fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Απόφαση 334 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 334/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – καθής η κλήση: υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία “… ΕΠΕ” (…), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της Ε. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης – καλούσας: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία “… Α.Ε.”, που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτού, ήτοι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “…” και τον διακριτικό τίτλο “… Α.Ε.”. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1239/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2159/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2015 αίτησή της. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση η καλούσα με την από 15-11-2017 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη ανέγνωσε την από 14-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,12.παρ 1,14,22 και 28 του ν 5960/1933<περί επιταγής> προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία εκδόσεώς της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μαζί του, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ. Α.Κ.), καθόσον η αιτία εκδόσεώς της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της εξ αυτής υποχρεώσεως, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του, με βάση την επιταγή, διαταγής πληρωμής (άρθρα 632, 633 Κ.Πολ.Δ.), και να αντιτάξει ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου χωρίς νόμιμη αιτία την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό. Για την προβολή όμως της ελλείψεως υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραφε την επιταγή, αλλά χρειάζεται επί πλέον να επικαλείται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύει, ότι αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για συγκεκριμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (Α.Π.1384/2013). Περίπτωση παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε συνιστά και εκείνη, κατά την οποία προκαταβάλλεται από τον αγοραστή το τίμημα για την πώληση στο μέλλον πραγμάτων εκ μέρους του λήπτη (πωλητή) και ο τελευταίος, παρότι έλαβε την προκαταβολή του μελλοντικού τιμήματος, δεν προβαίνει στην πώληση και μεταβίβαση των πραγμάτων. Στην περίπτωση αυτή η προκαταβολή αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ. και, αν γι’ αυτήν εκδόθηκε επιταγή, ο εκδότης αυτής (αγοραστής) μπορεί κατά τα προαναφερόμενα να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη. αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον, του την ένσταση ότι δεν υπάρχει πλέον αιτία για την έκδοση της διότι δεν ακολούθησε η πώληση που ήταν η αιτία εκδόσεως της επιταγής (Α.Π. 735/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 “περί επιταγής”, τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτου. Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νομίμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της εν γνώσει της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερομένων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ενστάσεώς του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσεως αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής. Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγυήσεως. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται – ως ένα είδος pactum fiduciale – ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση, βασιζομένη στην αιτιώδη (υποκειμένη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933. Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαιτήσεως του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του Α.Κ. και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση είναι και η επιταγή. Η κατά την ενεχύραση δε των τίτλων παράλειψη της Τράπεζας ή άλλου κομιστή της επιταγής να ζητήσει τιμολόγια δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσεως, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ενστάσεως, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βασίμως ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής. Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παραλείψεως της Τραπέζης να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκειμένη αιτία, για την κατάφαση γνώσεώς της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση, αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση από την Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ’ αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους , στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ. β του Α.Κ.. Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές. Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσεως της τραπέζης ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία τόσο της εκδόσεως αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, εν τοις πράγμασιν, σε στοιχείο του αξιόγραφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933 ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι ή αιτία εκδόσεως και οπισθογραφήσεώς της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής, αλλά αποκαλύπτεται μόνο με την προβολή σχετικής ενστάσεως (Α.Π. 353-354/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Αντιθέτως, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ’ αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π.42/2014, 444/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπον πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως “ζητήματα” δε νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: ” Κατόπιν της από 28.01.2011 αίτησης της εφεσίβλητης-καθ’ ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσιβλήτου)…, εκδόθηκε η …041/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 37.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα από την εμφάνιση προς πληρωμή της τραπεζικής επιταγής…Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με τίτλο την τραπεζική επιταγή με τον αριθμό …95-2, την οποία είχε εκδώσει η ανακόπτουσα στην … με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.10.2010 (μεταχρονολογημένη επιταγή), ποσού 37.000 ευρώ, η οποία έπρεπε να πληρωθεί σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “….” από την πληρώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.” …, με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού …, που τηρείται στην πληρώτρια Τράπεζα, στο όνομα της εκδότριας της επιταγής. Την επιταγή αυτή μεταβίβασε η λήπτρια …, με ενεχυρική οπισθογράφηση,…στις 27.11.2009 και με παράδοση του σώματός της, στην καθ’ ης η ανακοπή. Η τελευταία εμφάνισε…στις 05.10.2010 την επιταγή αυτή για πληρωμή, με την ιδιότητά της ως νόμιμης κομίστριας από ενεχυρική οπισθογράφηση, πλην όμως η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων…στον τραπεζικό λογαριασμό της εκδότριας…, τούτο δε βεβαιώθηκε … από την πληρώτρια τράπεζα… Η ανακόπτουσα άσκησε εναντίον της … διαταγής πληρωμής την από 26.04.2011 ανακοπή της… Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι εξέδωσε την τραπεζική επιταγή, με βάση την οποία…εκδόθηκε η … διαταγή πληρωμής, ως εγγύηση προκαταβολής τιμήματος για μελλοντική πώληση προϊόντων, στο πλαίσιο της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ αυτής, η οποία ασκεί επιχείρηση πώλησης ενδυμάτων και συναφών ειδών στον ….. με υποκατάστημα στη … και της λήπτριας της επιταγής ανώνυμης εμπορικής εταιρίας, με την επωνυμία “…”, η οποία αποτελεί επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας αντίστοιχων προϊόντων, με την οποία είχε συνάψει την από 05.03.2004 σύμβαση δικαιόχρησης (franchising),…και ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε σε βάρος της ακύρως, δεδομένου ότι η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, κατά την κτήση της επιταγής με ενεχυρική προς αυτήν οπισθογράφηση από τη λήπτρια της επιταγής ανώνυμη εταιρία, ενήργησε προς βλάβη της, αφού γνώριζε ότι η επιταγή είχε εκδοθεί στο πλαίσιο της άνω εμπορικής συνεργασίας και δεν ενσωμάτωνε καμία απαίτηση σε βάρος της ανακόπτουσας, καθώς δεν είχε πληρωθεί η αίρεση της πώλησης εμπορευμάτων, υπό την οποία η απαίτηση αυτή τελούσε…Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι πράγματι η ανακόπτουσα, στις 20.08.2009, στα πλαίσια σχέσης εμπορικής συνεργασίας, δυνάμει της από 05.03.2004 σύμβασης δικαιόχρησης ((franchising),…που είχε καταρτίσει με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…”, με βάση τον 19° όρο αυτής, σύμφωνα με τον οποίο όφειλε να προκαταβάλει στην τελευταία, σε ποσοστό 80%…το μελλοντικό τίμημα για την πώληση στο μέλλον ετοίμων ενδυμάτων θερινής και καλοκαιρινής περιόδου 2010 από την τελευταία αυτή εταιρία και μετά από σχετική αξίωσή της, που διατυπώθηκε στην από 19.08.2009 επιστολή της, εξέδωσε σε διαταγή της ανώνυμης αυτής εταιρίας και της παρέδωσε, χάριν εγγύησης της άνω προκαταβολής του μελλοντικού τιμήματος, πέντε τραπεζικές επιταγές, συνολικής αξίας 183.000 ευρώ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προαναφερόμενη επιταγή ποσού 37.000 ευρώ… Οι άνω πέντε επιταγές είχαν εκδοθεί ως καταπιστευτικά αξιόγραφα χάριν εγγύησης της προκαταβολής του μελλοντικού τιμήματος για την πώληση στο μέλλον εμπορευμάτων αντίστοιχης αξίας και η δικαιούχος τους λήπτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…”, μόνο υπό την αίρεση-που βασίζεται στην υποκειμένη σχέση-της κατάρτισης στο μέλλον της πώλησης και της παράδοσης των εμπορευμάτων στην εκδότρια των επιταγών, θα μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματά της από τους τίτλους. … Η … λήπτρια των επιταγών … εταιρία με την επωνυμία “…”, που επρόκειτο να πωλήσει στην εκδότρια αυτών και να της παραδώσει έως την άνοιξη του έτους 2010 εμπορεύματα τουλάχιστον ίσης αξίας με τα ποσά των επιταγών, δεν προήλθε στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και ουδεμία ποσότητα προϊόντων της πώλησε και της παρέδωσε, ισχυριζόμενη οικονομική αδυναμία και ως εκ τούτου, δεν γεννάται οφειλή της εκδότριας των επιταγών ανακόπτουσας από τη βασική σχέση έκδοσης των επιταγών, αφού η πώληση και η παράδοση των εμπορευμάτων, που ήταν η αιτία έκδοσής τους, δεν επακολούθησε και συνεπώς, δεν πληρώθηκε η αίρεση υπό την οποία, κατά τα άνω, τελούσε η άσκηση των δικαιωμάτων της λήπτριας των επιταγών. Με τα δεδομένα αυτά, είναι πρόδηλο ότι η έκδοση από την ανακόπτουσα της προαναφερόμενης τραπεζικής επιταγής σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “….” συνέχεται…με την συμφωνία για κατάρτιση στο μέλλον σύμβασης πώλησης από την άνω ανώνυμη εταιρία προς την ανακόπτουσα εμπορευμάτων (ενδυμάτων εαρινής και θερινής περιόδου 2010) και την παράδοση σε εκτέλεση της σύμβασης πώλησης των πωληθέντων εμπορευμάτων, κατά την οποία (συμφωνία) η πιο πάνω αναφερόμενη τραπεζική επιταγή, όπως επίσης και άλλες ακόμη, επείχε θέση εγγύησης της προκαταβολής, κατά ποσοστό 80%, του μελλοντικού τιμήματος, το οποίο επρόκειτο να συνομολογηθεί μεταξύ των μερών, ενώ η λήπτρια της επιταγής δεν είχε μεν το δικαίωμα να την κυκλοφορήσει στις συναλλαγές, αλλά θα εδικαιούτο να την εισπράξει μόνο σε περίπτωση παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων και μη καταβολής του τιμήματος που θα είχε συμφωνηθεί για την πώλησή τους. Ωστόσο,..η λήπτρια της άνω επιταγής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…” παραβίασε την άνω υποχρέωσή της σε σχέση με την συμφωνημένη απαγόρευση της κυκλοφορίας της, όσο ήταν ηρτημένη η αίρεση και η άνω μεταχρονολογημένη επιταγή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, μαζί με άλλες 27 μεταχρονολογημένες (εν συνόλω 28, συνολικού ποσού 307.989,26 ευρώ…) στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, προς εξασφάλιση της απαίτησής της για το χρεωστικό κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού, που εξυπηρετούσε σύμβαση πίστωσης, η οποία είχε καταρτισθεί μεταξύ τους. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα με την τότε επωνυμία της “… ΑΕ” (η οποία στη συνέχεια..τροποποιήθηκε σε “… ΑΕ”), κατέστη οιονεί καθολική διάδοχος της “… ΑΕ”… και στη συνέχεια…ανακλήθηκε η άδεια πιστωτικού ιδρύματος που είχε παρασχεθεί από την Τράπεζα Ελλάδος στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα και αυτή τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως…Ακολούθως, με την 9250/09.10.2011
απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, αποφασίστηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ” … ΑΕ”… η απαίτηση από την προαναφερόμενη επιταγή…παραμένει στο υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα, δηλαδή στην καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα. Πλην όμως, παρά τον… καταπιστευτικό χαρακτήρα της προαναφερόμενης επιταγής και τη ματαίωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση, ο δεύτερος λόγος ανακοπής ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο, δε, διότι…η σχετική ένσταση της ανακόπτουσας αποτελεί προσωπική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, την οποία η ,ανακόπτουσα δεν δικαιούται κατά το νόμο να αντιτάξει κατά της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας, δεδομένου ότι η τελευταία, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής (στις 27.11.2009), δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της ανακόπτουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Και τούτο διότι, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο τηςκτήσης της επιταγής, η καθ’ ης η ανακοπή τελούσε σε γνώση της ύπαρξης της ένστασης αυτής (σχετικά με τον καταπιστευτικό χαρακτήρα της επιταγής και τη ματαίωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση) και ότι με την αποδοχή της μεταβίβασης σ’ αυτήν της επιταγής με ενεχυρική οπισθογράφηση ενεργούσε η καθ’ ης η ανακοπή με πρόθεση βλάβης της ανακόπτουσας, γνωρίζοντας…ότι είναι δυνατό, με τη μεταβίβαση προς αυτήν της επιταγής, να ματαιωθεί η προβολή της προαναφερόμενης ένστασης από την πλευρά της ανακόπτουσας και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή της επιταγής που διαφορετικά…δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, κατά τη μεταβίβαση του αξιογράφου με ενεχυρική οπισθογράφηση προς αυτήν από τη λήπτρια ανώνυμη εταιρία, προέβη μέσω των αρμόδιων υπαλλήλων της σε έλεγχο της φύσης και του χαρακτήρα των συναλλαγών μεταξύ της ανακόπτουσας και της λήπτριας εταιρίας ως εμπορικών, καθώς επίσης και της συνάφειας των τομέων εμπορικής δραστηριότητας των νομικών αυτών προσώπων, της έλλειψης καταχώρισης δυσμενών δεδομένων για την ανακόπτουσα εκδότρια της επιταγής στο πληροφοριακό σύστημα …της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “… Α.Ε.” και μετά την κατάφαση των προϋποθέσεων αυτών προέβη στην αποδοχή της μεταβίβασης του αξιογράφου προς αυτήν. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι τον Μάιο και τον Οκτώβριο του έτους 2009 είχαν σφραγιστεί επιταγές της, δεν αποδεικνύει ότι η ίδια ήταν, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής (27.11.2009), αμφιβόλου πιστοληπτικής ικανότητας και ακόμη περισσότερο, ότι ήταν αναξιόχρεη, …αλλά αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο, αφού η ίδια ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι εντός του 8ημέρου…τις πλήρωσε, με αποτέλεσμα να αποσφραγισθούν αυτές και να μην έχουν καταχωρισθεί δυσμενή για το πρόσωπό της γεγονότα στο προαναφερόμενο αρχείο… Αποδεικνύεται, επίσης, ότι κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής (27.11.2009) δεν είχε προκληθεί…οποιαδήποτε βάσιμη αμφιβολία στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της λήπτριας της επιταγής…εταιρίας, δεδομένου ότι η συναλλακτική της δραστηριότητα κατά το χρόνο εκείνο…ήταν ομαλή [βλ. και τους προσκομιζόμενους δημοσιευμένους μέχρι τότε ισολογισμούς της λήπτριας εταιρίας, από τους οποίους προκύπτει ότι οι εταιρικές χρήσεις της εταιρίας με την επωνυμία “…” από 01.01.2008 έως 31.12.2008 και οι προγενέστερες ήσαν κερδοφόρες, ενώ ο πρώτος ζημιογόνος ισολογισμός της άνω εταιρίας για τη χρήση από 01.01.2009 έως 31.12.2009 δημοσιεύτηκε στις 30.04.2010, δηλαδή σε χρόνο που έπεται κατά 5 ολόκληρους μήνες της κτήσης της ένδικης επιταγής από την εφεσίβλητη]. Και είναι αλήθεια ότι οικονομικές δυσχέρειες της λήπτριας είχαν αρχίσει κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής από την καθ’ ης η ανακοπή …., ωστόσο η τελευταία τις αγνοούσε… Εξάλλου τα σχετικά με την οικονομική κατάρρευση της λήπτριας δημοσιεύματα που επικαλείται η ανακόπτουσα είναι πολύ μεταγενέστερα του χρόνου μεταβίβασης της επιταγής με ενεχυρική οπισθογράφηση…, ενώ η οικονομική κατάρρευση της λήπτριας εταιρίας … επήλθε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από εκείνον της μεταβίβασης της επιταγής με ενεχυρική οπισθογράφηση και ειδικότερα…τους πρώτους μήνες του έτους 2010…Κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα δεν είχε υπόψη της κανένα στοιχείο που να καθιστά γνωστή την -επικαλούμενη από την ανακόπτουσα- ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας…ότι η επιταγή αυτή δεν θα κυκλοφορούσε στις συναλλαγές και ότι η λήπτρια αυτής εδικαιούτο να εισπράξει το ποσό της μόνο σε περίπτωση πλήρωσης ειδικότερων προϋποθέσεων και όρων. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών (μεταξύ των οποίων και της ένδικης), δεν ζήτησε από τη λήπτρια της επιταγής ανώνυμη εταιρία να της προσκομίσει τιμολόγια πώλησης αγαθών της εταιρίας αυτής προς την ανακόπτουσα, τα ποσά των οποίων να αντιστοιχούν προς το ποσό της επιταγής, είναι αβάσιμος για τους ακόλουθους ειδικότερα λόγους : Αφενός μεν, η μη αναζήτηση τιμολογίων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην κατάφαση γνώσης…της τράπεζας … για την ύπαρξη οποιοσδήποτε προσωπικής ένστασης… Η γνώση θα πρέπει να καταφάσκεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά…και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού…η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται. Άρα, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων…, αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται… και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου. Περαιτέρω, η αξίωση … για την προσκόμιση… που να πιστοποιούν …. συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους…δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές…και άρα η μη ανταπόκριση της τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αξιούμενης επιμέλειας δεν καθιστά καταχρηστική…την άσκηση της αξίωσης … από το αξιόγραφο…Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική, όπως αυτές που επικαλείται η ανακόπτουσα και οι οποίες … αναφέρονται σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα και όχι στην καθ’ ης η ανακοπή, έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των τραπεζών…και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές… Επιπρόσθετα, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης της καθ’ ης η ανακοπή, δεδομένου ότι τούτο θα προϋπέθετε ότι η αμέσως με αυτήν συναλλασσόμενη λήπτρια της επιταγής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…”, θα αποκάλυπτε στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα τις συμφωνίες αυτές, ενώ τούτο δεν αποδεικνύεται ότι συνέβη. Περαιτέρω, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ακόμη αφενός μεν ότι η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία (η λήπτρια των επιταγών) δεν είχε κανένα λόγο να ενημερώσει την καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα για τις πιθανές ιδιαίτερες συμφωνίες της με την ανακόπτουσα, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την πρακτική που επικρατεί στις τραπεζικές συναλλαγές, η καθ’ ης η ανακοπή δεν θα δεχόταν να μεταβιβαστεί σ’ αυτήν η ένδικη τραπεζική επιταγή…με ενεχυρική οπισθογράφηση, εν γνώσει αυτής ότι η επιταγή έχει εκδοθεί για την προαναφερόμενη αιτία …, αφετέρου δε ότι η ανακόπτουσα, που ισχυρίζεται -αβάσιμα, ωστόσο,- ότι η οικονομική κατάρρευση της λήπτριας εταιρίας είχε αρχίσει ήδη από το έτος 2009, δεν είχε ανακαλέσει την ένδικη τραπεζική επιταγή, κατά το χρόνο κτήσης της (27.11.2009) από την καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, ούτε είχε καταγγείλει τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας (σύμβαση δικαιόχρησης) που τη συνέδεε με τη λήπτρια των επιταγών ανώνυμη εταιρία…., αλλά αντίθετα, είχε εκδώσει μεταχρονολογημένη και είχε παραδώσει -μαζί με άλλες συνολικής αξίας 183.000 ευρώ, την ένδικη επιταγή στην άνω λήπτρια εταιρία, στις 20.08.2009, δηλαδή 3 περίπου μήνες πριν την ενεχυρική οπισθογράφηση, χωρίς μάλιστα να θέσει επί της επιταγής αυτής απαγορευτική της μεταβίβασής της ρήτρα. Η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης … οδηγεί σε άτοπα, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ο όγκος των συναλλαγών που καλούνται καθημερινά να εκκαθαρίσουν τα τραπεζικά καταστήματα και ο αριθμός των επιταγών που κυκλοφορούν, για καθεμία από τις οποίες θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα ο προαναφερόμενος ενδελεχής έλεγχος της αιτίας έκδοσης και οπισθογραφήσεων αυτής πριν από την αποδοχή τους από την τράπεζα, ενώ … αντιστρατεύεται τη λειτουργία της επιταγής ως οργάνου πληρωμής και επιφέρει αδικαιολόγητη ρωγμή στο αξιογραφικό δίκαιο που ισχύει, το οποίο χαρακτηρίζεται από ταχύτητα, ευελιξία και τυπικότητα και από την ταχεία και χωρίς περιττές χρονοτριβές κυκλοφορία στη συναλλακτική πραγματικότητα των επιταγών. Ούτε, τέλος, μπορεί να συναχθεί εμμέσως η απαιτούμενη θετική γνώση της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας περί των συμφωνιών μεταξύ της εκδότριας της ένδικης επιταγής και της λήπτριας αυτής και η ενέργειά της προς βλάβη της πρώτης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, από το αληθές γεγονός ότι η καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής, δεν στράφηκε κατά της λήπτριας και πρώτης οπισθογράφου αυτής, αλλά ασκώντας το σχετικό αναγωγικό δικαίωμά της εκ του άρθρου 40 του ν.5960/1933, επέλεξε να στραφεί μόνο κατά της εκδότριας της επιταγής- ανακόπτουσας”. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ανακόπτουσας ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία, είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή αυτής κατά της εκδοθείσας σε βάρος της, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, διαταγής πληρωμή.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 5960/1933, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε το Εφετείο παραθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφασή του, τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταφάσκουν ουσιαστική αβασιμότητα της εκ της ως άνω διατάξεως ενστάσεως της αναιρεσείουσας , αφού αναιρούν τα αναγκαία για τη θεμελίωση αυτής στοιχεία, και δη ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο κτήσεως της επίμαχης τραπεζικής επιταγής, τελούσε εν γνώσει του καταπιστευτικού χαρακτήρα αυτής και ότι με την αποδοχή της προς αυτήν μεταβιβάσεως διά της ενεχυρικής οπισθογραφήσεως της εν λόγω επιταγής
ενήργησε με πρόθεση βλάβης της αναιρεσείουσας, συνισταμένης στη ματαίωση της προβολής απ’ αυτήν της σχετικής ενστάσεως. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς αναγκαία για την θεμελίωση της ρηθείσας ενστάσεως στοιχεία της γνώσεως και κακοπιστίας της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι με τις παραδοχές της ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε υπόψη της κανένα στοιχείο που να καθιστά γνωστή την ιδιαιτέρα συμφωνία αυτής (αναιρεσείουσας) και της λήπτριας εταιρείας (“…”) ότι η επίμαχη επιταγή δεν θα κυκλοφορούσε στις συναλλαγές και η τελευταία θα εδικαιούτο να εισπράξει το ποσό αυτής μόνο σε περίπτωση πληρώσεως των συμφωνημένων όρων και προϋποθέσεων, και ότι η ίδια (αναιρεσίβλητη) αν γνώριζε τον καταπιστευτικό χαρακτήρα της εν λόγω επιταγής δεν θα δεχόταν την προς αυτήν μεταβίβασή της, με ενεχυρική οπισθογράφηση, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας διότι αυτή : α) κατά την κτήση της συγκεκριμένης επιταγής, δεν ζήτησε τιμολόγια που να πιστοποιούν την αιτία εκδόσεώς της, προκειμένου να ελέγχεται η ουσιαστική βασιμότητα της συναλλαγής, β) είχε προβεί, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στη χορήγηση δανείου προς την λήπτρια εταιρεία <<….” και μάλιστα με προσημείωση υποθήκης, σε ήδη πολλαπλώς βεβαρημένο ακίνητό της, γ) παρέλαβε πληθώρα επιταγών από όλα τα καταστήματα “franchise”, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, δ) το συνολικό ύψος των μεταχρονολογημένων επιταγών αυτής (αναιρεσείουσας) για το έτος 2010 που είχαν δοθεί από την εταιρεία “….” προς προεξόφληση δεν ανταποκρινόταν στο ύψος του κύκλο εργασιών της (τζίρου) και μάλιστα για μία μόνο σαιζόν (άνοιξη και καλοκαίρι του 2010) και ε) δεν απευθύνθηκε προς πληρωμή των επιταγών κατά της λήπτριας εταιρεία “….”, γνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση αυτής και την αδυναμία εντεύθεν πληρωμής των , ήδη από του χρόνου κτήσεως αυτών. Υπό το ως άνω περιεχόμενό του, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλομένη δι’ αυτού παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού λόγου.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται “αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν”. Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Ωστόσο αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά το διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη ως έγγραφα, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ένορκες βεβαιώσεις που είχαν νομίμως ληφθεί στα πλαίσια άλλων δικών και ειδικότερα α) τις υπ’ αριθ. …41, …55 και …8/2013 ένορκες βεβαιώσεις του Ν. Β. (προϊσταμένου του τμήματος των καταστημάτων …. της εταιρείας “….”), ενώπιον της συμβολαιογράφου Β. Δ., β) την υπ’ αριθ. 5024/2013 ένορκη βεβαίωση της Ε. Κ. (μοναδικής εταίρου της αναιρεσείουσας) ενώπιον της συμβολαιογράφου Β. Δ., γ) την υπ’ αριθ 7404/2012 ένορκη βεβαίωση του Θ. Π. (εμπόρου) ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. και δ) την υπ’ αριθ. ..500/2013 ένορκη βεβαίωση του Α. Σ. (εμπόρου) ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Τ.-Τ.. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην άλλων , και όλα ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που νομοτύπως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (αρθρ 176,183 ΚΠοΛΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την απο13-7-2015 αίτησηαναίρεσης της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας με την επωνυμία … ΕΠΕ κατά της 2159/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθήνας Διατάσσει την εισαγωγή του παραβολου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδεςεπτακόσια(2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία