ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 1895/2017

(αρ. κατ. κλήσης: 14132/8048/2015)
(αρ.κατ. αγωγής: 903/2012)

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αντιγόνη – Καλλιόπη Αδάμ, Πρωτοδίκη, την οπαία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από τη Γραμματέα Χρυσούλα ΣΑΧΙΝΙ.

Συνεδρίασε δημόσιο στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 11 Οκτωβρίου 2016, γιο. να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) _________  ________ , 2) __________  __________ και 3) ________  ________, άπαντων κατοίκων __________, οδός _______  ___, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Ευθυμίου ΓΩΓΗ.

ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) __________  __________  του __________   κατοίκου __________  , οδός __________  __ υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου να προσώπου της εταιρείας μρ την επωνυμία «__________  ΕΠΕ» ο οποίος παρασχέθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη και 2) __________  συζ. __________  __________  , κατοίκου __________  , οδός __________  αρ. __, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία «__________  EΠΕ», η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου Δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 04/10/2012 αγωγή τους, που κατατέθηκε σιη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 7903/2012, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 5280/2013 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που διέταξε την αναβολή της συζήτησης της αγωγής μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης απόφασης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο επί της αναφερόμενης στο σκεπτικά της απόφασης αυτής ποινικής δίωξης. Ήδη, οι ενάγοντας, με την, από 29.12.2015, κλήση τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης 14132/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8048/2015, προσδιορίσθηκε αρχικό για τη δικάσιμο της 29.02.2016, κατόπιν 6ε νομίμου αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, επαναφέρουν προς συζήτηση την ανωτέρω αγωγή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να  γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές και στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ
ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως επαναφέρει προς συζήτηση, με την, από 29.12.3015, με γενικό αριθμό κατάθεσης 14132/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8048/2015 κλήση των εναγόντων, η κρινόμενη, από 04.10.2012, αγωγή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 7903/2012, επί της οποίας εκδόθηκε η, μι· αριθμό 5280/201.3, μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που διέταζε την αναβολή της συζήτησης της αγωγής, μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης απόφασης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο επί της αναφερόμενης στο σκεπτικό της απόφασης αυτής ποινικής δίωξης. Ήδη οτ ενάγοντες προσκομίζουν την υπ΄ αριθ. 291,321/02.03.2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε επί της εν λόγω ποινικής δίωξης με κατηγορούμενους τους εναγόμενους, καθώς και την, από 15.04.2015, βεβαίωση περί καταχώρισης αυτής, καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του Ν. 969/1379, στις 15,04.2015 και το υπ’ αριθ. πρωί. 893/30.11.2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, περί μη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής, εκ των οποίων προκύπτει το αμετάκλητο της ποινικής απόφασης, μέχρι το οποίο διατάχθηκε η αναβολή συζήτησης της κρινόμενης αγωγής.

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου του α.ν 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ΄ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών  ή υπαλλήλων», όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το β.δ της 24-7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ„ α’ EισNAK), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή οε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του αυτού 6.5/τος, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγόμενου αποκλειστικώς σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δε θα συνέβαινε αν δεν υπήρχα η σχέση παροχής των υπηρεσιών και η υπό συγκεκριμένες περιστάσεις προσφορά τους (ΟλΑΙΙ 1287/1986 ΕΕργΔ 4673, Α Π 1616/2003 ΕΕργΔ 2004,623, ΛΠ 275/1991 ΕΕργΔ 52,163). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 290, 914, 932 ΑΚ, 1 και 1θ του ον. 551/1910, προκύπτει άτι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας- Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση που συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 1 του α.ν 551/1915, αλλά και όταν 10 ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων, σι οποίοι επιβάλλονται οπό την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και οι οπαίοι δεν προβλέπονται οπό ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 324/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 7/2006 Αρμ 2000,266, Εφθεσ 2267/2003 Αρμ 2003,1292). Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρoυ 71 ΑΚ. το νομικό πρόσωπο ευθύνεται οπό τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη Βούλησή του, εφόασν η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των ανατιθεμένων σ’ αυτά καθηκόντων κατ παράγει υιιαχρέωοη προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου  του νομικού προσώπου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για αυτόν που προβαίνει στην πράξη ή παράλειψη, ευθύνεται και αυτός οε ολόκληρο μη το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη αυτής του νομικού προσώπου (ΑΠ 29/2006 ΝΟΜΟΣ, AΠ 25/2000 Δνη 2000,713, ΕφΠειρ 633/2011 AEG 201Ξ. 130, ΕφΛ& 8200/2005 Δνη 2007r 1471. ΕφΑθ 520/2005 Νο0 2005,1 G2 2, ΕφΑθ Ξ525/20Ω4 Δνη 2005,500, ΕφΑΘ 6286/2000 Δνη 2001.202, ΕφβίΟ 544/2005 ΝΌΜΟΣ, ΕφΘβο 35/2005 Λ ΕΚ 2005,005, Εψθεο 1850/2003 ΕΕμπΛ 2004,324). Εξάλλου, η ευθύνη των εκπροσώπων νομικού προσώπου, όπως είναι ο διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, είναι η ίδια όπως και κάθε άλλου, ο oποίos θα διέπραττε μια αδικοπραξία, που σημαίνει ότι είναι δυνατόν να διαταχθεί σε βάρος του και προσωπική κράτηση, σύμφωνο με το άρθρα 1047 nap. I εΰ. 0 ΚΠολΔ, εφόσον είναι και «ο δράστης του αδικήματος», δηλαδή το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο που τέλεσε την δημιουργούσα υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία. Για την απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω της αδικοπραξίας, δεν απορρέει κώλυμα από τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 2462/1997, με το οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεδομένου ότι τούτο αναφέρεται μόνο στην παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και συνδέεται με την εμπορική ιδιότητα του προσώπου οπότε δεν έχει εφαρμογή για υποχρέωση από αδικοπραξία (ΑΠ 1180/2004 Δνη 2007,463, ΕφΑθ S260/2005 π.π., ΕφΑθ 470/199S ΔΕΕ 1998,383, Εφθώ 2123/2006 Αρμ 2007,62, Εφθεο 1859/2003 ΕΕμιιΔ 2004,324). με αποτέλεσμα ο από αδικοπραξία υπόχρεος, που φέρει και την ιδιότητα του εμπόρου,  να μην μπορεί ως εναγόμενος, να προβάλει νομίμως την ένσταση ότι η μη εκπλήρωση της συμβατικής και ταυτόχρονα εμπορικής του υποχρέωσης οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία (ΟλΑΠ 23/2005 Δνη 2005,718, ΑΠ 1147/2004 Δνη 2005,114). Η επιβολή της προσωπικής κράτησης, όταν υπόκειται υποχρέωση από αδικοπραξία, είναι  δυνητική και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη του διάφορα κριτήρια, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα τηs πράξεως και τις συνέπειες της,  το πταίσμα του εναγόμενου, τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντας τη φερεγγυότητα του υπόχρεου την απόκρυψή περιουσιακών στοιχείων του, τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 133/2001 Δνη 2001,699. ΕφΑΘ 5661/2003 Δνη 2004 »ΰ3ΰ, ΕφΑθ 4185/2002 Δνη 2003,214, ΕφΘεσ 35/2005 ΔΕΕ 2005,695).

ΙΙ. Από to συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 16§2 και 663 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το μονομελές Ειρηνοδικείο είναι αρμόδιο (εφόσον λόγω ποσού δεν είναι αρμόδιο το ειρηνοδικείο), να δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ,. κάθε διαφορά από σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κότα νόμο δικαιούμενων εκ της παροχής εργασίας η εξ αφορμής αυτής, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προ κλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή από αδικαιολόγητα πλουτισμό. Το μονομελές πρωταδικείο δικάζει, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και τις διαφορές από εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 37 ταυ ΕισΝΚΠολΔ, μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 551/1916, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ. Ομοίως, κατά την ορθότερη και ιηκιτουπα στη νομολογία άποψη υπάγεται στην καθ ύλην αρμοδιότητα ταυ μονομελούς πρωτοδικείου και εκδικάζετπι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και η αξίωοη για χρηματική ικανοποίση λόγω ηθικής βλάβης εργατικό ατύχημα ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των υπ’ αυτού προστηθέντων και αποδίδεται σ’ αυτόν η στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος αυτού και το αξιούμενο ποπό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας (ΟλΑΠ 433/1968 AΠ 1530/2004). Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε α) στο ανεπιεικές αποτέλεσμα, όπως επί αδικοπραξίας σε βάρος μισθωτού από συνάδελφο του, που ενεργούσε ως προστηθείς του κοινού εργοδότη, να μην μπορεί να ασκηθεί κοινή αγωγή συγχρόνως κατά του εργοδότη και του προσκτηθέντος και β) στη διάσπαση του ενιαίου βιοτικού συμβάντος και στη δημιουργία κινδύνου έκδοσης αντιφατικών κατ oυσίαv αποφάσεων. Τρίτοι, όμως, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη ή το μίσθωτο, χωρίς vα μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία και έτσι, αν το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερα από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, αρμόδιο προς εκδίκαση της σχετικής αγωγής είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δίκαζαν κατά την τακτική διαδικασία.

IΙΙ.  Εξάλλου κατά το άρθρο 25 του ΑΚ οι ενοχές από τη σύμβαση ρυθμίζονται από  το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη και, αν δεν ορίστηκε τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαια που αρμόζει από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, Η παρεχόμενη στα μέρη εξουσία από το ως άνω άρθρο 25 ΑΚ να ορίζουν το δίκαιο που θα ρυθμίζει τις ενοχές από σύμβαση, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πνεύμα της συμβάσεως της Ρώμης του έτους 1980, για τα εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και αποτελεί από 1.4.1991. εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με την ισχύ που δίνει αυτό το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος και με την οποία ρυθμίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Με τη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης  αυτής τίθεται ο γενικός κανόνας, ότι στις συμβατικές ενοχές εφαρμόζεται κατ αρχήν το δίκαιο πoυ επέλεξαν ελεύθερα τα συμβαλλόμενα μέρη. Το δίκαιο αυτό μπορεί να είναι οποιοδήποτε, ακόμα και δίκαιο που δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση τους, κατά δε το άρθρο 2 αυτής, που αναφέρεται στον οικουμενικό χαρακτήρα της σύμβασης, «το καθοριζόμενα από την παρούσα σύμβαση δίκαιο εφαρμόζεται «κύμα και αν πρόκειται για δίκαιο μη συμβαλλόμενου κράτους» δηλαδή το δίκαιο μου υποδεικνύει η σύμβαση εφαρμόζεται έστω και αν είναι δίκαιο κράτους που δεν έχει συμβληθεί, ή χώρας η οποία δεν είναι μέλος της ΕΕ και μάλιστα χωρίς καμία προϋπόθεση αμοιβαιότητας, Η αυτονομία αυτή των συμβαλλόμενων όπως καθιερώνεται, από τη Σύμβαση, υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων θ§3,7§Ξ,ϋ§2 και 0 $ αυτής από τις οποίες οι δύο πρώτες αφορούν γενικό τους κανόνες δημόσιας τάξης του δικαίου που παρουσιάζει το στενότερο σύνδεσμο προς τη σύμβαση και του δικαίου του FORUM, ενώ οι δύο  τελευταίες αφορούν ειδικούς κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης ή κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που σχετίζονται με τις συμβάσεις των καταναλωτών και τις συμβάσεις εργασίας. Όλες οι παραπάνω διατάζεις περικλείουν κανόνες αναγκαστικού δικαίου που περιορίζουν, υπό προϋποθέσεις, την αρχή της αυτονομίας των συμβαλλόμενων, όταν το δίκαιο που έχει επιλεγεί από τα συμβαλλόμενο μέρη έρχεται σε αντίθεση μαζί τους. Ειδικότερα, με το άρθρο 6 αυτής, που ρυθμίζει ειδικά την ατομική σύμβαση εργασίας, ορίζεται ότι «1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3, στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλόμενους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει το εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή. 2. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεων και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται: α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης..,, ή β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργαοία του σε μία μόνο χώρα, οπό το δίκαιο της χώρας που βρίσκεται η εγκατάσταση παυ τον προσέλαβε, εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας ουνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας. Με την παράγραφο 2 δε του άρθρου 7 ορίζεται συναφώς με τα παραπάνω, ότι «οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν μπορούν να θίξουν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου της χώρας χου δικάζοντας δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση, ανεξάρτητα αιιά το εφαρμοστέα στη σύμβαση δίκαιο». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν έγκυρα δίκαιο,, που θα διέπει τη σύμβαση εργασίας, επιτρέπεται η εφαρμογή αυτού, εφόσον αυτό εξασφαλίζει στον εργαζόμενο τουλάχιστον ίση προστασία και το ανέχονται οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus congens) ενός (διαζευκτικά) από τα ακόλουθα δίκαια, που τείνουν στην προστασία αυτού και την οποία αυτός δεν μπορεί να στερηθεί, μεταξύ των οποίων είναι πρωταρχικά, το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης (βλ. Α1Ί δθ1/£θΟΙ ΕΝΑ 29, 383 ΑΠ 541/Ξ001 ΕΝΔ Ξθ, 286) αλλά και το δίκαιο του δικάζοντας δικαστή (FORUM) κατ’ άρθρο 7 § £ της εν λόγω Διεθνούς Συμβάσεως. Εν προκειμένω πρόκειται για τους λεγάμενους «κανόνες αμέσου εφαρμογής» του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωοη ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαια.

Ποιοι Είναι οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου ορίζεται στο άρθρο 3 § 3 της Σύμβασης αυτής, δηλαδή εκείνοι από τους οποίους δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν οι συμβαλλόμενοι με ιδιωτική συμφωνία. Τέτοιοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου είναι εκείνοι που η ίδια η Ιίολιτεία θεσπίζει για λόγους κοινωνικοοικονομικούς (ΟλΑΠ 47/1987, ΕΝΔ 15,385, ΑΓ1 561/2001 ΕΝΔ 29,283, Ζωή Παπαοιώπη Παοιά: Η κοινοτική σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοοτέο δίκαιο οτις συμβατικές ενοχές, όπως ισχύει στην Ελλάδα σελ. 16 17, 27, 50, 52, 61, 62, Αναυτ. Γραμματικάκη Αλεξίου: Το εφαρμοστέο δίκαιο στην ατομική σύμβαση εργασίας κατά την κοινοτική σύμβαση ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του 1980, σελ. 28, 31, 32, 37,41, 5052, 62, 63, 80- 81, 1 10, 11 1112, Σπυρ, Βρέλλης ΙΙροβλήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στη σύμβαση εργασίας σελ. 23’24, 33, 34, 44-45, 52-53). Οσον αφορά το Ελληνικό δίκαιο στους «κανόνες αναγκαστικού δικαίου» και «αμέσου εφαρμογής» περιλαμβάνεται και ο Ν. 551/1915 που παρέχει αποζημίωση στον μισθωτό ή σε περίπτωση θανάτου του στους συγγενείς του λόγω εργατικού ατυχήματος κατά τη διάρκεια της εργασίας του και εζ αφορμής αυτής (πρΒλ. ΕφΠειρ 77/2006 ΠειρΝομ 2006.195, ΕφΠειρ 299/98 ΕΝΔ 26. 391). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25, 26 του ΑΚ, 1, 2, 3 ειι. της ως άνω ΣυμΒάοεως της Ρώμης, 914 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915, προκύπτει ότι η ευθύνη από εργατικό ατύχημα, που είναι διαφορετική και δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία, έχει δε ως προϋπόθεση, όπως ήδη σημειώθηκε, ότι τα Βίαιο συμβάν, το οποίο αποτελεί τον πυρήνα της έννοιας του ως άνω ατυχήματος, πραγματοποιείται κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εργασία, δεν ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, αλλά από το δίκαιο που διέπει τις ενοχές από σύμβαση και ειδικότερα τη σύμβαση χερσαίας ή ναυτικής εργασίας και συγκεκριμένα εκείνο που καθορίζεται από το άρθρο 25 του ΑΚ ή (μετά την 141-1991) από τις διατάξεις της παραπάνω Συμβάσεως Ρώμης (βλ, ΛΠ 1078/96 ΕΝΔ 27,1  ΑΠ 1023/96 ΕλΔνη 39.838).

Εν προσμένω με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι οι εναγόμενοι, υπό την ιδιότητά τους ως καταστατικά όργανα, νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας «______ ΕΠΕ» για την οποία εργαζόταν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο υιός της πρώτης και αδελφός της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, συνετέλεσαν αιτιωδώς με την παράνομη και αμελή συμπεριφορά τους,, στην επέλευση ταυ περιγραφόμενου στην αγωγή εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θάνατο του ως άνω συγγενούς τους. Ειδικότερα δε ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τους απαιτούμε νους κανόνες και όρους ασφαλείας στον εργασιακό χώρο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ενσωματωμένη στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, υπ’αριθ. Κατ. 9244/2009 αγωγή τους κατά της «  __________  ΕΠΕ», ιδίως δε παρέλειψαν να μεριμνήσουν για την απασχόληση προσώπου με ειδική άδεια χειρισμού των περονοφόρων ανυψωτικών μηχανημάτων της επιχείρησης τους, αλλά kαι τη συμμόρφωση των οχημάτων αυτών με τις νόμιμες προδιαγραφές ασφαλείας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης, το ποσό των 55.000 € στην πρώτη και των 30.000.000€ σε έκαστο των λοιπών δύο, νομιμότοκα από την επομένη της ημέρας κατά την οπαία έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής τους έως την πλήρη εξόφληση. Ζητούν,, επίσης, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση των εναγόμενων, διάρκειας ενός έτους για τον καθένα, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπα κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ύλην και τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, S, 9. 10, 14 π ΚπΤΊολΑ ), τυγχάνει δε εκδικαστέα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 653 και επ. του KΠολΔ.), ανακαλούμενης της διάταξης της, με αριθμό 5280/2013, μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την οποία η κρινόμενη αγωγή πρέπει να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι πρόκειται περί διαφοράς από αδικοπραξία, που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας του θανόντος συγγενούς των εναγόντων, ήτοι πρόκειται για διαφορά, η οποία έχει ως πηγή σύμβαση εργασίας, ως προς την οποίο σι εναγόμενοι δεν θεωρούνταν τρίτοι, δεδομένου ότι, αν και τους αποδίδεται ατομικό πταίσμα ως προς την επέλευση του επίδικου ατυχήματος, εντούτοις το πταίσμα αυτό σχετίζεται με την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρίας, ως καταστατικών δηλαδή οργάνων του νομικού προσώπου του εργοδότη, που εκφράζουν τη βούληση αυτού δια των λαμβανομένων υπ αυτών αποφάσεων, απορριπτόμενου ακολούθως ως αβάσιμου και του συναφούς ισχυρισμού των εναγόμενων περί τοπικής αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου ένεκα εφαρμογής των κανόνων της τακτικής διαδικασίας, ο οποίος άλλωστε τυγχάνει μη νόμιμος Km για τον πρόσθετο λόγο ότι, σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 14§2 και 9 εδ. δ’ ΚΤΊολΔ, οε κάθε περίπτωση αρμάδια καθ’ ύλην τυγχάνει τσ Μονομελές Ιίρωιοδικείο. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν, 951/1915, που κωδικοί ιΰίήθηκε με το β,Λ. της 24.07^25.08,1920 ”περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων** 71, 297 – 299, 330, 346, 481 επ., 648 επ., 002, 9ΜΓ 926, 932 ισυ Λ.Κ,. 222 ταυ Αιγυπτιακού Αστικού Κώδικα, 74, 907,908, 1047 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του Ν. 433fi/20l5), 176 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ,, σε συνδυασμό με τος προπαρατεθείσες στη μείζονα σκέψη νομικές  διατάξεις, εκτ0£ οπό το αίτημα περί τοκοδουίας από την επομένη της ημέρας κατά την οπαία συνέβη το θανατηφόρο επίδικο εργατικό ατύχημα, τα οπαίο τυγχάνει απορριπτέο, ως μη νόμιμο, καθώς δεν γίνεται επίκληση στοιχείων θεμελιωτικών της υπερημερίας των εναγόμενων, ήχοι όχληση αυτών για την επίδικη απαίτηοη προγενέστερη της επίδοσης της αγωγής, επομένως δε το αίτημα αυτό κρίνεται νόμιμο μόνο από τον τελευταίο αυτό χρόνο. Ειδικά δε όσον αφορά το αίτημα προσωπικής κράτησης των εναγόμενων επισημαίνεται ότι αυτό τυγχάνει νόμιμο, ερειδόμενο στην προμνησθείσα διάταξη του Κ.ΙΙολ.Δ, καθώς από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου συνάγεται όχι οι εναγόμενοι, αν και στην προμετωπίδα αυτού φέρονται με την ιδιότητα των διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της  __________  Ε.Π.Ε. Η ενάγονται ατομικά, για την αδικαιοπρακτική τους συμπεριφορά, σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα, έστω και αν η αδικοπραξία αυτή φέρεται να τελέσθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων τους ως διαχειριστών της ως άνω εταιρείας, η ιδιότητα δε με την οποία κατάγονται στην παρούσα δίκη εκτιμάται από το Δικαστήριο λαμβανομένων υπόψη των περιεχομένων στο υπό κρίση δικόγραφο στοιχείων, μη απαιτούμενης της χρήσης μη πανηγυρικών λέξεων για τον προσδιορισμό της ιδιότητάς τoυ αυτής. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενά της δεν απαιτείται να καταβληθεί χπ ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, διότι οι αγωγές με τις οποίες ζητείται αποζημίωση του παθόντος εργάτη ή υπαλλήλου από ατύχημα στην εργασία, καθώς και σι σχετικές αξιώσεις για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο (άρθρο 15 παρ, 2 του Ν 551/1910, Τ3 όπως κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 24.7/25.8.1920, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 8 του ΕίσΝΚΠολΔ,  Βλ. ΟλΑΠ 296/1972. ΕΕργΔ 31.1229, ΕφΔυτΜακ  36/2007,  Αρμ 2008.936, ΕφΘεσ 1090/2005, Αρμ 2005,1080).

Κατά το άρθρο 216 § 1 α’  KΠoλΔ, μεταξύ των απαραίτητων στοιχείων της αγωγής είναι η σαφής έκθεση των γεγονότων, πoυ τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της από τον ενόγοντα κατά του εναγομένου. Από τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ, προκύπτει όχι η νομιμοποίηση, ως εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για  συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της καί τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο , είναι απαραίτητο στοιχείο της αγωγής [Βλ. ΟλΑΠ 18/2005 ΝοΒ 53(2005), 1075]. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού η και του δικονομικού δικαίου και εκείνος, που  εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται καταρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα [βλ, AΠ 26/2005 ΕλΔ 40(2005), 1462] Για τη νομιμοποίηση, συνεπώς, προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομής σχέσης (ΕφΙωαν £1/2005 ΕΕΝ 2005.574). Η αμφισβήτηση δε της ύπαρξης νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής του ενάγοντος [ΑΠ 871/2003 ΕλΔ 44(2003). 1523, ΑΤΙ 351/1079 ΝοΒ 27.1427), σ οποίος και φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος της αποδείξεως, με συνέπεια, σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης, κατά το δικονομικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «μη αποδεικνύοντας του φέροντος το βάρος της αποδείξεως,  απορρίπτεται η αγωγή (ή η Ένσταση)». Στην περίπτωση δε αυτή η αγωγή απορρίπτεται όχι σον απαράδεκτη, άλλα σαν ουσιαστικά αβάσιμη (Κ. Μπέης, Ερμηνεία, άρθρο 68, σελ. 360), σύμφωνα με την άποψη ότι η νομιμοποίηση συνδέεται με κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, από τους οποίους προκύπτει ο σύνδεσμος του διαδίκου με την επίδικη έννομη σχέση. Οι εναγόμενοι  με τις νομίμων κατατεθείσες προτάσεις τους και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους καταχωρισθείσα  γάρου στα πρακτικά συνεδρίασης, αρνούνται κατ’ αρχήν την αγωγή υποστηρίζοντας ότι δε συντρέχουν στο πρόσωπό τους τα στοιχεία της αποδιδόμενης σε αυτούς με την αγωγή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και όχι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος προσέτι δε, ειδικά ως προς τη δεύτερη εξ’ αυτών, ελλείπει προεχόντως το στοιχείο  της παθητικής νομιμοποίησης, δεδομένου ότι η ίδια κατά τον κρίσιμο χρόνο του επίδικου ατυχήματος, αλλά και ουδέποτε στο παρελθόν άσκησε ουσιαστικά καθήκοντα διαχείρισης στην ως άνω EΠE, ισχυρισμός που, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενο οτην ανωτέρω νομική σκέψη, θα εκτιμηθεί κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, στα πλαίσια της άρνησης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αίτημα για τη σε βάρος τους επιστολή προσωπικής κράτησης, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης αυτής, υποβάλλεται από τους ενάγοντες καταχρηστικά, ενόψει αφενός της φερεγγυότητος των ιδίων και αφετέρου ταυ ότι οι ενάγοντας, αν και εκδόθηκε, επί της με αρ. κηχ, ,1244/2009 Αγωγής τους κατά της « __________  ΕΠΕ» η υπ’ αριθ. 232/2012 τελεσίδικη απόφαση χου Εφετείοο Πειραιώς, με την οποία αγσγνωρίσθηκε η στηριζόμεγη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την επιδικη, αξίωσή τους κατά χης εταιρείας, εντούτοις σε συδεμίο ενέργεια προέβην έως και Την άσκηση της υπό κρίση αγωγής τους για τον εξοπλισμό της απαίτησης τους οπτής με τίτλο εκτελεστό.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων πρέπει ωστόσο να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι η επίκληση εκ μέρους των διαδίκωv της εφαρμογής δικονομικών διατάξεων δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίον εμπίπτει μόνον η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, τα πραγματικά δε στοιχεία που θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό θα ερευνηθούν κατά την εκτίμηση τηs ουσιαστικής βασιμότητας του οικείου αγωγικού αιτήματος, στα πλαίσια της άσκησης της δυνητικής εξουσίας ταυ Δικαστηρίου για την επιβολή του μέτρου της προσωπικής κράτησης. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι ότι έχει καχαΒληθεί στους ενόγοντες. με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους, τα συνολικό χρηματικό ποσά των 5.000.000€ το οποίο και πρέπει να αφαιρεθεί από τυχόν επιδικασθείσα αξίωση των εναγόντων. Ο ισχυρισμός αυτός. Ο οποίας κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, συνιστά ένσταση μερικής εξόφλησης, είναι νόμιμος, σύμφωνα με τις διατάζεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ και πρέπει να ερευνήσει περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Τέλος οι ενάγοντες προβάλλουν ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος, κατά ποσοστό 90%, την οποία θεμελιώνουν στο γεγονός ότι ο τελευταίος, χωρίς να διαΘέτει άδεια χειριστή γερανοφόρου οχήματος (κλαρκ), χρησιμοποίησε αυτό αυθαίρετα, καθ’ υπέρβαση των συμβατικό προσδιορισμένων καθηκόντων του χωρίς να έχει λάβει σχετική εντολή οπό την πλευρά της εργοδότριας εταιρείας και παρά τη ρητή εκ μέρους της τελευταίας απαγόρευση χρησιμοποίησης του κλαρκ από οποιανδήποτε εργαζόμενο και μάλιστα εκτός του χώρου του εργοστασίου, επιπλέον  οδήγησε αυτό με αυξημένη ταχύτητα και χωρίς τη δέουσα προσοχή, με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του κλαρκ στο προεξέχον τμήμα της καρότσας και την συνέπεια τούτης θανάσιμο τραυματισμό του. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ κατ πρέπει να ερευνηθεί καν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος (__________  __________  ) που εξετάσθηκε επιμέλεια των εναγόμενων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη συνεδρίαση της 9ης Απριλίου 2013 και περιέχεται στα υπ’ αριθ, 5280/09,04.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, που προσκομίζουν, νομίμως, με επίκληση, οι διάδικοι, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψιν προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: ο αιγυπτιακής υπηκοότητας __________  __________  , γιος της πρώτης και αδελφός των λοιπών εναγόντων προσλήφθηκε, την 03.04,2006, από την εταιρεία με την επωνυμία «__________   ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΛΑΣΤΙΚΏΝ ΕΙΔΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «__________   __________  ΕΠΕ», που εδρεύει στον __________  __________  , επί της οδού __________  αρ. __, η οιιοΐα είχε ως αντικείμενο δραοτηριότητας την κατασκευή πλαστικών κιβωτίων και τελάρων και διατηρούσε για τις ανάγκες άσκησης της επιχείρησής της και αποθηκευτικό χώρο, επί της ίδιας οδού, οε απόσταση περί των 80 μέτρων από τις κύριες εγκαταστάσεις της. Η ως άνω εταιρεία συστάθηκε με το υπ’ αριθ. 33198/09.09.1997 καταστατικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας  Σπυριδαντωνάκη — Γρηγοριάδου, που καταχωρίσθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό 589/12.09,1997, σιο οιιοίο προΒλέφθηκε χρονική διάρκεια αυτής 15 ετών, μετά την πάροδο της οποίας η ετατρεία λύθηκε και ήδη τελεί σε εκκαθάριση (βλ. mi αριθ. 14765/24.12.2012 ΦΕΚ Τ. Α.Ε. Ε.Π.Ε.).

Σύμφωνα με το ανωτέρω καταστατικό, περίληψη του οποίου δημοοιεύθηκε οτο με αριθμό 589/12,09.1997 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε, και Ε.Π.Ε.), οτο εταιρικό κεφάλαιο συμμετείχαν ο __________  __________   (πρώτος εναγόμενος) με ποσοστό συμμετοχής 55%, η _______ συξ. __________  __________  (δεύτερη εναγόμενη), με ποσοστό συμμετοχής 25%, η __________  __________  με ποσοστό συμμετοχής 12,50% και ο __________  __________  με ποσοστό συμμετοχής 7,50%. Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της εταιρείας ορίστηκε, με το ως άνω καταστατικό (33198/09.09.1997), για όλη τη διάρκεια της εταιρείας, ο πρώτος εναγόμενος, εν συνεχεία δε, δυνάμει του υπ’ αριθ. 4764/22.02.2005 συμβολαίου τροποποίησης καταστατικού της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ελευθερίας Κοτζιά — Κυριαζή, που κατατέθηκε ατο Πρωτοδικείο Πειραιά με αριθμό κατάθεσης 155/2005 και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 1588/11.03,2005 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε.), ορίστηκαν νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας αμφότεροι οι εναγόμενοι, με την εξουσία να ενεργούν και να δεσμεύουν αυτή από κοινού ή σ καθένας χωριστά. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η δεύτερη εναγόμενη άσκησε κατά της εταιρείας «__________  ΕΠΕ» την, από 09.08.2010 και με αριθμό κατάθεσης 8477/2010 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία), δυνάμει της οποίας ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι έχει λάβει χώρα παραίτησή της από συνδιαχειρίστρια της εταιρείας, ήδη από την 10.12.2006, μέσω της από 10.12.2006 πρόσκλησής της προς την ανωτέρω ετατρεία να δεχθεί την παραίτησή της από τη διαχείριση αυτής για σπουδαίο λογο (αδυναμία ενασχόλησής της με τις εταιρικές υποθέσεις) και να ουναινέσετ μετά των λοτπών εταίρων της σε αυτή, κάτι το οποίο η εν λόγω εταιρεία, αν και το δέχθηκε, δεν το έπραξε τυπικά με τη δημοσίευση σχετικού πρακτικού. Η δίκη επί της ως άνω αγωγής καχαργήθηκε με την επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού, κατ άρθρο 214Λ Κ.Πολ.Δ. (Βλ. το υπ’ αριθ. 5/2011 πρακτικό επίτευξης εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς), κατά το οποίο τα μέρη συνομολόγησαν ότι η ενάγοαοα (δεύτερη εναγόμενη) ουδέποτε ασχολήθηκε ενεργά με τη διαχείριση της εταιρείας και ότι για το λόγο αυτό είχε γίνει ατύπως δεκτή, ήδη από την 10,12,2006, η υποβληθείσα στην εταιρεία παραιιηοή της. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω ουγγενής των εναγόντων απασχολούταν από την πρόσληψή του στην εταιρεία, ως εργάτης, οια καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονταν η συγκέντρωση των πλαστικών κιβωτίων από τις εγκαταστάσεις της, η τοποθέτησή τους οε παλετες και η φόρτωση τους με περονοφάρο όχημα (κλαρκ) οε φορτηγά της, προκειμένου να παραδοϋούν στους πελάτες της, ή η μεταφορά τους με το κλαρκ και αποθήκευση τους στον προαναφερόμενο αποθηκευτικά χώρο. Στις 12.12.2007, ο __________  __________   εργαζόταν σιη νυχτερινή βάρδια της επιχείρησης με ωράριο εργασίας από τις 21:00 έως τις 5.00 εκτελώντας καθήκοντα προϊσταμένου, στα πλαίσια των οπαίων κατένειμε τις εργασίες μεταξύ του λοιπού προσωπικού της βάρδιας. Ο ίδιος δε απα

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.