fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1732/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)

 

Αποτελούμενο από χη Δικαστή Μαρία Πίννα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σπυριδούλα Βαλλιανάτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 15-11-2019 για να δικάσει την υπόθεση:

  1. A) ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ___________ ___________ του ___________   , κατοίκου ___________   (οδός ___________   αριθ. __), ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Αικατερίνης Μητρογιάννη (Δ.Σ. Αθηνών).

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ___________   ________ του ________, κατοίκου ________(οδός ________  αριθ. __), ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθανασίου Ψάλτη (Δ.Σ. Πειραιώς).

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 12-12-2013 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης 9075/2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 06-05-2015, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-10-2016, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Β) ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: α) ___________   ________ του ________, κατοίκου ________(οδός ________  αριθ. __), β) ________  ________  , κατοίκου ομοίως, γ) ________   ________ του ________  , κατοίκου ομοίως, δ) ________  ________  του ________  , κατοίκου ομοίως και ε) ________  ________  , κατοίκου ομοίως, οι παραστάθηκαν στο ακροατήριο οι μεν πρώτος, τρίτος, τέταρτη και πέμπτη δια, η μεν δεύτερη μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Αθανασίου Ψάλτη (Δ.Σ. Πειραιώς).

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: α) ___________   ___________   του ___________   , κατοίκου ________  (οδός ___________   αριθ. __) και β) ________  ___________   του ________  , κατοίκου ________(οδός ________   αριθ. __ ), οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο μετά της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Αικατερίνης Μητρογιάννη (Δ.Σ. Αθηνών).

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20-04-2015 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης 4866/2015 και αριθμό κατάθεσης 2697/2015, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 27-10-2016, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση : (Α) η από 12-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9075/2013 αγωγή του ___________   ___________   του ___________    κατά του ___________   ________ του ________ και (Β) η από 20-04- 2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4866/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2697/2015 αγωγή των α) ___________   ________ του ________, β) ________  ________  , γ) ________   ________ του ________  , δ) ________  ________  του ___________   και ε) ________  ________   κατά των α) ___________   ___________   του ___________    και β) ________  ___________   του ________  , οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, αφορούν αξίωσες, που απορρέουν από το ίδιο συμβάν και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθρ. 246 του ΚΠολΔ).

I) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προκύπτει ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή, να μην επαναληφθεί αυτή στο μέλλον, καθώς και να ζητήσει την καταδίκη του υπαιτίου προσώπου στην ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Η ικανοποίηση αυτή, η οποία παρέχεται μόνο όταν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, κατόπιν αιτήσεως προς το δικαστήριο, το οποίο δύναται να την επιδικάσει, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής και με τον όρο η προκαλούμενη ηθική βλάβη να είναι σημαντική. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο, όπως η σωματική και ψυχική υγεία, ο συναισθηματικός κόσμος και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Περαιτέρω, παράνομη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 57 ΑΚ προσβολή της προσωπικότητας υπάρχει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατά ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι από την άποψη της έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν την άσκηση του κάθε δικαιώματος αδιακρίτως, από σύμβαση ή από το νόμο παρεχομένου (ΟλΑΠ 584/1983, ΝοΒ 32.68), η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται (281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Σ) (ΟλΑΠ 17/1995, ΕλλΔνη 36.1531). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη. Η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ καθιερώνει, όμως, γενική ευθύνη από αδικοπραξία, χωρίς να προσδιορίζει και το πότε η πράξη είναι παράνομη, κρίση η οποία συνάγεται από την αντίθεση της πράξης σε άλλες διατάξεις. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν είναι καθοριστική του επιτρεπτού και του απαγορευτέου, αλλά προσδιοριστική της κύρωσης για την πράξη που είναι παράνομη εξαιτίας της αντίθεσης της σε κάποιον άλλο κανόνα δικαίου γραπτό ή άγραφο, που προϋπάρχει (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 914 ΑΚ, αριθ. 6, Βαθρακοκοίλης, Αναλυχ. Ερμην. Νομολ. Αστικού Κώδικα, Α’τόμος, άρθρο 914 σελ. 1206). Για την ύπαρξη της παρανομίας ως προϋπόθεσης της 914 ΑΚ δεν αρκεί μόνο συμπεριφορά αντίθετη οποιοσδήποτε διάταξης, αλλά απαιτείται παράβαση διατάξεως, που θεμελιώνει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για το λόγο αυτό το παράνομο εμφανίζεται με δύο μορφές, ως προσβολή διατάξεως νόμου που απονέμει δικαίωμα (προσβολή δικαιώματος) και ως προσβολή διατάξεως που προστατεύει (και) ιδιωτικό συμφέρον (προσβολή εννόμου συμφέροντος). Όσον δε αφορά την προσβολή δικαιώματος, αυτή αναφέρεται τόσο στο απόλυτο όσο και στο σχετικό δικαίωμα. Η προσβολή απολύτου δικαιώματος, όπως είναι αυτό της προσωπικότητας, είναι καθεαυτή παράνομη, γιατί ενέχει εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα αυτό στο δικαιούχο. Εξάλλου, όταν η πράξη που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας είναι και ποινικώς αξιόλογη μπορεί να θεμελιωθεί και πάλι αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ (ΕφΑΘ 4351/2002, ΕλλΔνη 44.198). Τέλος, κατά το άρθρο 932 ΑΚ ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπ’ όψιν του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως ανάγεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου.

II) Προσβολή προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ. 1 ΠΚ αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, για την στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος. Επίσης, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προελθεί και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση (τονιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (ΑΓΊ 753/2011, ΕφΠατρ 335/2017, Α’ Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΠειρ 1356/2018, αδημ).

Με την υπό στοιχείο Α αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι την 02-09-2010, επισκέφτηκε τη μητέρα του στην οικία της και λίγο αργότερα την ίδια ημέρα αποφάσισε να κάνει ένα περίπατο με το σκύλο του. Ότι ο εναγόμενος με την οικογένειά του, οι οποίοι κατοικούν απέναντι από την οικία της μητέρας του την ώρα εκείνη βρίσκονταν έξω από το σπίτι τους. Ότι οι ανωτέρω βλέποντας τον σκύλο του ενάγοντος τον φώναξαν να πάει προς το μέρος τους. Ότι ο σκύλος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά τους, πλην όμως όταν τους πλησίασε ούρησε στο πεζοδρόμιο, χωρίς αυτός (ο ενάγων) να προλάβει να αποτρέψει το συμβάν αυτό. Ότι μόλις το αντιλήφθηκε ο εναγόμενος άρχισε να τον εξυβρίζει με τις αναφερόμενες στην αγωγής φράσεις και στη συνέχεια κινήθηκε με επιθετική συμπεριφορά εναντίον του, σπρώχνοντάς τον προς το μέρος μιας μεγάλης λακκούβας με νερό που υπήρχε εκεί λόγω έργων, με αποτέλεσμα να τον ρίξει μέσα. Ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος συνέχισε να τον κλωτσά στην κοιλιά και την πλάτη με δύναμη. Ότι ο ίδιος ένιωσε πόνο και τρόμο από τα πολλαπλά χτυπήματα που δεχόταν και γεμάτος αίματα άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Ότι όταν ο εναγόμενος σταμάτησε να τον χτυπάει, εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι της μητέρας του. Ότι η τελευταία κάλεσε αμέσως την αστυνομία, η οποία μετέφερε τον ίδιο και τον εναγόμενο στο αστυνομικό τμήμα, ενώ στη συνέχεια ο ίδιος μετέβη στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα, οίδημα και εκδορές στην αριστερή ωμοπλάτη, καθώς και άλγος θώρακος. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ισχυριζόμενος ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του ζητεί 1) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προκάλεσε, το ποσό των 30.044 ευρώ, επιφυλασσόμενου να διεκδικήσει το ποσό των 44 ευρώ, κατά την παράστασή του ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επιπλέον ζητεί να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 14 παρ. 2 και 35 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις, που αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη, καθώς και σε αυτές των άρθρων 299, 340, 345, 346 του ΑΚ, 308 παρ. 1 ΠΚ, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 και 1047 του ΚΠολΔ. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δοθέντος ότι για το αντικείμενο της καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το με κωδικό 307951520950 0113 0085 e παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών).

Με την υπό στοιχείο Β αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με τη β’ εναγομένη είναι γείτονες, καθώς και ότι οι μεταξύ τους σχέσεις δεν είναι καλές, καθόσον η τελευταία, από την αρχή της έγερσης από τον α’ και β’ εξ αυτών της οικοδομής τους, έδειχνε απαξιωτική σε βάρος τους συμπεριφορά, αποκαλώντας τους «Γεωργιανούς», ενώ προέβαινε σε συνεχείς ψευδείς σε βάρος τους καταγγελίες στη πολεοδομία. Ότι αποκορύφωμα της απαξιωτικής αυτής συμπεριφοράς τους ήταν το περιστατικό, που έλαβε χώρα στις 02-09-2010. Ότι ειδικότερα την ημέρα εκείνη οι ίδιοι κάθονταν στην είσοδο του σπιτιού τους, όταν ο α’ εναγόμενος πέρασε με το μικρόσωμο σκυλί του από μπροστά τους και άφησε το τελευταίο να κινηθεί προς αυτούς και να ουρήσει μπροστά στα πόδια τους, μολονότι θα μπορούσε να έχει αποτρέψει το συμβάν αυτό, μαζεύοντας το λουράκι του σκύλου, που ο ίδιος κρατούσε. Ότι στο ερώτημα της β’ εξ αυτών εάν είναι σωστό αυτό που κάνει ο α’ εναγόμενος την εξύβρισε. Ότι, στη συνέχεια, σε σχετική παρατήρηση του α’ εξ αυτών ο α’ εναγόμενος τον εξύβρισε και επιπλέον τον απείλησε με τη φράση «θα σε σκοτώσω», ενώ κατόπιν τούτου όρμηξε πάνω του και στην προσπάθειά του να τον απωθήσει, έπεσαν και οι δύο μέσα σε ένα λάκκο. Ότι η β’ εξ αυτών έτρεξε και ειδοποίησε τη β’ εναγομένη, η οποία αντί να συνετίσει τον υιό της, α’ εναγόμενο, άρχισε να τους εξυβρίζει και να τους απειλεί με τις αναφερόμενες στην αγωγή απαξιωτικές και απειλητικές φράσεις. Ότι κατόπιν του περιστατικού αυτού, επέδωσαν στη β’ εναγομένη εξώδικη πρόσκληση – διαμαρτυρία με την οποία την καλούσαν στο πλαίσιο καλής γειτονίας να παύσει την σε βάρος τους βλαπτική συμπεριφορά και ειδικότερα να παύσει να τους συκοφαντεί και να τους εξυβρίζει. Ότι η εξώδικη αυτή διαμαρτυρία προκάλεσε το θυμό των εναγομένων, οι οποίοι με μοναδικό σκοπό την εκδίκηση άσκησαν σε βάρος του α’ και γ’ εξ αυτών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία ανέφεραν ψευδή γεγονότα και με την οποία ζητούσαν να μην πλησιάζουν την οικία τους και τους ίδιους σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων, καθώς και να μην αναφέρουν ξανά το όνομά τους. Ότι η προσωρινή διαταγή με το ανωτέρω περιεχόμενο απορρίφθηκε, ενώ η συζήτηση της ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ματαιώθηκε. Ότι ο α’ εναγόμενος άσκησε σε βάρος των α’, γ’, δ’ και ε’ εξ αυτών μήνυση, στην οποία ψευδώς ανέφερε ότι ο α’ εξ αυτών των απώθησε και τον έριξε οε λακκούβα με νερό, ενώ όλοι μαζί και ενώ αυτός βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, τον κλωτσούσαν στην κοιλιά και στην πλάτη προκαλώντας του σωματικές κακώσεις. Ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή, αφού το περιστατικό έγινε ως ανωτέρω αναφέρεται, ενώ οι λοιποί καμία ανάμιξη δεν είχαν σε αυτό. Ότι αποτέλεσμα της ανωτέρω μηνύσεως, που κατέθεσε ο α’ εναγόμενος ήταν να καταδικαστεί ο πρώτος εξ αυτών για το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης και να αθωωθούν οι λοιποί. Ότι οι εναγόμενοι με δόλο τέλεσαν σε βάρος τους τα αδικήματα της εξύβρισης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας και της απειλής. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων υπέστησαν προσβολή της προσωπικότητάς τους ζητούν, κατόπιν τροπής του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, τόσο με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις τους, όσο και με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στα πρακτικά (άρθρο 223 και 297 ΚΠολΔ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, σε έκαστο εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν, το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επιπλέον, ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 14 παρ. 2 και 35 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη, πλην του αιτήματος των εναγόντων περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την σε βάρος τους τελεσθείσα αξιόποινη πράξη α) της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθόσον στην αγωγή δεν εκτίθεται με σαφήνεια ποια ήταν τα τρίτα πρόσωπα τα έλαβαν γνώση των αναληθών ισχυρισμών, όπως απαιτείται για το ορισμένο της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη, β) της ψευδορκίας, καθόσον στην αγωγή δεν εκτίθενται τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος, ήτοι οι ενάγοντες δεν εκθέτουν τί κατέθεσε κατέθεσε ενόρκως ο α’ των εναγομένων, ενώπιον ποιάς αρχής, καθώς και εάν η αρχή αυτή ήταν αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, εάν τα περιστατικά που κατέθεσε ήταν ψευδή και εάν υπήρχε άμεσος δόλος του δράστη, ο οποίος να συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή και στη θέλησή του να τα καταθέσει ή στη γνώση του περί των αληθινών πραγματικών περιστατικών και στη θέλησή του σκόπιμα να τα αποκρύψει ή να αρνηθεί να τα καταθέσει (βλ. ΑΠ 448/2019, ΝΟΜΟΣ) και γ) της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, καθόσον δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι στην αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων γινόταν επίκληση από τους αιτούντες ψευδών αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι δεν συνιστά απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω μόνη η προβολή αναληθών ισχυρισμών ενώπιον αυτού (ΑΠ 70/2017). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις, που αναψέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη, καθώς και σε αυτές των άρθρων 299, 340, 345, 346 του ΑΚ, 229, 333, 361 ΠΚ, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην του (παρεπόμενου) αιτήματος της αγωγής περί κηρύξεως της αποφάσεως, που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστής, μετά την τροπή του αιτήματος της σε αναγνωριστικό, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηψιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο, που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως (ΕφΠειρ 1014/1992 Αρχ.Νομολ. 44.63, Κ. Κεραμέας, Αστικόν Δικονομικόν Δίκαιον, II, 1978, παρ. 58, σελ. 66, Γ. Μητσοπούλου, Η αναγνωριστική αγωγή, 1947, σελ. 184). Αντιθέτως το περί ενάρξεως της προς τοκοδοσία υποχρεώσεως των εναγομένων από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, αίτημα είναι νόμιμο, καθόσον ναι μεν η παραίτηση από το δικόγραφο (με την οποία εξισώνεται και ο περιορισμός του αιτήματος από καταψ η φιστικά σε αναγνωριστικό – ΑΠ 888/2003,      887/2003 αδημ., ΑΠ 4/1992 ΝοΒ 1993.686) καταλύει αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξεως, (ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ) αλλά όχι και κατά το μέρος που συνιστά απλή όχληση και συνεπώς δεν συνεπάγεται άρση αναδρομική ή μη των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας των εναγόμενων οφειλετών, η οποία, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 342 Α.Κ., έχει ήδη επέλθει μετά την όχληση (ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 1994.1259, ΑΠ 435/2006 αδημ., ΑΠ 23/ 2004, ΑΠ 888/2003). Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος, που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δοθέντος ότι για το αντικείμενο της δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα (βλ. άρθρα 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 «Περί Δικαστικών Ενσήμων» και 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 και 2 του Ν. 4446/2016).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στο δικαιούχο της (αντ)απαιτήσεως να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό (συμβιβασμό). Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 § 1 και 222 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να γίνεται αναφορά με τρόπο σαφή και ορισμένο των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά νόμο την προτεινόμενη σε συμψηφισμό ληξιπρόθεσμη και ομοειδή ανταπαίτηση κατά του δανειστή, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα αναπλήρωσης και κατ’ ακολουθία θεραπείας της για το λόγο αυτόν αοριστίας της ένστασης, με αναφορά σε άλλα έγγραφα, που αναφέρονται τα περιστατικά αυτά, με ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή των όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής (βλ. ΑΠ 811/2014, ΝΟΜΟΣ, 7/1976 ΝοΒ 24. 537). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί μονομερούς συμψηφισμού ή η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, ήτοι πρέπει να αναφέρεται: α) περιγραφή, χρόνος γέννησης και το ποσό των αμοιβαίων απαιτήσεων, που προτείνονται σε συμβιβασμό (ΑΠ 793/2005 ΕλλΔνη 49. 205), β) ότι οι απαιτήσεις είναι ομοειδείς (ΑΠ 386/1978 ΝοΒ 27. 174), γ) ότι οι απαιτήσεις είναι υποστατές και έγκυρες (ΑΠ 181/1995 ΕλλΔνη 1996. 1344) και δ) ότι οι αξιώσεις είναι ληξιπρόθεσμες και αγώγιμες (Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, έκδοση 2003, τόμος Β’, υπό το άρθρο 440, αρ. 6, σελ. 550). Ειδάλλως, ήτοι εφόσον δεν εξειδικεύονται τα παραγωγικά της ανταπαιτήσεως πραγματικά περιστατικά ή δεν καθορίζονται επακριβώς τα επιμέρους χρηματικά κονδύλια που απαρτίζουν την ανταπαίτηση κατά του δανειστή, ώστε να καταστεί εφικτό στον ενάγοντα να απαντήσει σ’ αυτή, στο δε δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 811 /2014 ό.π.).

Από την ένορκη εξέταση της μάρτυρος ________  ________   του ________, την εξέταση της ________  ________  , β’ ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλως ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως εάν μνημονεύονται ή όχι ειδικά, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 64/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής, ________  ___________   του ___________   , κατοικεί στη ________   και επί της οδού ___________   αριθ. __. Η μητέρα του, β’ εναγόμενη της υπό στοιχείο Β’ αγωγής, ________   ___________   του ________  , κατοικεί στη ________   και επί της οδού ________   ­­___. Την 02-09-2010 και περί ώρα 14:30 ο ________   ___________   επισκέφτηκε τη μητέρα του στην οικία της. Περί ώρα 20:00 αποφάσισε να κάνει ένα περίπατο με το σκύλο του, ο οποίος είναι μικρόσωμος και τον οποίο είχε δεμένο με ένα αυξομειούμενο λουράκι, με το οποίο τον κατηύθυνε. Η οικία των εναγόντων της υπό στοιχείο Β’ αγωγής α) ___________   ________ του ________ (ο οποίος είναι και εναγόμενος της υπό στοιχείο Α’ αγωγής), β) ________  ________  , γ) ________   ________ του ________  , δ) ________  ________  του ___________   και ε) ________  ________   και η οικία της μητέρας του χωρίζονται από μια άλλη οικία, που βρίσκεται ανάμεσά τους. Σημειωτέον δε ότι η β’ των εναγόντων της ανωτέρω αγωγής, ________  ________  , τυγχάνει σύζυγος του α’ των εναγόντων, ___________   ________, οι δε γ’ και δ’ των εναγόντων ________  ________ και ________  ________  , τυγχάνουν τέκνα τους, ενώ η ε’ των εναγόντων, ________  , ________   ήταν, κατά το χρόνο εκείνο, σύντροφος του υιού τους ________   ________. Μόλις ο ________   ___________   εξήλθε της οικίας της μητέρας του αντίκρισε απέναντι του τους α’, γ’ , δ’ και ε’ των ανωτέρω εναγόντων, οι οποίοι βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο, έξω από την οικία τους και οι οποίοι μόλις είδαν το σκύλο τον φώναξαν να πάει προς το μέρος τους. Ο σκύλος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά τους, πλην όμως όταν τους πλησίασε ούρησε κοντό στα πόδια τους, χωρίς ο ενάγων να προλάβει να το αποτρέψει. Τότε ο εναγόμενος της υπό στοιχείο Α αγωγής, ________   ________, άρχισε να εξυβρίζει τον ενάγοντα της αγωγής αυτής, ___________   ________  , λέγοντάς του «Είσαι βλάκας, ηλίθιος», ενώ στη συνέχεια, αντί να σταματήσει έτρεξε προς το μέρος του με επιθετική διάθεση και τον έσπρωξε στο σημείο του θώρακα. Συνέχισε δε να τον σπρώχνει προς το μέρος μιας μεγάλης λακκούβας με νερό, που υπήρχε εκεί, λόγω έργων, που έκανε ο εναγόμενος προς κατασκευή νέας κατοικίας και τον έριξε μέσα. Στη συνέχεια, ο ________   ________ εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ________   ___________   δεν μπορούσε να αντιδράσει, άρχισε να τον κλωτσά στην κοιλιά και στην πλάτη με δύναμη. Τότε ο τελευταίος νιώθοντας πόνο και τρόμο από τα χτυπήματα, άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Το γεγονός αυτό έκανε τον εναγόμενο να σταματήσει να τον χτυπά, ενώ ο ενάγων σηκώθηκε και κατευθύνθηκε οτην οικία της μητέρας του. Η μητέρα του κάλεσε αμέσως την αστυνομία, η οποία μετέφερε και τους δύο στο αστυνομικό τμήμα. Ο ενάγων, ________  ς ___________   αποφάσισε να μην ασκήσει αμέσως μήνυση για το περιστατικό αυτό. Στη συνέχεια μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο ________  «________  », όπου εξετάστηκε από ιατρούς και διαπιστώθηκε ότι έφερε σωματικές κακώσεις και εκδορές στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα κάτωθι των θηλέων και στην περιοχή της αριστερής ωμοπλάτης, ενώ επιπλέον διαπιστώθηκε άλγος θώρακα επιτεινόμενο με την εισπνοή (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. 34860/2010 πιστοποιητικό εξέτασης του ανωτέρω Γενικού Νοσοκομείου ________  ).     Με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά, ο εναγόμενος της υπό στοιχείο Α’ αγωγής προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος της αγωγής αυτής, στις εκφάνσεις που αφορούν τη σωματική του υγεία και ακεραιότητα. Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέοεως της αδικοπραξίας, την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, τη βαρύτητα των σωματικών βλαβών, το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ώθησε με τη στάση του τον εναγόμενο στην ως άνω σωματική επίθεση, αλλά κυρίως το ότι δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος της αγωγής αυτής επιχείρησε να άρει τις επιζήμιες συνέπειες της πράξης του με μία δήλωση συγγνώμης, μετά την ανωτέρω άδικη πράξη, στην οποία προέβη, κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, το οποίο βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής μετά από την στάθμιση των, κατά νόμο, στοιχείων κρίνεται εύλογο. Περαιτέρω, από κανένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει συμμετοχή στην εν λόγω αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης των ________  ________  , ________   ________ του ________  , ________  ________  του ___________   και ________  ________  . Σημειωτέον δε ότι η εξετασθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρας αποδείξεως της υπό στοιχείο Α’ αγωγής, κατέθεσε μεν ότι ο ενάγων ________   ___________   της μετέφερε ότι τον χτύπησαν οι ανωτέρω, πλην όμως ο ίδιος στρέφει την υπό κρίση αγωγή του μόνο κατά του ___________   ________ και όχι των λοιπών. Περαιτέρω, ο ενάγων της αγωγής αυτής άσκησε μήνυση για την ανωτέρω πράξη κατά των α) ___________   ________, β) ________   ________, γ) ________  ________  και δ) ________  ________  , πλην όμως δυνάμει της υπ’ αριθ. 4313/2013 απόφασης του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ο πρώτος εξ αυτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ενώ οι λοιποί αθωώθηκαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ανωτέρω καταδικασθείς άσκησε έφεση και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4738/2014 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών. Περαιτέρω, στην από 20-09-2010 και με αριθμό κατάθεσης 6435/2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων την οποία άσκησαν α) ο ________   ________  , β) η αδελφή του, ________  ___________   και γ) η μητέρα του ________   ___________   κατά των α) ___________   ________ και β) ________   ________, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι στο συμβάν που έλαβε χώρα την 02-09-2010, ο ________   ___________   χτυπήθηκε από τους ανωτέρω καθ’ ων η αίτηση, ήτοι τον ___________   ________ και τον _______  ________ και σε κανένα σημείο της αιτήσεως δεν γίνεται λόγος για τους λοιπούς, ________   ________  , ________  ________  και ________   ________  .

Σημειωτέον δε όχι στην υπό κρίση αγωγή του (υπό στοιχείο Α) ο ενάγων ________  ___________   δεν αναφέρει ότι τον κτύπησε ο ________  ________, αλλά αναφέρει ως προς αυτόν μόνο το γεγονός ότι αμέσως μετά το περιστατικό, ο τελευταίος του είπε χαμογελώντας ειρωνικά «Άντε τράβα να βρεις το σκυλί σου τώρα». Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των γ’, δ’ και ε’ των εναγόντων, ήτοι των ________   ________, ________  ________  και ________  ________  , του παρανόμου της προσβολής ειδικότερα συνισταμένου στην τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμήνυσης, της οποίας (πράξεως) στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη στην παράγραφο II της παρούσας. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι, συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς τους, οι ανωτέρω υπέστησαν ηθική βλάβη, καθώς δοκίμασαν στενοχώρια από τους ψευδείς ισχυρισμούς του α’ εναγομένου της υπό στοιχείο Β’ αγωγής, που περιλήφθηκαν στην κατατεθείσα σε βάρος τους έγκληση, η οποία τους δημιούργησε δικαιολογημένο άγχος και ψυχική αναστάτωση καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, που εκκρεμούσε η δικαστική κρίση, ενόψει του ενδεχόμενου καταδίκης τους για την ψευδώς καταγγελλόμενη από τον εναγόμενο αξιόποινη πράξη, για την οποία (ηθική βλάβη) δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, προς ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ύψος της οποίας, μετά τη στάθμιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της υπαιτιότητας του α’ εναγομένου, αλλά και της κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 1.000 ευρώ για καθένα από αυτούς, που κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ως δίκαιο και εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ) καθώς και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΟλΑΠ 9/2015 ΧρΙΔ 2015.575) και πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλεται να καταβληθεί από τον α’ εναγόμενο στους ανωτέρω ενάγοντες. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των εναγόντων της υπό στοιχείο Β αγωγής ως προς τον τρόπο που έλαβε χώρα το συμβάν, ήτοι ο ισχυρισμός τους ότι ο α’ εναγόμενος, ________   ________  , επιτέθηκε σε βάρος του ___________   ________ και ότι ο τελευταίος προσπάθησε να τον απωθήσει, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο μέσα στον λάκκο δεν κρίνονται πειστικοί από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον αυτά προκύπτουν μόνο από την κατάθεση της δεύτερης ενάγουσας, η οποία είναι διάδικος και συγγενής των εναγόντων της αγωγής αυτής, ενώ δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι α) ο α’ εναγόμενος της υπό στοιχείο Β’ αγωγής, όταν ο σκύλος του ούρησε έξω από την οικία των εναγόντων της αγωγής αυτής, εξύβρισε τη β’ ενάγουσα με τις φράσεις «Σκάσε μωρή Ρωσίδα, είναι δρόμος και θα κάνω ό,τι θέλω» β) ο α’ εναγόμενος της αγωγής αυτής, σε παρατήρηση του α’ ενάγοντα, όταν ούρησε ο σκύλος, εξύβρισε τον τελευταίο, με τις φράσεις «άντε ρε μαλάκα» «άει στο διάολο» και τον απείλησε με τη φράση «θα σε σκοτώσω» και γ) η β’ εναγόμενη της άνω αγωγής, όταν ενημερώθηκε για το συμβάν από τη β’ ενάγουσα εξύβρισε και απείλησε άπαντες τους ενάγοντες με τις φράσεις «Δολοφόνοι Γεωργιανοί…βρωμιάρα..εδώ δεν θα πατήσετε», «θα σας κυνηγήσω», «δεν ξέρεις ποια είμαι εγώ», «θα έχεις να κάνεις μαζί μου», «θα σας καταστρέφω». Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι ο α’ εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της εξύβρισης σε βάρος της β’ ενάγουσας, ο α’ εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος του α’ ενάγοντα και η β’ εναγόμενη τέλεσε το αδίκημα της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος των εναγόντων. Επιπλέον, η άσκηση της ένδικης υπό στοιχείο Β αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, καθώς και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος των εναγόντων, παρά τον περί του αντιθέτου αβάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων της αγωγής αυτής, καθόσον δεν οδηγεί, κατ’ αντικειμενικά κριτήρια, σε αποτελέσματα, που έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη, ούτε προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας σε βάρος των εναγομένων, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή, ενόψει και της υποβολής ψευδούς, όπως αποδείχθηκε, σε βάρος των ανωτέρω εναγόντων έγκλησης του πρώτου εναγομένου, με σκοπό την καταδίωξή τους για αξιόποινη πράξη, που αποδείχθηκε ότι δεν τέλεσαν. Περαιτέρω, η αθώωση των εναγομένων της υπό στοιχείο Β αγωγής, λόγω αμφιβολιών, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συναυτουργία και κατά συρροή, δυνάμει της υπ’ αριθ. 1488/2014 απόφασης του Α’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, δεν καθιστά την άσκηση της ως άνω αγωγής από τους ενάγοντες καταχρηστική, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην τελευταία περιλαμβάνονται πρόσθετα πραγματικά περιστατικά. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι της υπό στοιχείο Β αγωγής, επικουρικά προτείνουν σε συμψηφισμό την ένδικη αξίωση των αντιδίκων, ύψους 30.000 ευρώ, που αναφέρεται στην ανωτέρω αγωγή τους με την ανταπαίτησή τους, ύψους 30.000 ευρώ, που περιγράφεται στην υπό στοιχείο Α αγωγή τους. Η ένσταση αυτή του συμψηφισμού που προβάλλουν οι εναγόμενοι, είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή τα στοιχεία που αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Κατόπιν των ανωτέρω η υπό στοιχεία Α αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Περαιτέρω, η απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, καθόσον δεν προέκυψε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, ούτε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Επιπλέον, προσωρινή κράτηση δεν δύναται να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου, καθόσον το ποσό που επιδικάζεται δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, όπως απαιτείται για την επιβολή της, βάσει της διάταξης του άρθρου 1047 ΚΠολΔ. Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του (άρθρο 178 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η υπό στοιχεία Β’ αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ειδικότερα α) να απορριφθεί ως προς τη β’ εναγόμενη, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που της αποδίδονται, ήτοι της εξύβρισης και της απειλής, β) να απορριφθεί η αγωγή ως προς τον α’ ενάγοντα, καθώς αυτός δεν καταμηνύθηκε ψευδώς από τον α’ εναγόμενο, ούτε τον εξύβρισαν και τον απείλησαν οι εναγόμενοι, γ) να απορριφθεί η αγωγή ως προς τη β’ ενόγουσα, λόγω του ότι την ανωτέρω δεν την εξύβρισαν και δεν την απείλησαν οι εναγόμενοι, ως ανωτέρω εκτίθεται και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του α’ εναγόμενου να καταβάλει σε έκαστο από τους γ’, δ’ και ε’ των εναγόντων το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, λόγω της τέλεσης από μέρους του της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος των ανωτέρω. Τέλος, ο α’ ενάγων και η β’ ενάγουσα πρέπει να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ο γ’ ενάγων, η δ’ ενάγουσα και η ε’ ενάγουσα να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της β’ εναγόμενης, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176) και ο α’ εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων των γ’, δ’ και ε’ των εναγόντων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας του (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 12-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9075/2013 αγωγή με την από 20-04-2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4866/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2697/2015 αγωγή.

Α) ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 12-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9075/2013 αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο της αγωγής αυτής να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Β) ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-04-2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4866/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2697/2015 αγωγή, ως προς τη β’ εναγόμενη.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αγωγή ως προς τον α’ ενάγοντα και τη β’ ενάγουσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ως άνω αγωγή ως προς τον γ’ τη δ’ και την ε’ των εναγόντων.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του α’ εναγομένου να καταβάλει οε έκαστο εκ των γ’, δ’ και ε’ των εναγόντων το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον α’ ενάγοντα και τη β’ ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον γ’ ενάγοντα, τη δ’ ενάγουσα και την ε’ ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της β’ εναγόμενης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον α’ εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του γ’, της δ’ και της ε’ των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στον Πειραιά και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 6-5-20 χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία