Αριθμός: 10859/2010

 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Του ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Ε’ Τριμελές Πλημ/των)

Δημόσια συνεδρίαση της 9-12-2010 (σε συνέχεια της από 3-12-2010)

 

ΔΙΚΑΣΤΕΣ:
Μεντζελοπούλου Παρασκευή Προεδρεύουσα Εφέτης, Μουζάκη Αναστασία, Ευδαίμονος Μέξα Μαρία Εφέτες, Παπακώστα Ολυμπία Αντιεισαγγελέας Εφετών, Καλάτση Σοφία Γραμματέας.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ:

  • _________ ________  του ________  κάτοικος   _________  ΠΑΡΩΝ
  • _________ ________  του ________  κάτοικος   _________  ΠΑΡΩΝ
  • _________ ________  του ________  κάτοικος   _________  ΠΑΡΩΝ (εκπροσωπούμενος από συνήγορο)
  • _________ ________  του ________  κάτοικος   _________  ΠΑΡΩΝ (εκπροσωπούμενος από συνήγορο)
  • _________ ________  του ________  κάτοικος   _________  ΠΑΡΩΝ

 

ΠΡΑΞΕΙΣ:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Η συνεδρίαση, έγινε δημόσια, στο ακροατήριο του δικαστηρίου.

Ο επιμελητής του ακροατηρίου, με εντολή του Προέδρου, εκφώνησε τα ονόματα των κατηγορουμένων και βρέθηκαν παρόντες ο 1ος, 2ος, και 5ος εξ’αυτών.

Η Πρόεδρος τους ρώτησε για τα στοιχεία τους και αυτοί με την σειρά τους απάντησαν ότι ονομάζονται όπως παραπάνω σημειώνεται και ότι έχουν διορίσει ως συνηγόρους         τους για να τους υπερασπιστούν τους παρόντες δικηγόρους:Αριστέα Κωτσάλου, Σωτήρη Παγώνα και Χρήστο Οικονομάκη οι οποίοι αποδέχθηκαν τον διορισμό τους.

Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Χρήστος Οικονομάκης, δήλωσε ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος των κατηγορουμένων _________   __________ και  ____________  ____________, σύμφωνα με από 8-12-2010 εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες αναγνώστηκαν.

Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκαν οι _________  ________  και   ___________  ___________ και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, για χρηματική ικανοποίηση 30 ευρώ με επιφύλαξη από τον κάθε κατηγορούμενο και διορίζουν συνήγορο τους την δικήγορο Ασημίνα Σκιντζόγλου- Λάλα η οποία αποδέχθηκε τον διορισμό της.

Η εισαγγελέας, άφου έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο είπε ότι: Συνεισάγεται η προκειμένη δικογραφία κατά το άρθρο 145ΚΠΔ προκειμένου το Δικαστήριο να διαταξει την συμπλήρωση της υπ΄αρ 60532,6049 Α και 63180/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως με την διάταξη ότι οι εφέσεις που θα ασκηθούν να έχουν ανασταλτική δύναμη όπως προκύπτει από την σημείωση του προεδρεύοντος επί του κατηγορητηρίου του ανωτέρω δικαστηρίου και υπογράφεται υπ’αυτού.

Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι υπερασπίσεως του 1ου και 2ου των κατηγορουμένων, αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσαν ότι υποβάλουν ενστάσεις ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος, τις οποιες ανέπτυξαν προφορικά, κατέθεσαν δε και γραπτά και έχουν ως εξής:

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Ε’ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ (ΓΙΑ ΠΛΗΜ/ΤΑ) ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
(Δικάσιμος 3-12-2010)

ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ κατ’ αρθ. 321 Κ.Π.Δ

Υποβαλλόμενη εκ μέρους του κατηγορουμένου ________  ________    του ________  , κατοίκου ________  , οδός ________   αρ.__, δια της Πληρεξούσιας Δικηγόρου του Κωτσάλου Αριστέας.

Επαναφέρω νόμιμα, καθόσον έχει προβληθεί και ως λόγος εφέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την ένσταση μου περί ακυρότητας του υπ’αρίθ. 110.883/20- 3-2008 κλητηρίου Θεσπίσματος του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο μου επιδόθηκε με το οποίο καλούμαι ενώπιον σας ως υπαίτιος του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη.

Η παρακάτω ένστασή μου, υποβλήθηκε και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, πλήν όμως απερρίφθη με ανεπαρκή, κατά την άποψή μου αιτιολογία και δη με την αιτιολογία ότι το κλητήριο θέσπισμα « …περιέχει όλα τα στοιχεία που επιβάλει ο νόμος και ορθώς περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει…» επικαλούμενη την ερμηνεία του άρθρου 321 Κ.Π.Δ. Μπουρόπουλου σελ. 437, την οποία και συνυποβάλλουμε με την παρούσα και από την οποία ουδεμία προκύπτει ότι η περιεχόμενη σε αυτό ερμηνεία του ως άνω άρθρου ούτε αναφέρεται, ούτε αντιμετωπίζει τα ουσιώδη νομικά θέματα που ανέπτυξα με την υποβληθείσα ένστασή μου.

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠΔ παρ.1 εδ.α στοιχ.δ το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: «… δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει».

Το κλητήριο θέσπισμα, με ποινή ακυρότητας, εκτός των άλλων, πρέπει να περιγράφει με σαφήνεια και ακρίβεια την πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή πρέπει να περιέχει σαφή και ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνιστούν και πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, ώστε να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει επακριβώς και λεπτομερώς γνώση της αποδιδομένης σε αυτόν κατηγορίας (δικαίωμα πληροφόρησης ) ώστε να είναι σε θέση να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του. Οι αποδιδόμενες κατηγορίες δεν πρέπει να περιγράφονται αορίστως και ασαφώς, ούτε και να επαναλαμβάνουν το γράμμα του νόμου.

Ακριβής κατά το νόμο, είναι ο καθορισμός της πράξης, όταν στο κλητήριο θέσπισμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συιγκροτούν τα  στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της, υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος.

Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ «όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ. «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».

Κατά την διάταξη του άρθρου 15 Π.Κ. «όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί· να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη-αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος».

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, ευθέως προκύπτει, ότι, για την θεμελίωση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ενεργώντας κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές την κοινή πείρα, τη λογική κατ τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφ ετέρου δε, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, σέ κάθε περίπτωση πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.                                                                                        –

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ,

Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται, μόνον για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης, ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα ως άνω άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ,-εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομικό υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτά πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. α’ της ΕΣΔΑ, και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει, ότι, το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης, εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς, απορρέει η υποχρέωσή του να ενεργήσει^ Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται νια τη θεμελίωση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη. μολονότι ο κατηγορούμενος  είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και συνακόλουθα η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321  4 του ΚΠΔ.

  1. Το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα αναφέρει:

« Οι ________   ________,  ________  ________  , ________  ________,   ________  ________  , ________  ________  στην περιοχή _________, την 16/1/2004, από αμέλεια τους δηλ. από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν από την πράξη τους το παραχθέν αξιόποινο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα τυγχάνοντας ο πρώτος ________   ________   εκπρόσωπος της εταιρείας «________  ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» που ως εργολάβος εκτελούσε το έργο «________  » σε οικόπεδο των οδών ________  και ________  γωνία, ο δεύτερος ________   ________  πολιτικός μηχανικός, επικεφαλής του εργοταξίου της εταιρε/ας «________  ΑΤΕ» επί του ανωτέρω οικοπέδου, ο τρίτος ________  ________  και ο τέταρτος ________  ________   εκπρόσωποι της εταιρείας «________  Ο.Ε.», η οποία είχε αναλόβει κατόπιν του από 13/1/2004 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεργολαβίας με την «________  ΑΤΕ» την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο ανωτέρω οικόπεδο, ο πέμπτος ________  ________  οδηγός του ________  ΙΧΦ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της εταιρείας «________  Ο.Ε.», από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις (εργασίες σε εργοτάξιο, κίνηση μεγάλων οχημάτων σ’ αυτόν και εργαζομένων, κατοικημένη περιοχή, ύπαρξη μονόδρομου έξω από το εργοτάξιο) και την οποία μπορούσαν με βάση τις προσωπικές τους ικανότητες και γνώσεις να καταβάλουν, την οποία κάθε συνετός άνθρωπος με βάση τους νομικούς κανόνες και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής σε παρόμοιες περιπτώσεις καταβάλει, ο πρώτος ο δεύτερος ο τρίτος ο τέταρτος εκ των ανωτέρω, δηλ. ________   ________   ________  ________   ________  ________  , ________  ________  , δεν είχαν φροντίσει οι οδοί προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας εντός του εργοταξίου να ήταν τέτοιες ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούσαν να μεταβαίνουν και να αποχωρούν ασφαλώς από εκεί, ούτε είχαν τηρήσει τους κανονισμούς ασφαλούς κυκλοφορίας τόσο για την κίνηση των πεζών, όσο και για την κίνηση μηχανημάτων και του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κίνηση του προσωπικού να γινόταν με ασφάλεια εντός και εκτός του ανωτέρω χώρου, ούτε είχαν φροντίσει να υπάρχει δια των καταλλήλων ατόμων επίβλεψη της κίνησης των εργαζομένων στο εργοτάξιο και των φορτηγών αυτοκινήτων εισερχομένων, εξερχομένων από εκεί, ο πέμπτος ________  ________  κινούμενος με το ________  ΙΦΧ αυτοκίνητο από ________  προς ________  εισήλθε στην οδό ________  αντίθετα στην οδό αυτή που ήταν μονόδρομος και έναντι του αριθμού __ πραγματοποίησε στροφή αριστερό για να εισέλθει στο εργοτάξιο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τα άτομα που εργαζόταν στο εργοτάξιο, μεταξύ των οποίων και ο ________  ________  , βοηθός χειριστή μηχανημάτων έργων, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορούσε σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή του ανωτέρω καίτοι τον αντελήφθη αριστερό σε σχέση με την πορεία του, αλλά συνέχισε την πορεία του απρόσεκτα και απερίσκεπτα στην περιοχή του εργοταξίου, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν πρόβλεψαν, να παρασυρθεί από το ως άνω φορτηγό ο ________  ________   και ο δεύτερος άξονας τούτου (φορτηγού) να περάσει πάνω απ ‘αυτόν και να υποστεί κακώσεις θώρακος, κοιλίας και λεκάνης, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού.

Παράβαση άρθρων 1,14, 16,17,18, 26§1β, 28, 51, 53, 302§1 Π.Κ.».

Στο υπό κρίση επομένως κλητήριο θέσπισμα, ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη, για την οποία κλήθηκα να δικασθώ ενώπιον σας, μνημονεύονται εκείνες των άρθρωνί, 14, 16, 17, 18, 26§1β, 28,31, 53, 302§1 Π.Κ.

Κατόπιν της ως άνω επισκόπησης, προκύπτει ότι το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα:

1)δεν αναφέρει, ανάμεσα στις διατάξεις που προβλέπουν-και τιμωρούν την πράξη, το άρθ.15 ΠΚ, παρά το γεγονός άτι κατά το Νόμο και την κρατούσα Νομολογία στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας εξ’ αμελείας τελούμενη δια παραλείψεως για την πλήρωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθ.15ΠΚ, όταν η παράλειψή συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγείται του αποτελέσματος.

2)δεν αναφέρεται η ειδική νομική υποχρέωση μου να ενεργήσω για να παρεμποδίσω την επέλευση του υπό κρίση αξιόποινου αποτελέσματος αλλά ούτε αναφέρονται και τα πραγματικά εκείνα περιστατικά ,από τα οποία και κατά το περιεχόμενο της ειδικής, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξης νόμου, να οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η γενικά αναφερόμενη στο κλητήριο θέσπισμα, ιδιότητά μου, ως « εκπροσώπου της Τεχνικής εταιρίας «________ ΑΤΕ», περιλαμβάνει και τη μέριμνα για τη λήψη από εμένα τον ίδιο των αναφερόμενων στο υπό κρίση θέσπισμα μέτρων ώστε να ανακύπτει και ευθύνη μου σε περίπτωση μη τήρησης τους Επισημαίνω δε ότι η θεμελίωση στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπό μου της ειδικής υποχρέωσης για τη μέριμνα λήψης των αναφερόμενων σε αυτό μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο έργο προϋποθέτει ότι εγώ εχω αναλάβει την ειδική αυτή υποχρέωση αλλά και την αντίστοιχη παράλληλη εντολή της Εργολάβου Εταιρείας, είτε μέσω του Καταστατικού της, είτε μέσω σχετικής ειδικής απόφασης του αρμοδίου αποφασίζοντος Καταστατικού οργάνου της «________  ΑΤΕ»,ήτοι του Διοικητικού Συμβουλίου της.

 

3)δεν προσδιορίζεται καθόλου από πού απορρέει π ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης μου προς ενέργεια που τείνει στη διακώλυση του αποτελέσματος και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζει εάν οι αναφερόμενες σε αυτά παραλείψεις ότι δήθεν :

α) δεν είχα φροντίσει οι οδοί προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας εντός του εργοταξίου να ήταν τέτοιες ώστε  οι  εργαζόμενοι να μπορούσαν να μεταβαίνουν και να αποχωρούν ασφαλώς από εκεί

β) ούτε είχα τηρήσει τους κανονισμούς ασφαλούς κυκλοφορίας τόσο για την κίνηση των πεζών, όσο και για την κίνηση μηχανημάτων και του αυτοκινουμένου εξοπλισμού εργασίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κίνηση του προσωπικού να γινόταν με ασφάλεια εντός και εκτός του ανωτέρω χώρου και

γ) ούτε είχα φροντίσει να υπάρχει δια των καταλλήλων ατόμων επίβλεψη της κίνησης των εργαζομένων στο εργοτάξιο και των φορτηγών αυτοκινήτων εισερχομένων, εξερχομένων από εκεί, απορρέουν από ρητή διάταξη νομού ή σύμπλεγμα  νομικών  καθηκόντων, ή από σύμβαση η από προηγούμενη συμπεριφορά μου από την οποία τυχόν να δημιουργήθηκε κίνδυνος επέλευσης του εν προκειμένω αξιόποινου αποτελέσματος

4)δεν περιέχεται καθόλου , είτε στο κείμενό του για την περιγραφή της πράξης είτε κάτω από αυτό αναφορά στον επιτακτικό κανόνα δικαίου από τον οποίο προκύπτει η ειδική νομική υποχρέωσή μου να ενεργήσω κατά τα ως άνω

5)δεν προσδιορίζει υπό ποια ιδιότητα εκπροσωπώ την «________ ΑΤΕ», δηλ. δεν προκύπτει η ακριβής ιδιότητά μου οτην ως άνω Εταιρεία, π.χ δεν αναφέρεται εάν είμαι Πρόεδρος ή Δ/νων Σύμβουλος ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Εφόσον επομένως στο υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρονται οι διατάξεις δυνάμει των οποίων εγώ φέρομαι ως κατηγορούμενος ενώπιον σας , είναι αδύνατο να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αφού τυπικά αλλά και ουσιαστικά δεν γνωρίζω ούτε ποιες διατάξεις έχω παραβεί αλλά ούτε και το πεδίο εφαρμογής τους.

Επειδή προσκομίζω, ενδεικτικά, τις παρακάτω ad hoc αποφάσεις του Αρείου Πάγου, 84/2008 Ε’ Ποινικό Τμήμα, 1505/2007 Ε’ Ποινικό Τμήμα και 1973/2009,που αφορούν στην ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος, όταν δεν περιγράφεται σε αυτό η Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπόχρεου και δεν προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο προκύπτει αυτή καθώς επίσης και την με αρ,52081/2010 (ad hoc) απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία και με αφορά , την με αρ.55647/2010 απόφαση του Στ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς και την με αρ. 26792/2009 απόφαση ταυ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Επίσης προσκομίζω τις με αρ. 242/2010 Ε’ Ποινικό Τμήμα ,821/2010 Ε’ Ποινικό Τμήμα 794/2009 ΕΓ Ποινικό Τμήμα, 276/2009 Ε’ Ποινικό Τμήμα, 363/2006 Ε’ Ποιν. Τμήμα, 1798/2008 Ε’ Ποινικό Τμήμα , 212/2008,221/2008 του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος, 338/2008 Ζ’ Ποινικό Τμήμα, σύμφωνα με τις οποίες η ιδιότητα του εκπροσώπου από μόνη της, δεν πληροί το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης στα δια παραλείψεως τελούμενα αδικήματα εξ’ αμελείας, αλλά απαιτείται περαιτέρω και η διαπίστωση πραγματικών περιστατικών τα οποία να παράγουν στο πρόσωπο του φερόμενου ως υπαιτίου εκπροσώπου και κατά το περιεχόμενο ειδικής, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξης νόμου, την ειδική νομική υποχρέωση.

Επειδή η παρούσα ένσταση μου είναι νόμιμη και βάσιμη και παραδεκτώς προβάλλεται στο παρόν στάδιο της ποινικής δίκης, δηλαδή πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.        .

Επειδή η παρούσα ένστασή μου προβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς, εν όψει όλων των ανωτέρω.

 

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνει δεκτή η παρούσα ένστασή μου, η οποία νόμιμα προεβλήθη και ως λόγος έφεσης,.

Να κηρυχθεί άκυρο το υπ’ αριθ. 110883/20-3-2008 κλητήριο Θέσπισμα του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο εκλήθην στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και δικάστηκα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Να κηρυχθεί άκυρη η κλήτευση μου στο ακροατήριο του δικαστηρίου σας.

Να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς εμένα λόγω της ακυρότητας του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος.

Σε περίπτωση προόδου της δίκης προτείνω την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Η ανωτέρω ένσταση μου αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σας από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο μου κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 2010 και ζητήθηκε η καταχώρησή της στα πρακτικά της δίκης κατά το άρθ.147παρ.2 εδ.α’ Κ.Π.Δ .

Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2010

 

Ενώπιον του Ε’ Τριμελούς (για Πλη/τα) Εφετείου Αθηνών
(Δικάσιμος 3/12/2010)

ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ κατ άρθρο 321 Κ.Π.Δ.

Υποβαλλόμενη εκ μέρους του κατηγορουμένου _________   _________ του ________, κατοίκου __________, δια του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Σωτήρη Παγώνα.

Επαναφέρω νόμιμα, καθ όσον έχει προβληθεί νομίμως και ως λόγος εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την ένστασή μου περί ακυρότητας του υπ’ αρίθ. 110.883/20-3-2008 κλητηρίου θεσπίσματος του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο μου επιδόθηκε νόμιμα και με το οποίο κατηγορούμαι ως υπαίτιος τελέσεως του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη.

Η κατωτέρω ένστασή μου, υποβλήθηκε και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, πλήν όμως απερρίφθη με ανεπαρκή, κατά την άποψή μου.,-αιτιολογία και δη με την αιτιολογία ότι το κλητήριο θέσπισμα «- …περιέχει όλα τα στοιχεία που επιβάλει ο νόμος και ορθώς περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει…», επικαλούμενη την ερμηνεία του άρθρου 321 Κ.Π.Δ. Μπουρόπουλου σελ. 437, την οποία και συνυποβάλλουμε με την παρούσα και από την οποία ουδεμία προκύπτει ότι η περιεχόμενη σε αυτό ερμηνεία του ως άνω άρθρου ούτε αναφέρεται, ούτε αντιμετωπίζει τα ουσιώδη νομικά θέματα που ανέπτυξα με την υποβληθείσα ένστασή μου.

Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 εδ. α’ στoiχ. δ’ το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει: «… δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει».

Ωσαύτως, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται π ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικά κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο 321 παρ 4 ΚΠΔ, «η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητήριου θεσπίσματος και της κλήσεως».

Σύμφωνα με το άρθρο 173 παο.1 ΚΠΔ «κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον Εισαγγελέα ή από τον διάδικο που έχει συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της, αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευασττκής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό».

Κατά δε το άρθρο 174 παο. 1 ΚΠΔ «ακυρότητα, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται».

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 παο. 3 εδαω. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/74 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, «ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να. πληροφορείται στην βραχύτερη προθεσμία, στην γλώσσα την οποία εννοεί και  με κάθε λεπτομέρεια, την φύση και τον λόγο τπε εναντίον του κατηγορίας.

Εν όψει των ανωτέρω διατάξεων, με τον ακριβή καθορισμό στο κλητήριο θέσπισμα της αξιόποινης πράξης και την μνεία της ουσιαοτικής ποινικής διάταξης που την προβλέπει και την τιμωρεί, αφενός μεν καθιερώνεται, σε νομοθετικό επίπεδο, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορείται λεπτομερώς την κατηγορία που του αποδίδεται (δικαίωμα πληροφόρησης), όπως απαιτούν οι αυξημένης τυπικής ισχύος σχετικές συνταγματικές προβλέψεις (βλ. άρθρο 20 παρ.ΙΣ), αφετέρου δε επιτυγχάνεται ο αναγκαίος θεματικός προσδιορισμός του αντικειμένου της δίκης (βλ. σχετ Καρρά ,Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, β7 έκδ 1998,σελ. 557επ,Ανδρουλάκη,Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, β έκδ.1994, σελ.336, Δασκαλόπουλου,Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και του θύματος στην ποινική δίκη, έκδ. 1991,σελ.80)

Περαιτέρω, το κλητήριο θέσπισμα, με ποινή ακυρότητας, εκτός των άλλων, πρέπει να περιγράφει με σαφήνεια και ακρίβεια την πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή πρέπει-να περιέχει σαφή και ακριβή καθορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνιστούν και πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, ώστε να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει επακριβώς και λεπτομερώς γνώση της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας (δικαίωμα πληροφόρησης ) ώστε να είναι σε θέση να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του. Οι αποδιδόμενες κατηγορίες δεν πρέπει να περιγράφονται αορίστως και ασαφώς.

Ακριβής κατά το νόμο, είναι ο καθορισμός της πράξης, όταν στο κλητήριο θέσπισμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της  υποκειυενικής  υπόστασης του αδικήματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 πσο.1 του ΠΚ «οποίος επιφέρει οπό αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ. «από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατ-ό τις περιστάσεις χ,; και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε τό αξιόποινο αποτέλεσμα που ,προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».

Κατά την διάταξη του άρθρου 15 Π.Κ. «όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ‘ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος».

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, ευθέως προκύπτει, ότι, για την θεμελίωση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ενεργώντας κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφ ετέρου δε, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, σε κάθε περίπτωση πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ.

Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται, μόνον για τον εμφανιζόμενο ενώπιον  τάξης, ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφαλείας του έννομου αγαθού, το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να .αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή  διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων.

Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα ως άνω άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται Π ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που  αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται κα, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. a’ της ΕΣΔΑ, και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει, ότι, το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης, εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο υποκειμενικές κα, αντικειμενικώς, απορρέει η υποχρέωσή του να ενεργήσει.

Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για  τη θεμελίωση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει τότε κλητήριο  θέσπισμα και συνακόλουθα η κλήτευση του κατηγορουμένου, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321  4 του ΚΠΔ.

Ωσαύτος, όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα εξ’αυτών ευθύνεται αυτοτελώς κατά τον λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε και ανεξαρτήτως των άλλων.

Στην υπό κρίση περίπτωση:

Στο κλητήριο θέσπισμα, ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη, για την οποία κλήθηκα να δικασθώ ενώπιον σας, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 14, 16 .17 .18, 26  παρ 1β, 28. 51. 53, 302 παρ.1.

Εν όψει τούτων είναι προφανές, ότι το κλητήριο· θέσπισμα είναι άκυρο, διότι:

1. δεν αναφέρει, ανάμεσα στις διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη, το άρθ.15 Π.Κ., παρά το γεγονός ότι κατά το νόμο και την κρατούσα νομολογία στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας εξ’ αμελείας, τελούμενη δια παραλείψεως, για την πλήρωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος απαιτείται και η συνδρομή των όρων του ως άνω άρθρου, όταν η παράλειψη συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγείται του αποτελέσματος,

2.δεν προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας ή το σύνολο κανόνων δικαίου, καθοριστικών τnc voμoτυπiκής μορφήγς του αδικήματος για το οποίο κατηγορούμαι και οι οποίοι προβλέπουν τις αναφερόμενες στο κλητήριο θέσπισμα παραλείψεις και από τους οποίους πηγάζει η “ιδιαίτερη νομική υποχρέωση μου” σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ώστε να παρεμποδιστεί η επέλευση του αποτελέσματος

3.δεν αναφέρει την ιδιαίτερη ειδική νομική υποχρέωση μου, να ενεργήσω για να παρεμποδίσω την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά την γενική προς τούτο υποχρέωσή μου, ως προκύπτει από την αόριστα αναφερόμενη, στο κλητήριο θέσπισμα, ιδιότητά μου, ως «ο δεύτερος, πολιτικός μηχανικός επικεφαλής του εργοταξίου της εταιρίας «________  ΑΤΕ» επί του ανωτέρω οικοπέδου»,

4.δεν αναφέρεταικανένα στοιχείο της υπαιτιότητας που με βαρύνει ως κατηγορούμενο, ο οποίος ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξάρτητα της τυχόν ευθύνης των λοιπών.

Επειδή προσκομίζω, ενδεικτικά, τις παρακάτω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες ad hoc αναφέρονται στην υπό κρίσιν περίπτωση: 1973/2009. 84/2008. 1505/2007. οι οποίες αφορούν απ ευθείας ακυρότητα κλητήριου θεσπίσματος.       

Προσκομίζω επίσης τις προσφάτως εκδοθείσες υπ αρίθμ. 52081/2010, 55647/2010.                         26792/2009 ad hoc αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, οι oπoίες έχουν δεχθεί την ίδια ένσταση με το αυτό περιεχόμενο και από τις οποίες αποδεικνύεται ότι το πρωτοδίκως δίκασαν δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την ως άνω ένστασή μου.

Επειδή η παρούσα ένσταση μου είναι νόμιμη και βάσιμη και παραδεκτώς προβάλλεται στο παρόν στάδιο της ποινικής δίκης, δηλαδή πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

Συνεπώς, εν όψει όλων των ανωτέρω.

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνει δεκτή η παρούσα ένστασή μου, η οποία νόμιμα προεβλήθη και ως λόγος εφέσεως, όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 8/10/2009 έκθεση εφέσεώς μου.

Να κηρυχθεί άκυρο, το υπ’ αριθ. 110.883/20-3-2008 κλητήριο θέσπισμα του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών-, με το οποίο εκλήθην στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και δικάσθηκα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσα με παράλειψη.

Να κηρυχθεί άκυρη η κλήτευση μου στο ακροατήριο του δικαστηρίου.

Να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς εμένα λόγω της ακυρότητας του ως άνω κλητηρίαυ θεσπίσματος.

Σε περίπτωση προόδου της δίκης προτείνω την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Η ανωτέρω ένσταση μου κατατέθηκε- πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο,-αναπτύχθηκε και προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο μου κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010 και ζητήθηκε η καταχώρησή της στα πρακτικά της δίκης κατά το άρθρο 141 παρ. 2 εδ. α’ Κ.Π.Δ.

Κατόπιν αυτών, ο συνήγορος υπεράσπισης των απόντων 3ου και 4ου των κατηγορουμένων, δήλωσε ότι εμμένουν στους πρωτόδικους ισ

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.