fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

1159/1998 ΑΠ (286914)

ΠΟΙΝ’Χρ/1999 (670)

Καταδολίευση δανειστών, Στοιχεία του εγκλήματος κατά το άρθρο 397 του ΠΚ. Εγγύηση. Πρόκειται για παρεπόμενη σύμβαση. Ο εγγυητής είναι οφειλέτης και μπορεί να διαπράξει το ανωτέρω έγκλημα. Η έλλειψη /J ‘(77αιτιάλογίας και νόμιμης βάσης ως λόγοι αναίρεσης της απόφασης.

Αιτιολογία της απόφασης για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση. Εξάλειψη του αξιόποινου λόγω παραγραφής και εξουσίες του Αρείου Πάγου. Οριστική παύση της ποινικής δίωξης ως προς την πρώτη πράξη καταδολίευσης, ενώ ως προς τη δεύτερη πράξη, η απόφαση στερείται της νομίμου βάσεως και αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς της αξίας του ακινήτου, της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων στους κατηγορουμένους, του ύψους της απαίτησης της τράπεζας και του χρόνου που έλαβε γνώση η πολιτικώς ενάγουσα. Δεκτή η αναίρεση.

 

Αριθμ. 1159/1998

Προεδρεύων ο Αρεοπαγίτης: Ε. Δαμασκός.

Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης; Α. Ντόβας.

Εισαγγελεύς; Α. Καπόλλας.

Δικηγόροι: Γ, Γεμελιόρης, Α. Πούλος, Κ. Χαϊκάλης.

Απόσπασμα :

Κατά τη διάταξη του άρ. 397 του ΠΚ, … [παρατίθεται η διάταξη]. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γιο τη στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής τού υπαίτιου έχει αξίωση κατ’ αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και η θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικά ή εν μέρει, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή ολικά ή εν μέρει με μία από τις ρητά και περιορισμένα οριζόμενες στην ως άνω διάταξη πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρ. 847, 850 και 851 του ΑΚ, η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση και ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, ενεχόμενος όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, αλλά για την εκπλήρωση της οφειλής άλλου και- καταβάλλοντας εκπληρώνει την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και την δική του παροχή και συνεπώς είναι οφειλέτης κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρ, 397 του ΠΚ και διαπράττει την προβλεπόμενη από αυτή αξιόποινη πράξη, εφόσον συντρέξουν στο πρόσωπό του και οι λοποί όροι αυτής.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ, Ε’ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Η περίπτωση αυτή συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικό περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος γιο την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος έλλειψη της απαιτούμενης οπό τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής κοι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατ’ άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, υπάρχει στη δικαστική απόφαση, όταν … [βλ. ΑΠ 617/1998, ΠοινΧρ ΜΘ’, 62].

Ειδικώς η απόφαση για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει.την ανωτέρω αιτιολογία και ως προς τον χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση της πράξεως που τελέστηκε και για το πρόσωπο του δράστη ή ενός από τους συμμέτοχους της (άρ. 117 παρ, 1 ΠΚ). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρ. 111, 112 κοι 113 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελήματος, είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρ. 310 παρ. 1β, 370 εδ. β’ και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιος τάξης που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκησή της αιτήσεως αναιρέσεως, οφείλει νο αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 370 εδ. β’ του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και επί πλέον περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο, δηλαδή ένα λόγο σαφή και ορισμένο από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρ. 510 του ΚΠΔ χωρίς να απαιτείται ο λόγος ουτός να είναι συγχρόνως και βάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε ότι από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι αναιρεσείοντες (κατηγορούμενοι) στην Αθήνα στις 3,8.1990 και 3.9,1993, οφειλέτες τυγχάνοντας, με πρόθεση ματαίωσαν ολικά την ικανοποίηση της δανείστριας (αναιρεσίβλητης) Τράπεζας, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακό τους στοιχείο και ειδικότερα όντες οφειλέτες ποσού που ανερχόταν κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε 74,894.356 δραχμές, που προήλθε με βάση την […] σύμβαση πιστώσεως δΓ ανοικτού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και δη η πρώτη ως πιστολήπτρια και ο δεύτερος ως εγγυητής του εκάστοτε χρεωστικού κατάλοιπου, α οποίος (λογαριασμός) έκλεισε στις 13.10.1989,’προκειμένου να ματαιώσουν ολικά την ικανοποίηση της άνω απαίτησης της Τράπεζας, μεταβίβασαν με το υπ’ σριθμ. [..,] συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ε.Χ. την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα τους Φ.Φ. ένα οικόπεδο επιφάνειας 4.020,72 τ,μ. με τα επ’ αυτού ημιτελή χτίσματα στη θέση X. Π.Λ, Στη συνέχεια με το υπ’ σριθμ. (…) πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Δ.Ξ.-Χ. μεταβίβασαν στον Γ.Γ. την επικαρπία του παραπάνω ακινήτου, η αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 25.000.000 δραχμών.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών (όρ. 397 παρ, 1 ΠΚ) και επέβαλε στον καθένα φυλάκιση 14 μηνών, που ανέστειλε επί τριετία. Ενόψει των ανωτέρω σ) η διακριτή και αυτοτελής πρώτη πράξη καταδολίευσης δανειστών τελέστηκε στις 3,8.1990 (με την σύνταξη του [..,] μεταβιβαστικού της ψιλής κυριότητας συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Χ.) και συνεπώς έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από τον χρόνο τέλεσής της μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών. Σύμφωνα δε με τα προσκτηθέντα πρέπει ως προς αυτή να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, β) Ως προς δε την επίσης διακριτή και αυτοτελή δεύτερη πράξη της καταδολίευσης δανειστών ■ που τελέστηκε στις 3.9.1993 (με την σύνταξη του […] μεταβιβαστικού της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Δ.Ξ.-Χ.) η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικά έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της άνω ουσιαστικής διάταξης του άρ.. 397 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα σ'” αυτή: 1) ενώ αναφέρεται η πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, ανερχόμενη στο ποσό των 25,000.000, δεν τόσο π πραγματική αξία της μεταβιβασθείσας οπό τους αναιρεσειόντες επικαρπίας του, όσο και το τίμημα πώλησης αυτής παυ >ηκε ή καταβλήθηκε από τον αγοραστή με αποτέλεσμα να μην μπορεί διαγνωσθεί αν το αντάλλαγμα ήταν ισότιμο και αξιόχρεο ή όχι, 2) δεν :ται το περιστατικό ότι οι αναιρεσείοντες στερούνταν άλλων περιουσιακών στοιχείων που ήταν αναγκαίο ώστε να θεμελιωθεί το κατά νόμο στοιχείο της πράξης της ολικής ματαίωσης της ικανοποίησης της δανείστριας που διαλαμβάνεται σε αυτή, 3) δεν προσδιορίζεται το ύψος της προς ικανοποίηση απαίτησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατ’ αυτών κατά τον άνω χρόνο τέλεσης της πράξεως (μεταβίβασης), αλλά αναφέρεται το ύψος αυτής κατά τον μεταγενέστερο χρόνο της κατ’ αυτού άσκησης της τι σινικής δίωξης και 4) ενώ η από 31.1.1994 έγκληση της πολιτικώς ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), όπως από αυτή προκύπτει, υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Αθηνών την 1,2.1994, δηλαδή μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξεως, δεν αναφέρεται ο χρόνος της γνώσεως αυτής (πολιτικώς ενάγουσας) για την πράξη και τα πρόσωπα των δραστών.

Κατ’ ακολουθία π προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την άνω πράξη πρέπει να αναιρεθεί κατά τον βάσιμο από το άρ. 510 παρ, 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (της εκ πλαγίου παράβασης και έλλειψης αιτιολογίας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που προηγουμένως δίκασαν (άρ, 519 ΚΠΔ).

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία