαναφερθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή κατά το μέρος της που κρίθηκε παραδεκτή είναι ορισμένη και νόμιμη, πλην του αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής για την εις ολόκληρον υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων να καταβάλουν τα αιτούμενα, καθώς το αίτημα για την εις ολόκληρον καταβολή δεν εδράζεται στο νόμο, αλλά η ευθύνη των παρεμπιπτόντως εναγομένων, όπως περιγράφεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι σωρευτική και οι παροχές του κάθε παρεμπιπτόντως εναγομένου αποβλέπουν στην ικανοποίηση διαφορετικού εννόμου συμφέροντος (βλ. σχετικά Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, σελ. 378-382, Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, υπό τα άρθρα 481-482, σελ. 1015- 1016). Στηρίζεται, δε, στις διατάξεις του Ν. 2496/ 1997 και σε αυτές των άρθρων 340 επ., 361 ΑΚ, 69 § 1 δ και 173 επ. ΚΠολΔ και κρίνεται ότι πρέπει να ενωθεί και να συνεκδικασθεί με την παραπάνω κύρια αγωγή λόγω της προφανούς συνάφειάς τους και για την οικονομία της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Επομένως, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή ανάλογου τέλους δικαστικού ^ ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ Τ.Ν. και Τ.Π.Δ.Α. λόγω του ήδη αναγνωριστικού χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής τους, πρέπει αυτή να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της κατά το μέρος της που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη.

Η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη απαντώντας παραδεκτά στην παρεμπίπτουσα αγωγή την αρνήθηκε στο σύνολό της και πρόβαλε τους εξής ισχυρισμούς: 1. Ως προς το με αριθμό 30473094241 ασφαλιστήριο συμβόλαιο α) ότι πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση κάλυψης της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας, καθώς αυτή υπαίτια δεν τήρησε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει κατ’ άρθρο 7.1 των γενικών όρων της μεταξύ τους σύμβασης, ισχυρισμός ο οποίος συνιστά ένσταση καταλυτική της βάσης της αγωγής, προτάθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στα άρθρα 361 ΑΚ, 25 Ν. 2496/ 1997 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, β) ότι το έργο εκτελούνταν από υπεργολάβο, ενώ ασφαλιστικά καλύπτεται μόνον η πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα και όχι οι τυχόν υπεργολάβοι αυτής και ότι ο κυρίως ενάγων δεν αποτελούσε τρίτο ως προς τον κύκλο εργασιών της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ενώ σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση καλύπτονται ασφαλιστικά μόνον οι τρίτοι, ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση εξαίρεσης από την κάλυψη, προβλήθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στις εξής διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 13 Ν. 2496/ 1997 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, γ) επικουρικά, ότι κατά τη σύμβαση η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να καλύπτει ασφαλιστικά την πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα μέχρι το ποσό των 30.000 ευρώ αφαιρούμενου από αυτό του ποσού των 1.500 ευρώ που βαρύνει την τελευταία, ισχυρισμός που στοιχειοθετεί ένσταση περιορισμού ευθύνης, προτάθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 16 Ν. 2496/ 1997 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, δ) ότι σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση για την περίπτωση που επιδικαστεί σε βάρος τους αποζημίωση, πρέπει ο προβλεπόμενος φόρος και το τέλος χαρτοσήμου επ’ αυτής να αφαιρεθούν, καθώς βαρύνουν την πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται αόριστα, καθώς δεν αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού των ανωτέρω κονδυλίων και πρέπει να απορριφθεί. 2. Ως προς το με αριθμό 30422004242 ασφαλιστήριο συμβόλαιο: α) ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη πρέπει να απαλλαγεί από την ασφαλιστική κάλυψη, καθώς ο κυρίως ενάγων δεν ήταν εργαζόμενος και ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί ένσταση απαλλαγής, προτάθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, β) επικουρικά, ότι κατά τη σύμβαση η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να καλύπτει ασφαλιστικά την πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα μέχρι το ποσο των 75.000 ευρώ, ισχυρισμός που στοιχειοθετεί ένσταση περιορισμού ευθύνης, προτάθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 16 Ν. 2496/ 1997 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της, γ) ότι σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση για την περίπτωση που επιδικαστεί σε βάρος τους αποζημίωση, πρέπει ο προβλεπόμενος φόρος και το τέλος χαρτοσήμου επ’ αυτής να αφαιρεθούν, καθώς βαρύνουν την πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται αόριστα, καθώς δεν αναφέρεται ο τρόπος υπολογισμού των ανωτέρω κονδυλίων και πρέπει να απορριφθεί. 3. Ως προς την κύρια αγωγή, ότι ο ενάγων ευθύνεται κατά ποσοστό 90% για τον τραυματισμό του, καθώς εισήλθε στην υπό ανέγερση οικοδομή, μολονότι αυτό απαγορευόταν, χωρίς να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας (χωρίς να φέρει κράνος, χωρίς να τηρήσει την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας από το σωλήνα μεταφοράς του υλικού επιχρισμάτων), ισχυρισμός που στοιχειοθετεί ένσταση συνυπαιτιότητας, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά, στηρίζεται στα άρθρα 300, 330 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Ακολούθως, αιτήθηκε παραδεκτά να διαταχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να διαπιστωθεί από ειδικούς ιατρούς το μέγεθος της σωματικής βλάβης του κυρίως ενάγοντος, το οποίο Πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία του.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και καταχωρίστηκαν στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα και εμπρόθεσμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και εννέα (9) φωτογραφίες του εργοταξίου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, αποδείχθηκαν πλήρως τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κυρίως ενάγων, συνταξιούχος λογιστής, από τις αρχές του έτους 2005 ξεκίνησε να απασχολείται ως ανεξάρτητος εξωτερικός συνεργάτης της πρώτης εναγομένης, η οποία είχε συσταθεί προκειμένου να ανεγερθεί νέα πολυκατοικία οτο οικόπεδο της τέταρτης εναγομένης στον _________  , επί της συμβολής των οδών Σκυλίτση και Υψηλάντους, και ανέλαβε την κατάθεση και πληρωμή των μηνιαίων καταστάσεων και κάθε σχετικού που απαιτείται από το Ι.Κ.Α. _________  για το ως άνω έργο (βλ. την από 15-07-2004 σύσταση κοινοπραξίας με αριθμό θεώρησης 125/2004 της Δ.Ο.Υ. ΙΗ’ Αθηνών, την από 01-12-2004 τροποποίηση συμφωνητικού σύστασης κοινοπραξίας με αριθμό θεώρησης 219/ 2004 της ίδιας Δ.Ο.Υ., την από 10-01-2005 εξουσιοδότηση των δευτέρου και τρίτου προς τον κυρίως ενάγοντα). Η πρώτη εναγομένη κοινοπραξία δεν απέκτησε νομική προσωπικότητα, καθώς δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και λειτούργησε ως εν τοις πράγμασι εταιρεία, ολοκλήρωσε το έργο για την εκτέλεση του οποίου συστάθηκε και βρίσκεται σε εκκαθάριση, με εκκαθαριστές τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, οι οποίοι την εκπροσωπούν και ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν (πρώτη) για τις οφειλές της. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του ως άνω έργου και της μεταξύ των διαδίκων της ένδικης αγωγής συνεργασίας και προς διευκόλυνση αυτής, ο κυρίως ενάγων μετέβαινε στο εργοτάξιο στον _________  μετά από προσυνεννόηση με τον δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να παραλαμβάνει τις μηνιαίες καταστάσεις των εργαζομένων και τα απαραίτητα χρήματα και να τα καταθέτει στο _________  για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Δεν εισερχόταν ποτέ στο εργοτάξιο, αλλά συναντούσε τον δεύτερο εναγόμενο έξω από αυτό, συνήθως πλησίον του Ι.Χ. αυτοκινήτου του τελευταίου, όπου διατηρούσε τα σχετικά έγγραφα. Την 4η Οκτωβρίου 2005 περίπου στις 11.00 το πρωί ο κυρίως ενάγων μετέβη στο ως άνω εργοτάξιο και πάλι μετά από προσυνεννόηση με τον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να λάβει τις μηνιαίες καταστάσεις των εργαζομένων. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, όμως, ο κυρίως ενάγων αναζητώντας τον δεύτερο εναγόμενο εισήλθε στο εργοτάξιο. Αφού συνομίλησε με κάποιους εργαζομένους εκεί, πληροφορήθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος βρισκόταν στον τέταρτο όροφο της υπό ανέγερση οικοδομής και κλήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο να ανέβει στον ως άνω όροφο για να διεκπεραιωθεί η εργασία που ο δεύτερος εναγόμενος είχε αναθέσει στον ενάγοντα. Σχετικά με τα ανωτέρω διαφωτιστκή είναι ιδιαίτερα η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης (σελ.8 πρακτικών) προς αντίκρουση της οποίας αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζεται. Ο ενάγων ζήτησε να του χορηγηθεί κράνος, το οποίο, όμως, δεν του χορηγήθηκε. Άλλωστε, κανένας από τους εργαζομένους δεν έφερε κράνος, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Σημειώνεται ότι κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο η υπό ανέγερση οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων. Μάλιστα, η πρώτη εναγομένη με το από 11-05-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε αναθέσει στον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο υπεργολάβο την εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων. Ο υπεργολάβος είχε αναλάβει να προμηθευτεί τόσο τα υλικά όσο και τα απαραίτητα μηχανήματα για την προσήκουσα εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τους κανόνες τέχνης και επιστήμης. Περιμετρικά του εργοταξίου υπήρχε τοποθετημένο πλέγμα και πάνω σε αυτό, όπως και σε συγκεκριμένα σημεία των υπαρχόντων ικριωμάτων υπήρχαν πινακίδες με την ένδειξη «ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ- ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑ- ΠΡΟΣΟΧΗ- ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΘΑ ΦΟΡΟΥΝ ΚΡΑΝΟΙ» (βλ. τις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους φωτογραφίες). Ο κυρίως ενάγων ξεκίνησε να ανεβαίνει στην οικοδομή από την κλίμακα αυτής και λίγο πριν φτάσει στον τέταρτο όροφο δέχθηκε με σφοδρή πίεση στο κεφάλι μεγάλο φορτίο υλικού σοβαντίσματος, το οποίο κυριολεκτικά τον περιέλουσε, εισήλθε στα μάτια του, με σφοδρότητα τον ώθησε προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να πέσει στο πλατύσκαλο της κλίμακας πριν από τον τέταρτο όροφο και να υποστεί τον κατωτέρω εωρήθηκε εκτεθησόμενο τραυματισμό από το υλικό που έπεσε πάνω του. Κατά τον  ανωτέρω χρόνο βρισκόταν σε λειτουργία η πρέσα με την οποία ανυψωνόταν το υλικό για το σοβάντισμα στους ψηλότερους ορόφους. Ο σωλήνας που περιείχε το ανωτέρω υλικό λόγω φθοράς έσπασε (άνοιξε) με αποτέλεσμα την εκτίναξη με μεγάλη πίεση εκτός αυτού ποσότητας υλικού σοβαντίσματος, το οποίο επέπεσε στο κεφάλι και το πρόσωπο του κυρίως ενάγοττος, ο οποίος τραυματίστηκε. Συνυπαίτιοι για το παραπάνω ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του κυρίως ενάγοντος, είναι τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι, καθώς επέδειξαν αμέλεια κατά τη συμπεριφορά τους. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, ενεργώντας αμελώς, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας στο εργοτάξιο όπου διενεργούσαν ως εργολάβοι οικοδομικές εργασίες, δηλαδή δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να μην εισέρχονται στο εργοτάξιο τρίτοι κατά τη διάρκεια των εργασιών, καθώς το πλέγμα και οι πινακίδες που είχαν αναρτήσει περιμετρικά του εργοταξίου δεν ήταν επαρκείς προκειμένου να εμποδίσουν την είσοδο κάθε τρίτου.

Μάλιστα, το πλέγμα μπορούσε να ανοιχθεί με ευκολία κατά τη διάρκεια των εργασιών, καθώς η υπάρχουσα κλειδαριά ασφαλείας χρησιμοποιούνταν μόνο κατά τη νύχτα μετά το πέρας των εργασιών. Επίσης, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να έχουν εποπτεία του εργοταξίου τους, δηλαδή παρέλειψαν να προσλάβουν φύλακα, ο οποίος θα ήλεγχε το χώρο και θα εμπόδιζε την είσοδο κάθε τρίτου. Ακόμη, παρέλειψαν να υποχρεώσουν τους εισερχόμενους στο χώρο τρίτους ή εργαζόμενους να φορούν κράνη. Επίσης, δεν φρόντισαν για την καλή λειτουργία και συντήρηση των χρησιμοποιούμενων στο εργοτάξιο μηχανημάτων και συγκεκριμένα της χρησιμοποιούμενης πρέσας ανύψωσης του υλικού σοβαντίσματος. Όσον αφορά τον κυρίως ενάγοντα, αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου ανθρώπου να μην θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και παραβλέποντας τις πινακίδες, την έλλειψη κράνους και την επικινδυνότητα ενός μέσου εργοταξίου εισήλθε στο χώρο και μάλιστα πλησίον του χώρου όπου εκτελούνταν εργασίες (σοβάντισμα). Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι ο κυρίως ενάγων βαρύνεται με ποσοστό 30% συνυπαιτιότητας για την πρόκληση του ατυχήματος του, γενομένης μερικά δεκτής της ένστασης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι και η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ενώ οι εναγόμενοι βαρύνονται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% για την πρόκληση του ατυχήματος. Μετά το ατύχημα, ο κυρίως ενάγων εγκαταλείφθηκε εντελώς αβοήθητος από τον παρόντα στον ένδικο τραυματισμό δεύτερο εναγόμενο και μόνον ένας αλλοδαπός εργάτης αυτοβούλως ενδιαφέρθηκε για την κατάστασή του μεταφέροντάς τον στο νοσοκομείο και ειδοποιώντας την οικογένειά του. Όπως εξάλλου αποδεικνύεται ιδία από την μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και την παντελή απουσία αντίθετων αποδεικτικών στοιχείων, οι εναγόμενοι εξαφανίστηκαν τις πρώτες ημέρες μετά τον ένδικο τραυματισμό, δεν απαντούσαν στα τηλέφωνά τους, η δε οικοδομή

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.