ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αριθμός:  29670/2017

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ Ι’
ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Δημόσια Συνεδρίαση της 9-10-2017

Σύνθεση του Δικαστηρίου: Αναστασία ΠΑΡΟΥΣΗ Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, Ειρήνη ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗ Πλημμελειοδίκης, Αμαρυλλίς ΠΛΑΚΑ Πλημμελειοδίκης, Κωνσταντίνα ΚΟΚΚΟΛΗ Αντιεισαγγελέας Πλημμελειοδικών (διότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών κωλύεται), Αργυρώ ΠΑΝΟΥ Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ________  ________   του ________  (κάτοικος ________  ), -Απών–παρίσταται δια πληρεξουσίου.

Πράξεις: α) Ενδοοικογενειακή επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ’εξακολούθηση ( αρ. 6 §§ 1-2 Ν.3500/2006)
β) Ενδοοικογενειακή απειλή κατ’ εξακολούθηση ( αρ. 7 § 2 Ν.3500/2006)

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριο του, η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορούμενου ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

Στο σημείο αυτό, ο Δικηγόρος Πειραιά Χρηστός ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ του Γεωργίου με AM ΔΣΠ 2517, αφού ζήτησε τον λόγο, δήλωσε ότι, δυνάμει της από 4/9/2017 εξουσιοδοτήσεως, ο κατηγορούμενος διόρισε αυτόν Δικηγόρο για να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το λόγο ότι αυτός αδυνατεί να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την σήμερον.

Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο, πρότεινε να επιτραπεί στον κατηγορούμενο να   εκπροσωπηθεί στην παρούσα δίκη από τον παραπάνω συνήγορο.

Μετά από αυτά το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση την 29670 / 2017 απόφαση που έχει ως εξής:

 

 ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να εκπροσωπηθεί στη δίκη από συνήγορο υπερασπίσεως, τον οποίο διορίζει με δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., με μοναδική προϋπόθεση ότι στην ως άνω δήλωσή του αναφέρει την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του. Στην προκειμένη περίπτωση από την από 4/9/2017 εξουσιοδότηση, η οποία αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, επί της οποίας βεβαιώθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορουμένου, κατ’ άρθρ. 42 παρ. 2 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ. από την υπάλληλο του ΚΕΠ Δ. ________   _______, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος εξουσιοδότησε τον παριστάμενο για λογαριασμό του δικηγόρο, προκειμένου να παρασταθεί για αυτόν στην παρούσα δίκη και να τον εκπροσωπήσει. Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από τον παραπάνω συνήγορο υπερασπίσεώς του, δεδομένου ότι στην ως άνω εξουσιοδότησή του αναφέρεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Επιτρέπει στον κατηγορούμενο ________   ________   του ________  να εκπροσωπηθεί στην παρούσα δίκη από τον συνήγορό του, Δικηγόρο Πειραιά Χρήστο ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ του Γεωργίου .

Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.

Αθήνα,9/10/2017

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Μετά την παραπάνω απόφαση, η Πρόεδρος συνέστησε στον πληρεξούσιο του κατ/νου να προσέξει την εναντίον του πελάτη του κατηγορία καθώς και τη συζήτηση που πρόκειται να διεξαχθεί.

Συγχρόνως τον πληροφόρησε ότι έχει το δικαίωμα να αντιτάξει πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του μετά το τέλος της εξετάσεως του κάθε μάρτυρα καθώς και κατά την έρευνα οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου .

Στη συνέχεια, εμφανίστηκε η ________  ________   του ________  , κάτοικος ________  , οδός ________  αρ. ________  και είπε ότι επιθυμεί να δηλώσει παράστασηπ πολιτικής αγωγής κατά του προαναφερομένου κατ/νου και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει -44- € με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίησή για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Ταυτόχρονα, κατέθεσε το υπ’ αριθμ. 2558095 παράβολο Δημοσίου και δήλωσε ότι διορίζει συνήγορο τον παρόντα Δικηγόρο Δημήτριο ΚΟΥΣΙΟΥΡΗ του Νικολάου με AM ΔΣΑ 021735.

Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε αντίρρηση.

Στο σημείο αυτό, ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε προφορικώς-και κατέθεσε εγγράφωςταυ.ς παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς:

 

ΕΝΩΠΙΟΝ TOY I’ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Του ________   ________  , του ________  και της ________  , κατοίκου ________  , επί της οδού ________  αριθ. ___, ________  , με ΑΔΤ ________  που εκδόθηκε την 04.04.2011 από το Τ.Α. __________

Φέρομαι σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ως κατηγορούμενος για την τέλεση των αξιόποινων πράξεων της ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση (αρθ. 6 παρ. 1-2 ν. 3500/2006) και της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση (αρθ. 7 παρ. 2 ν. 3500/ 2006) κατά της εγκαλούσας κυρίας ________  ________  του ________   και της ________  , κατοίκου ________  ,
επί της οδού ________  αριθ., ________ , με ΑΔΤ ________   εκδόθηκε την 06.09.2017 από το Τ.Α. ________  , με ΑΦΜ ________

Επ’ αυτών επάγομαι τα εξής:

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με την εγκαλούσα τυγχάναμε ζευγάρι στα πλαίσια μιας κατά σχεδόν αποκλειστικό λόγο σεξουαλικής σχέσης, ιδιαίτερα φορτισμένης, εμπλέου παθών και εντάσεων, η οποία συνειδητά και συναινετικά είχε στοιχεία αυτοκαταστροφής, καθώς μεταξύ άλλων έπρεπε προς τη χρήση τοξικών ουσιών, από τις οποίες άλλωστε εν πολλοίς στηριζόταν.

Σημειωτέον, όπως θα εκτεθεί αμέσως κατωτέρω, ότι η σχέση μου με την εγκαλούσα από την πρώτη στιγμή, αρχές του 2013, μόνο ως συμβατική και συνηθισμένη δεν δύναται να χαρακτηριστεί, καθώς εξ υπαρχής και μέχρι του τέλους της, ήταν τουλάχιστον ιδιάζουσα και βέβαια επ’ ουδενί τέτοια που να προσιδιάζει ή να συμπίπτει με τον ορισμό της οικογένειας.

Όσον αφορά, άλλωστε, το τέλος της σχέσης μας με την εγκαλούσα και επ’ αυτού μετά βεβαιότητας δηλώνω ότι αυτά τα τέτοιου είδους χρονικά όρια μπορούν μετά δυσκολίας να τεθούν, καθώς, επίσης όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, ακόμη και μετά τη σε βάρος μου καταννελία από πλευράς ενκαλούσας, την 13.07.2014, λίγες μόνον ημέρες μετά και συγκεκριμένα την 21.07.2014 συνευρεθήκαμε ερωτικά εκ νέου και μάλιστα στο χώρο της επιχείρησής μου και μάλιστα υπό τις συνθήκες και προϋποθέσεις που αμφότεροι συνηθίζαμε, ήτοι συνοδεία ουσιών, αλλά και με τη συμμετοχή και έτερου, σεξουαλικά ενεργού, τρίτου προσώπου.

 

ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ:

Λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (αρ. 20 ΠΚ)
– Η συναίνεση του παθόντος αρ. 308 παρ 2 ΠΚ.

Η συναίνεση του παθόντος είναι ο θεσμός εκείνος του ΠΔ με τον οποίο αίρεται ο άδικος χαρακτήρας μιας πράξης που προσβάλει ορισμένο έννομο αγαθό εφόσον η προσβολή του αγαθού αυτού γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη του φορέα του που έχει την εξουσία να το διαθέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Νομοθετική πηγή του θεσμού της συναίνεσης του παθόντος αποτελεί η διάταξη του αρ. 308 παρ 2 ΠΚ που αίρει το άδικο χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης, εφόσον αυτή γίνεται με τη συναίνεση του παθόντος και με τρόπου που δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.

Ο θεσμός αυτός οφείλει την ύπαρξή του στην έλλειψη συμφέροντος της Πολιτείας να προστατεύσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο αγαθό, εφόσον συμφωνεί στην προσβολή του ο φορέας του, στον οποίο η έννομη τάξη έχει δώσει την εξουσία να το διαθέτει κατά βούληση.

Σε ορισμένα εγκλήματα η συναίνεση του παθόντος έχει ως συνέπεια όχι απλά την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης αλλά τη μη πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Προϋποθέσεις της συναίνεσης του παθόντος
(α) Πρέπει να υπάρχει ικανότητα για συναίνεση.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι σε θέση ο φορέας του εννόμου αγαθού να αντιληφθεί τη σημασία και τις συνέπειες της συναίνεσής του την χρονική στιγμή κατά την οποία προβαίνει σε διάθεση του εννόμου αγαθού του. Κατά τα άλλα δεν ενδιαφέρει αν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα άρα και ένας ανήλικος ή ψυχοπαθής μπορεί να δώσει την έγκυρη συναίνεσή του.

(β) Πρέπει περαιτέρω η συναίνεση να ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση του συναινούντος.

Δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή όταν η συναίνεση είναι αποτέλεσμα βίας, απάτης, απειλής ή όταν δίνεται χάριν αστεϊσμού.

(γ) Πρέπει ακόμη η συναίνεση να υπάρχει αντικειμενικά κατά τον χρόνο της πράξης Δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να γνωρίζει την ύπαρξη της συναίνεσης. Αντικειμενική ύπαρξη συναίνεσης σημαίνει παραίτηση από οποιαδήποτε απαίτηση για εξωτερίκευση αυτής ‘ή πολύ περισσότερο για γνώση της σχετικής εξωτερίκευσης από τον δράστη. Επομένως, η αγνοούμενη συναίνεση αίρει και εδώ τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, σε αντίθεση με τη νομιζόμενη συναίνεση, η οποία αποκλείει, όπως θα δούμε τον καταλογισμό. Η συναίνεση πρέπει να υπάρχει το αργότερο κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.

Συγκεκριμένα και αναφορικά με την επίδικη υπόθεση:

α) Η συνύπαρξή μάς, λοιπόν, με την εγκαλούσα στα πλαίσια της ιδιότυπης σχέσης μας είχε έντονο το στοιχείο του ελευθεριακού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι τόσο αυτοί που μας γνώριζαν και εξακολουθούν να μας γνωρίζουν καλά, όσο και εκείνοι που ενδεχομένως είχαμε βρεθεί μαζί τους περιστασιακά ή έστω και μία μόνο φορά, αντιλαμβάνονταν αμέσως ότι ήταν μια σεξουαλική σχέση ιδιαίτερη και  φορτισμένη, μια σχέση χωρίς όρια και αναστολές, μια σχέση κάθε άλλο παρά’ ρουτίνα, στη διαμόρφωση της οποίας αμφότεροι συμβάλλαμε, καθώς δεν  αποτελούσε μυστικό ότι ήμασταν διαρκώς σε αναζήτηση διαφορετικών σεξουαλικών εκφράσεων, αλλά και εμπλουτισμού των σεξουαλικών εμπειριών μας με έτερα, εξωγενή στοιχεία, αντικείμενα αλλά και πρόσωπα.

Αίφνης, ωστόσο, και για λόγους μέχρι τώρα ειλικρινά άγνωστους σε εμένα,

έλαβα κλήση από το AT ________   προκειμένου αυτό να μου γνωρίσει την πράξη που αφορούσε η εξέτασή μου, ήτοι την με στοιχεία ABM: ΕΒ/ 2014/ 247 (17.07.2014) μήνυση της εγκαλούσας σε βάρος μου, για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18β, 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι, 51, 53, 94 και 98 Ποινικού Κώδικος και άρθρο 6 παρ. 1,2 και 7 παρ. 2 Ν. 3500/2006, σε συνδ. με άρθρο 309, 308 παρ. 1α και333 Π.Κ. για τη δήθεν διάπραξη αξιόποινων πράξεων και συγκεκριμένα αυτές της ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ’ εξακολούθηση (αρθ. 6 παρ. 1-2 ν. 3500/ 2006) και της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’ εξακολούθηση (αρθ. 7 παρ. 2 ν. 3500/ 2006).

Στα πλαίσια, μάλιστα, της διαδικασίας που με πρωτοβουλία της εγκαλούσας έχει ανοίξει, έχει ήδη καταθέσει από την πλευρά της πως τάχα από το καλοκαίρι του 2013 της ασκούσα σωματική βία, κτυπώντας τη με τα χέρια μου, αλλά και με κατσαβίδι σε όλο της το σώμα, επίσης την έκαιγα με τσιγάρα, την απειλούσα με μαχαίρι, την ταπείνωνα βρίζοντάς τη με τον πλέον χυδαίο και σκαιό τρόπο, ενώ όλα τα εν λόγω βίαια ξεσπάσματά μου συνδέονταν με σπάσιμο αντικειμένων και φθορές στο διαμέρισμα που κατά καιρούς διαμέναμε.

Στην ίδια κατάθεσή της, εξάλλου αναφέρεται σε δύο (2) ακόμη περιστατικά βίας, πολύ μεταγενέστερα βέβαια του καλοκαιριού του 2013: ένα περιστατικό, στις 08.03.2014 και έτερο, στις 27.04.2014, με το δεύτερο εξ αυτών μάλιστα να έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή της «την 28-4-2014 , ήτοι την επόμενη ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο ________  «________  », λόγω των έντονων πόνων που εντείνονταν λόγω αιματώματος».

Καταλήγει, δε, στην ίδια κατάθεση, της από 30.01.2015, με τρίτο περιστατικό βίας το οποίο έλαβε τάχα χώρα τρεις μήνες (3) μετά το προηγούμενο, συγκεκριμένα την 13.07.2014, όταν και κατόπιν τάχα «ανηλεούς ξυλοδαρμού» εισήχθη στην ΩΡΑ Κλινική του Νοσοκομείου «________  » ________  , όταν και κατά τα λεγόμενο-της από αυτό το περιστατικό άντλησε τη δύναμη να με καταγγείλει.

Δυστυχώς, τόσο η από 30.01.2015 κατάθεση της εγκαλούσας όσο και αυτή της από 13.07.2014, στερούνται αρκετών επιμέρους και εν τέλει καθοριστικών μάλιστα κατά tic προσφιλείς μας συνήθειες, ήτοι συνοδεία ουσιών (αλκοόλ), αλλά και τρίτου προσώπου. Αυτή μάλιστα δεν ήταν η μοναδική φορά, απλώς για αυτή τη συγκεκριμένη φορά η μαρτυρία του τρίτου – για καλή μου τύχη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν  όσα  φαίνεται να μου καταλογίζει η εγκαλούσα σε αυτή τη φάση της ζωής της – είναι διαθέσιμη, καθ’ όσον εν τελεί έχουμε οδηγηθεί στην αίθουσα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

γ) Μάλιστα, δεν υπάρχει μόνον αυτή η μαρτυρία του τρίτου η οποία θα μπορούσε επιβοηθητικά να λειτουργήσει στη διερεύνηση και αποτύπωση της αλήθειας της υπόθεσης, αλλά και υλικό εικονοσκοπικά καταγεγραμμένο («βίντεο»), ως συνηθίζαμε άλλωστε να κάνουμε με την εγκαλούσα. Προλαβαίνω, δε, ήδη στο σημείο αυτό και επικαλούμαι ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την εφαρμογή του νόμου .2472/ 1997, ΦΕΚ Α’50 10.4.1997, περί την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», όπως αυτός ο τελευταίος μάλιστα πρόσφατα τροποποιήθηκε με τον νόμο. 3471/2006 (ΦΕΚ A 133/2006) περί την “Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του ν.2472/1997”, και, δη, του άρθρου 22 του νόμου 2472/1997, από τον συνδυασμό των διατάξεων του οποίου προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του νωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο η νωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.

Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του Ν 2472/1997 «προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» εφαρμόζονται, όπως σαφώς συνάγεται, ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 22 παρ. 4 και 6, στην επεξεργασία (συλλογή, καταχώρηση, οργάνωση, διατήρηση ή αποθήκευση, χρήση, διάδοση κ.λπ.) δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (στα οποία περιλαμβάνονται, χαρακτηριζόμενα “ως ευαίσθητα” και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες), τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληρθούν σε αρχείο. “. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων -.προσωπικού χαρακτήρα – τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Όμως, η παραπάνω προϋπόθεση (για τη νομιμότητα) της επεξεργασίας και οι συνέπειες που η παραβίαση της επισύρει κατά τα άρθρα 13 (δικαίωμα αντίρρησης του υποκειμένου), 14 (δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας)  (διοικητικές κυρώσεις), 22 παρ. 6, 7 και 8 (ποινικές κυρώσεις) και 23 (αστικήν s ευθύνη) δεν εφαρμόζεται σε κάθε δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα ανεξαίρετα, αλλά μόνο σε εκείνα που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμονής του ν. 2472/1997, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 3. Σύμφωνα δε με την πρώτη παράγραφο του παραπάνω άρθρου, “οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο”. Η έννοια του «αρχείου» αποσαφηνίζεται, δε, στην Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24.10.1995 (ΕπΕφημΕυρΚοινοτ 23.11.1995 αριθ. L 281/31), η οποία αφενός μεν αποτελεί τη ratio της ψήφισης του ν. 2472/1997 (βλ. άρθρο 32 της Οδηγίας), αφετέρου δε το περιεχόμενο της είναι δεσμευτικό νια την ελληνική έννομη τάξη.

Επίσης, η επίκληση και η προσαγωγή του ενώπιον δικαστηρίου ως αποδεικτικού μέσου από τρίτο πρόσωπο ΔΕΝ συνιστά «επεξεργασία» κατά την έννοια του άρθρου 2 περ.  του ίδιου νόμου, αφού γίνεται «χρήση» των πληροφοριών που υπάρχουν καταγεγραμμένες σ αυτό. Ωστόσο και η «χρήση» αυτή, και αν ακόμη γίνει χωρίς τη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, είναι νόμιμη και δεν παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997, διότι δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, όπως οριοθετήθηκε παραπάνω. Και τούτο διότι η «επεξεργασία» του δεν είναι αυτοματοποιημένη και συνεπώς τότε μόνον θα εφαρμόζονταν οι διατάζεις του ν. 2472/1997, όταν θα περιλαμβανόταν ή προοριζόταν να περιληφθεί σε αρχείο «διαρθρωμένο» σύμφωνα με ειδικά όσον αφορά τα πρόσωπα κριτήρια, ώστε να είναι ευχερής η πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Ειδικότερα:

Περί του ότι η συγκεκριμένη χρήση του επίδικου βίντεο δεν εμπίπτει στην έννοια των «δεδομένων» του Ν. 2472/1997 καθώς δεν πληρείται η αντικειμενική προϋπόθεση του «αρχείου» αφού πρόκειται για πληροφορίες και δη αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου χωρίς να ερευνήσω κάποιο αρχείο7″αλλα”στην πραγματικότητα ιδία βουλήσει από πλευράς αντιδίκουτ καθώς συχνά και μόνη της ακόμη, βιντεοσκοπούσε τις συνευρέσεις μας, χωρίς να με έχει εημερώσει εκ των προτέρων, διότι η συναίνεσή μου επ’ αυτού ήταν ΔΕΔΟΜΕΝΗ. Εν προκειμένω, συνέβη το αντίστοιχο από τη δική μου πλευρά, καθώς στο χώρο στριχείων, η αποσιώπηση των οποίων παραλλάσσει εντελώς τόσο το περιεχόμενό, όσο και την ίδια την πραγματικότητα της σχέσης που διατηρούσαμε μεταξύ μας, μιας σχέσης που, όπως σημειώθηκε ήδη, ήταν φορτισμένη, γεμάτη πάθη, εντάσεις και εν τέλει συνειδητά αυτοκαταστροφική, με χρήση τοξικών ουσιών. Άλλωστε, αυτά που έκανα με την εγκαλούσα δεν είχαν ούτε όριο ούτε αναστολές. Και όσο και εάν αυτά ακούγονται θεωρητικά και γενικόλογα, η αλήθεια είναι ότι ακόμη και την ημέρα που «αποφάσισε» να καταθέσει στο AT ________  , ενώπιον του Αστυφύλακα ________  ________  , ώρα 14:00, τα όσα «φριχτά» επέφερα στο σώμα της επί ένα χρόνο, η ίδια η εγκαλούσα στην ίδια κατάθεση και στο ερώτημα, «που πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η συμπεριφορά του πρώην συντρόφου σας ; », απάντησε – ασύνειδα προφανώς, αλλά όλως ειλικρινώς – με διάθεση σχεδόν να με απαλλάξει από το κατηγορητήριο που μόλις είχε συνταχθεί σε βάρος μου εξαιτίας της, δηλώνοντας ότι «πιστεύω ότι ο κύριος λόγος της όλης αυτής συμπεριφοράς, οφείλεται στο ότι δεν τα βρίσκαμε στον σεξουαλικό τομέα, αλλά και κάποιων ουσιών τις οποίες έπαιρνε προκαλώντας του αυτή την έντονη επιθετικότητα».

Είναι, δε, αποκαλυπτική η απάντηση της ενκαλούσας διότι ξέρει και η ίδια πολύ καλά ότι, όπως πολλάκις έχω ήδη αναφέρει αλλά και θα επιμείνω να αναφέρω συνεχώς, η σχέση μας εν γένει, πολλώ, δε, μάλλον, η ερωτική μας ζωή κάθε άλλο παρά θέμα ρουτίνας ήταν και αμφότεροι συμβάλλαμε διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν ήταν μόνο η αναζήτηση διαφορετικών σεξουαλικών εκφράσεων μεταξύ μας, αλλά και ο εμπλουτισμός της σχέσης αυτής με έτερα εξωγενή στοιχεία και πρόσωπα.

Τα  βοηθήματα» στις συνευρέσεις μας με την εγκαλούσα δεν ήταν μόνο τα κοινώς αποδεκτά ή τα ως τέτοια εξ ορισμού χαρακτηρισμένα, αλλά καθετί που προς στιγμή, εντελώς παρορμητικά και απροκάλυπτα, θεωρούσαμε ότι έπρεπε να ενταχθεί στο «παιχνίδι ρόλων» που από κοινού επιλέγαμε κάθε φορά. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και τα τσιγάρα, ακόμη και εργαλεία δουλειάς, οικιακά αντικείμενα κάθε χρήσης είχαν θέση και ρόλο στα καθ’ ημάς ερωτικά δρώμενα.

Όσο για τις «ουσίες» στις οποίες έτσι γενικώς και αορίστως γίνεται αναφορά από πλευράς εγκαλούσας, γνωρίζουμε αμφότεροι, η εγκαλούσα και εγώ, ότι και αυτό το «μαύρο» κομμάτι της ζωής μας, δεν μπορούσε παρά να είναι παρόν και στη σχέση μας’ όταν μάλιστα – και πάλι αμφότεροι ήμασταν επιρρεπείς σε αυτές, αλλά και συναινούσαμε στην ένταξη τους στις ερωτικές μας συνήθειες. Εξάλλου, η συμπόρευσή μας και σε αυτή την πραγματικότητα, την παραλλαγμένη, την εικονική, την εθισμένη εξηγεί για ποιον – επιπλέον – λόγο ήμασταν μαζί

β) Φτάνω, δε, και στο έτερο θέμα, δηλαδή να παρουσιάσω και να εκθέσω εκτιθέμενος και ο ίδιος – με το παρόν σημείωμα αυτοτελών ισχυρισμών, τη συμμέτοχη και άλλων προσώπων, τρίτων, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά και ενεργά στην ερωτική σχέση me ενκαλούσας και εμού. Και τούτο, διότι με υποχρεώνει τόσο η επιλεκτική και κατά τούτο «βολική» μνήμη της, αλλά και άρνησή της να αποδεχθεί την πραγματικότητα· ωστόσο σε κάθε περίπτωση και προκειμένου να αποκαταστήσω την αλήθεια της σχέσης μου με την εγκαλούσα, οφείλω και την πραγματικότητα να καταγράψω, καθιστώντας σαφές στο Δικαστήριό Σας ότι τίποτε πλέον δεν θα μένει αναπάντητο.

Τον κύκλο, λοιπόν, αυτών των τρίτων προσώπων στην ιδιαίτερη αυτή σχέση που διατηρούσα με την εγκαλούσα, τον διευρύναμε από κοινού, γεγονός διόλου δύσκολο, καθώς αμφότεροι ήμασταν σύμφωνοι σε αυτή τη διαδικασία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω πλέον έχει καταστεί και σχετικά εύκολη, με την πληθώρα σχετικών ηλεκτρονικών και όχι μόνο γραφείων και αντίστοιχων υπηρεσιών, όπου προστρέχαμε πολύ συχνά, καθώς αναζητούσαμε να επεκτείνουμε διαρκώς τα όριά μας (βλ. http://www.protothema.gr/life-stvle/article/615983/sumvainoun-dipia-sou- tora/: Swinging: Πώς τα sex parties έγιναν η νέα διασκέδαση, http://Popaganda.gr/ena-vradi-sta-klab-antailagis-erotikon-sintrofon-tis-athinas/: Ένα βράδυ στα κλαμπ ανταλλαγής συντρόφων της Αθήνας. Μπήκαμε στα τρία Swingers Club της πρωτεύουσας και αναμεταδίδουμε τη νέα σεξουαλική τάση της πόλης, http://provQcateur.gr/archive/1194/swinging-couples-ndash-ta-party- antallaghs-syntrofwn-sthn-athhna-einai-se-ailh-diastash: Swinging couples – Τα party ανταλλαγής συντρόφων στην Αθήνα είναι σε άλλη διάσταση, http://www.athensmagazine.qr/arttcle/news/282753-swingers-avto-einai-to-club- orgiwn -2-2-poy-e ka nan-ntov-oi-astvnomikoi-ston-peiraia-apokalyptikes-fwtografies: Swingers: Αυτό είναι το club οργίων 2+2 που έκαναν ντου οι αστυνομικοί στον Πειραιά).

Όπως, άλλωστε, προκύπτει από την ήδη ως άνω αναφερθείσα 30.01.2015 ανωμοτί έκθεση εξέτασης που η εγκαλούσα έδωσε στον αρχιφύλακα, φέρεται να έλαβαν χώρα τρία περιστατικά βίας τα οποία επισυνέβησαν κατά τα λεγάμενα της εγκαλούσας την 08.03.2014, την 27.04.2014 και την 13.07.2014. Με αφορμή, δε, το τελευταίο περιστατικό της 13.07.2014 “άντλησε τη δύναμη” η εγκαλούσα να με καταγγεί. Κάπου εδώ, όμως,είναι που επέλεξε να αποσιωπήσει – εξ ου και η αναφορά μου σε επιλεκτική και βολική κατά τούτο μνήμη που φαίνεται να χαρακτηρίζει και να διατρέχει το σύνολο της εν λόγω κατάθεσης – ότι λίγες μόνον ημέρες μετά, ήτοι 21.07.2014, συνευρεθήκαμε εκ νέου ερωτικά και εργασίας μου, στο χώρο της επιχείρησής μου ήταν γνωστό ΚΑΙ στην εγκαλούσα, ότι α εσωτερικό κύκλωμα καταγραφής και συχνά μόνη της επεδίωκε να με ϊλέσει ερωτικά και στον εν λόγω χώρο. Συνεπώς , λεκτέα τα εξής:

Ο νόμος 2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, προβλέπει κατά το άρθρο 3 παρ.1, ότι οι διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται στην εν όλω η εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 «όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται ………. ».

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του νωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αργείο, γιατί ελλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από την διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει νίνει τέτοια επέμβαση και ο Φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικούς το εν λόγω έγκλημα (ΑΠ 2079/2007, ΑΠ 1381/2009, ΑΠ 2053/2010).

Περαιτέρω όπως έχει παγίως κριθεί, η «χρήση» αυτή (ήτοι η προσκόμιση στο Δικαστήριο), και αν ακόμη γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2472/1997, διότι  συνιστά μη αυτοματοποιημένη «επεξεργασία», ενώ ουδαμόθεν με βάση τα όσα αναφέρονται στην κρινόμενη έγκληση και στο κατηγορητήριο δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω υλικό συνιστά «αρχείο» και με τη χρήση αυτήν που έκανα, ήτοι την προσκόμιση στο δικαστήριο (που δενσυνάγεται κανείς σκοπός μου ως ευνόητο περί μελλοντικής περιλήψεως τους σε “αρχείο”, ούτε άλλωστε υπάρχει τέτοια κατηγορία και τετοιος ισχυρισμός. Πλην, όμως, τότε μόνον θα  εφαρμόζονταν και γι’ αυτό οι διατάξεις του ν. 2472/ 1997, όταν θα περιλαμβανόταν ήί προοριζόταν να περιλήφθη σε αρχείο «διαρθρωμένο σύμφωνο με ειδικά, όσον αφορά τα πρόσωπα, κριτήρια, ώστε να είναι ευχερής η πρόσβαση στο εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα».

ΙΙ) Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο δημιουργούμενος για τον δικαστή φάκελος της δικογραφίας, μέρος της οποίας πρόκειται να αποτελέσει το ένδικο έγγραφο και στην παρούσα περίπτωση οι επίδικες φωτογραφίες, δεν συνιστά «αρχείο», εφόσον ένας τέτοιος φάκελος, πρώτον, δεν είναι διαρθρωμένος σύμφωνα με ειδικά κριτήρια, ώστε τα «δεδομένα» του να είναι προσιτά με γνώμονα τα κριτήρια αυτά και, δεύτερον, συγκροτείται και διατηρείται ευκαιριακά ενόψει της δίκης και δεν «τηρείται» από το Δημόσιο με κάποια μονιμότητα, όπως αξιώνει το άρθρο 2 περ. ζ’ ν. 2472/1997.

δ) Επικουρικά και περί αναγκαιότητας του εν λόγω εικονοσκοπικά καταγεγραμμένου υλικού για την προσκόμισή του και για την υπεράσπισή μου ενώπιον του Δικαστηρίου Σας:

Επίσης στο κεφάλαιο Β του εν λόγω νόμου, που περιγράφεται Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με το άρθρο 7 ορίζονται τα εξής: “Επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων.

  1. Απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων.
  2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεση του, εκτός αν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή ο νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση, β)Η επεξεργασίαα είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωικού συμφέροντος του υποκειμένου ή προβλεπόμενου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεση του ν) η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση η υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου, […] ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος…»

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε «Αρχείο», (προϋπόθεση που ως ανωτέρω αναλύθηκε δεν συντρέχει στην επίδικη υπόθεση) ως τέτοιο δε, θεωρείται το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο «επεξεργασίας» και τηρούνται ή από το Δημόσιο ή από ενώσεις προσώπων ή φυσικά πρόσωπα, β) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ενώ ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται κάθε πληροφορία που αναφέρονται στο υποκείμενο των δεδομένων και ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή.

Ετσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, νωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίο να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που εττενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αργείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης, όπως επίσης συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.

Πέραν τούτου, ως ανωτέρω ρητώς αναφέρθηκε και αναλύθηκε δεν πληρούται ουδέ η προϋπόθεση της επεξεργασίας, αφού πρόκειται νια απλή χρήση ενώπιον Δικαστηρίου, ήτοι για μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία η οποία εξαντλείται στην προσκόμιση ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς την απαραίτητη προϋπόθεση της τήρησης ή μελλοντικής τήρησης αρχείου αφού ο φάκελος της δικογραφίας δεν αποτελεί αρχείο.

ε) Εκτός των ανωτέρω και στην απίθανη περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριό Σας ότι πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του εν λόγω Νόμου επικουρικώς ισχυρίζομαι ότι, σύμφωνα με τα όσα ρητώς ορίζονται στην παράγραφο 2-γ του άρθρου 7 του εν λόγω Νόμου, καθώς είχα κάθε δικαίωμα να προσκομίσω το εν λόγω υλικό, αφού αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να στηρίξω τους ισχυρισμούς μου, να περιφρουρήσω τα δικαιώματά μου και να διαφυλάξω την  αλήθεια, μαζί και την αξιοπρέπειά μου.

Επειδή περαιτέρω προβάλλω και την ένσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατ’ άρθρο 367 παρ.1 εδ.γ Π.Κ., αφού σε ουδεμία εξύβριση κατά της αντιδίκου έχω προβεί αλλά λειτούργησα, όπως προαναφέρθηκε, με γνώμονα το συμφέρον όχι μόνον το δικό μου, αλλά εν τέλει μέχρι τώρα κυρίως της εγκαλούσας.

Επειδή, ήδη έχω επιδώσει την υπ’ αριθ …../… 2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Κοπανά Εξώδικη Δήλωση- Πρόσκλησή μου κατά της εγκαλούσας.

Επειδή ουδεμία παράνομη πράξη έχω κάνει.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΩ

Την πλήρη απαλλαγή μου για τους ανωτέρω λόγους.

Μετά τιμής
Πειραιάς, 9/10/2017

 

Στη συνέχεια, προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 2/10/2017 Εξώδικη Δήλωση-Πρόσκληση του κατηηγορούμενου  προς την  πολιτικώς ενάγουσα με τη σχετική έκθεση επιδόσεως, η οποία και αναγνωρίστηκε από  την Πρόεδρο.

Η  Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο, απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία και πρόσθεσε ότι, προς υποστήριξη της κατηγορίας, έχει κλητεύσει τους μάρτυρες κατηγορίας, τους αναγραφόμενους κάτω από το κατηγορητήριο, τα ονόματα των οποίων εκφώνησε η Πρόεδρος και οι οποίοι βρέθηκαν παρόντες.

Η Πρόεδρος κατόπιν ζήτησε από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο του κατηγορουμένου γενικές πληροφορίες σχετικές με την πράξη για την οποία κατηγορείται. Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος του κατηγορουμένου έδωσε τις πληροφορίες που του ζητήθηκαν.

Στη συνέχεια, αφού αποχώρησαν από το ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 350 του ΚΠΔ, οι λοιποί μάρτυρες, προσήλθε η 1η μάρτυρας η οποία, σε σχετικές ερωτήσεις της Προέδρου, αποκρίθηκε ότι ονομάζεται ________  ________   του ________  , γεννηθείσα το 1990 στους ________  , κάτοικος ________  , οδός _____ αρ. __ , Ελληνίδα και Χριστιανή Ορθόδοξη, γνωρίζει τον κατηγορούμενο και δε συγγενεύει με αυτόν. Επομένως, εξετάσθηκε, χωρίς να ορκιστεί, λόγω της ιδιότητάς της πολιτικώς ενάγουσας, και εξεταζόμενη κατέθεσε :

“Δεν έχω συναινέσει σε καμία βιντεοσκόπηση. Είχαμε σχέση από τον 8ο του 2012. Συζούσαμε. Αρχικά μέναμε με τη μητέρα του και μετά μεταφερθήκαμε στην ________  . Οι καυγάδες άρχισαν μετά από έναν χρόνο. Άρχισε να απειλεί ότι ϋα σκοτώσει εμένα, τους γονείς μου και ότι θα αυτοκτονήσει μετά. Η χειροδικία ξεκίνησε από τότε που μέναμε στην μητέρα του. Νόμιζα ότι ϋα αλλάξει. Ο δεσμός μας κράτησε δύο χρόνια. Οι καυγάδες ξεκινούσαν από το τίποτα. Ήξερα ότι ήταν χρήστης. Είχα υπόνοιες, αλλά μου έλεγε ότι δεν είναι. Άρχισε να με εκφοβίζει και να σπάει πράγματα. Με χτύπαγε και με τρομοκρατούσε. Έσβηνε τα τσιγάρα πάνω μου. Είχε ένα κατσαβίδι και με τραυμάτισε. Έχω ακόμα την ουλή. Δεν ήταν εύκολο να φύγω. Με είχε συνέχεια μαζί του. Με κλείδωνε στο σπίτι. Με έπαιρνε στην εταιρεία μαζί του. Τον Απρίλιο του 2014, μου έσπασε το δάχτυλο και πίστευε ότι πόναγα στα ψέματα. Με πήγε στο νοσοκομείο μετά από δύο ημέρες. Κάθε μέρα μου έριχνε ξύλο. Μου παραμόρφωσε τα αυ­τιά μου και μου έβγαζε το αίμα με σύριγγα για να μην πάω να κάνω κάποια επέμβαση που χρειαζόταν. Στις 27 Απριλίου με πήγε στο _______   αφού μου είχε δώσει μπουνιά και αιμορραγούσε το κάτω χείλος μου.

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.