Αριθμός Απόφασης 679/2019

Νομικά θέματα : ανυπόστατη αγωγή, καταδολίευση δανειστών ορισμένο, αναγνώριση καταλοίπου, ενστάσεις από τη βασική σχέση – ορισμένο αυτών, εξωτραπεζικά επιτόκια, έτος 360 ημερών, εισφορά του ν. 128/1975, εξωλογιστικοί τόκοι, κατάχρηση δικαιώματος, έρευνα περιουσίας οφειλέτη – συνυποχρέων. Εκκαλεί απόφαση πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Αριθμός  679/2019
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αντώνιο Πλακίδα, Πρόεδρο Εφετών,  Ιωάννη Αποστολόπουλο, Εφέτη και Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη-Εισηγητή   και από τη Γραμματέα Γ.Λ..


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ «αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από την ως άνω διάταξη, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατ’ απόφασης που εκδόθηκε ερήμην   του εκκαλούντος, πλην όμως ερευνήθηκε η υπόθεση σαν να  ήταν αυτός παρών ή είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271, 272 § 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που  μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται, επομένως η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών,  είχε συναχθεί δε  σε βάρος του τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας,  μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουστεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται, ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης,  χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 1906/2008, ΕφΠειρ 67/2016,  ΕφΑνατΚρητ 61/2015, ΕφΠειρ 336/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο: α)η από 11.1.2018 και με αρ. καταθ. ……./5.2.2018 έφεση των εκκαλούντων – εναγόμενων ………., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του …….. και . ……………………. και ……συζ. ……., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ιδίων ως άνω ανηλίκων τέκνων της, β)η από 11.1.2018 και με αρ. καταθ. ………/5.2.2018 έφεση της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ……….., γ)οι από  και με αρ. καταθ. ………../14.12.2018 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως των πρώτων, δ)οι από και με αρ. καταθ. ………/14.12.2018 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως της δεύτερης, που στρέφονται κατά της με αρ. 4952/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Οι εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 12.12.2017 (βλ. την με αρ. …./12.12.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………..), οι δε κρινόμενες εφέσεις ασκήθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 11.1.2018 και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.12.2018 κι επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην εφεσίβλητη – ενάγουσα (βλ. τις με αρ. …. και …../14.12.2018  εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών . …). Για το παραδεκτό αυτών έχουν επιπλέον κατατεθεί τα αντίστοιχα παράβολα με βάση τη διάταξη του άρθρου 495 αρ.4 ΚΠολΔ (βλ. τα με αρ. …. . e και ……….  e- παράβολα, αντίστοιχα, τα οποία εξοφλήθηκαν). Οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής (άρθρα 246 και 524 § 1 του ΚΠολΔ και ΑΠ 427/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 31.10.2016  (αρ. εκθ. καταθ. ………./2016) παυλιανής  αγωγής  της ενάγουσας, η οποία είχε γίνει δεκτή με εφαρμογή του τεκμηρίου ερημοδικίας ως προς τους εναγόμενους – εκκαλούντες της  (α) έφεσης,  οι οποίοι είχαν δικασθεί ερήμην. Με δεδομένο ότι οι ήδη εκκαλούντες  προβάλλουν άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με επίκληση λόγων που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή κι ερμηνεία του νόμου κι εκτίμηση των αποδείξεων, η άνω έφεση, αφού γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί  η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της μέσα στα πλαίσια των λόγων εφέσεως. Εξάλλου η (β) έφεση πρέπει να γίνει ομοίως τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Σημειώνεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης είναι παραδεκτοί, καθώς στρέφονται κατά του μοναδικού κεφαλαίου της υπόθεσης (αίτησης δικαστικής προστασίας παυλιανής αγωγής με αίτημα τη διάρρηξη των αναφερόμενων για κάθε εναγόμενο εκποιητικών δικαιοπραξιών, άρθρο 520 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 579/2018, ΑΠ  207/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 215 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23-07-2015) και, σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, ισχύει από 01-01-2016, «[σ]την περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα». Διευκρινίζεται ότι στον εναγόμενο επιδίδεται μόνο αντίγραφο της αγωγής, χωρίς κλήση προς συζήτηση, δοθέντος ότι ο ορισμός δικασίμου και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο λαμβάνουν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην τακτική διαδικασία, όπως αυτή αναμορφώθηκε πλήρως υπό την ισχύ του Ν. 4335/2015, η μη επίδοση στον εναγόμενο (κυρωμένου αντιγράφου) της αγωγής εντός της προθεσμίας των τριάντα (ή εξήντα) ημερών από την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ή, αν η αγωγή δεν επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στην προθεσμία, έχει ως συνέπεια αυτή να θεωρείται  μη  ασκηθείσα, δηλαδή  ανυπόστατη. Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής, η οποία μέχρι το Ν. 4335/2015 συνιστούσε προπαρασκευαστική προθεσμία (βλ. 228 και 229 ΚΠολΔ), καθίσταται πλέον προθεσμία ενεργείας, η μη  επίδοση της αγωγής ή τα ελαττώματα αυτής (επίδοσης) εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικάζον δικαστήριο και δεν δύνανται να θεραπευτούν μεταγενέστερα με την αναντίλεκτη συμμετοχή του εναγόμενου στη διαδικασία (με την προκατάθεση προτάσεων), καθώς πρόκειται για ελαττώματα που πλήττουν την υπόσταση της αγωγής, η οποία θεωρείται αναδρομικά ανύπαρκτη, και δεν αφορούν μόνο το παραδεκτό της συζήτησης αυτής, όπως γινόταν δεκτό υπό το προϊσχύσαν δικαιικό καθεστώς και εξακολουθεί να ισχύει στις ειδικές διαδικασίες. Ούτε, άλλωστε, μπορεί  να υποστηριχθεί ότι η επαγωγή της συνέπειας αυτής (ανυπόστατο της αγωγής) εξαρτάται από τη δυνατότητα του εναγόμενου να ανταποκριθεί στο δικονομικό βάρος επίκλησης και απόδειξης δικονομικής αυτού βλάβης από τη μη επίδοση, την παράτυπη ή εκπρόθεσμη επίδοση της αγωγής (πρβλ. άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι με τη μεταβολή στον τρόπο άσκησης της αγωγής στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας σκοπείται η διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, ιδίως του εναγόμενου, καθώς μετά την προθεσμία ενέργειας επίδοσης της αγωγής, ακολουθεί η προπαρασκευαστική προθεσμία των 100 ημερών (ή 130 για τον διαμένοντα στο εξωτερικό), για την κατάθεση των προτάσεων και τη συγκέντρωση του αποδεικτικού του υλικού (Κ. Μακρίδου, Ειδικές Διαδικασίες στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μετά το Ν. 4335/2015 (2017), § 1 αριθ. 3, σελ. 24-25, X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν. 4335/2015 (2016), σελ. 14, Κ. Μακρίδου – X. Απαλαγάκη – Γ. Διαμαντόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Θεωρία – Νομολογία – Υποδείγματα (Β΄ έκδοση – 2018), σελ. 7-8, Δ. Κράνης, Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015), Εισήγηση σε ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης (9 Ιουλίου 2016), προσπελάσιμη στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Κοζάνης, I. Κουκουράκη, Οι αλλαγές που επέφερε στην πολιτική δικονομία ο Ν. 4335/2015, ΕλλΔ/νη 2017.1015, Κ. Καλαβρός, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (4η έκδοση – 2016), § 33 αριθ. 10, Ε. Μπαλογιάννη/Π. Ρεντούλης σε Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (επιμέλεια X. Απαλαγάκη – 5η έκδοση – 2017), άρθρο 215 αριθ. 8]. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 124 §  2 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς προκύπτει ότι η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου μπορεί να γίνει κατ’ επιλογήν του δικαστικού επιμελητή είτε στην κατοικία του αποδέκτη, είτε στον τόπο της εργασίας ή της επαγγελματικής του δραστηριότητας (Ολομ. ΑΠ 3/2001). Το γεγονός, όμως, ότι το οίκημα στο οποίο έγινε η επίδοση αποτελεί οικία ή γραφείο εκείνου στον οποίο έγινε η επίδοση δεν είναι από τα γεγονότα για τα οποία έχει άμεση αντίληψη ο δικαστικός επιμελητής και όφειλε να εξακριβώσει, ώστε να επιτρέπεται ανταπόδειξη χωρίς την προσβολή της έκθεσης  επίδοσης ως πλαστής (ΑΠ1488/2018, ΑΠ  1019/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Bαθρακοκοίλης ΚΠολΔ άρθρο 139 αρ.3). Στην προκείμενη περίπτωση οι εκκαλούντες της (α) έφεσης ……… και ………… (ο πρώτος ατομικά και ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του …….. και ……… και  η δεύτερη ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ιδίων τέκνων) ισχυρίζονται ότι η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση φέρεται ότι επιδόθηκε ως προς αυτούς με θυροκόλληση στην οδό ………. στην Βάρη Αττικής, όπου ουδέποτε είχαν κατοικία ή επαγγελματική στέγη, ενώ κατοικούσαν ανέκαθεν στην οδό …… στον Πειραιά, με αποτέλεσμα να μην πληροφορηθούν τη σε βάρος τους αγωγή και να δικασθούν στον πρώτο βαθμό ερήμην. Από την με αρ. ………./18.1.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …………,  που προσκομίζει η εφεσίβλητη, προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε με θυροκόλληση, όσον αφορά τους δύο πρώτους εναγόμενους – εκκαλούντες, στην οδό ……….. στην Βάρη Αττικής. Από τα προσκομιζόμενα περαιτέρω έγγραφα από τους εκκαλούντες, αλλά και την εφεσίβλητη (αρχική σύμβαση εγγύησης – πρόσθετες πράξεις αυτής) προκύπτει ότι οι άνω εναγόμενοι είχαν τη διεύθυνση κατοικίας τους στην οδό ……… στον Πειραιά ή ακόμα στην επαγγελματική έδρα της «………» στην οδό  …….. στο Μοσχάτο και όχι στην οδό ……. στη Βάρη Αττικής, όπου κατοικεί ο …………. Με τη διεύθυνση αυτή δεν συνδέεται καθόλου ο πρώτος εναγόμενος και η οικογένειά του (συνομολογείται εμμέσως και από την ενάγουσα), ώστε η αγωγή ως προς αυτούς να είναι ανεπίδοτη. Η δυνατότητα πληροφόρησης των άνω εναγόμενων για την δικάσιμο της αγωγής (η εφεσίβλητη – ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η τρίτη εναγόμενη .. ……………………., μητέρα του …, κατοικεί στην ίδια διεύθυνση με τους άνω εκκαλούντες, οδό …… στον Πειραιά, στην οποία επιδόθηκε η αγωγή, χωρίς όμως να συνοικεί με αυτούς στο ίδιο διαμέρισμα) δεν ασκεί, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν έννομη επιρροή, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται, αφού οι άνω εναγόμενοι, ομόδικοι αυτής δεν είχαν παραστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συνεπώς δεν έχει γίνει νομότυπη κι εμπρόθεσμη επίδοση της αγωγής ως προς τους άνω εναγόμενους (ήτοι τον πρώτο εναγόμενο . ……………………. και τα τέκνα του . …. και … ., όπως εκπροσωπούνται από τον ίδιο και την δεύτερη εναγόμενη εκκαλούσα .. …………………….) και κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου, ώστε ως προς αυτούς η αγωγή να θεωρηθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου  215 εδ. ως μη ασκηθείσα. Επισημαίνεται ότι η διαδικαστική πορεία της αγωγής ως προς την τρίτη εναγόμενη δεν θίγεται, αφού είναι δυνατή η άσκηση αγωγής διάρρηξης απαλλοτρίωσης του άρθρου 939 ΑΚ κατά  μόνου του οφειλέτη (όχι δηλαδή και του αποκτώντος τρίτου, εν προκειμένω των ανηλίκων τέκνων), ενώ η κατάργηση της δίκης ως προς τον ένα αναγκαίο ομόδικο (αφού μεταξύ οφειλέτη και αποκτώντος ιδρύεται αναγκαία ομοδικία)  δεν θίγει τους λοιπούς ομοδίκους (άρθρο 76 ΚΠολΔ, ΑΠ 1824/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Σε βάρος της ενάγουσας  θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των άνω εκκαλούντων – εναγόμενων, κατά το παρεπόμενο αίτημά τους (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους άνω  εκκαλούντες  (άρθρο 495 § 3 εδ. στ΄ ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 939 ΑΚ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους (ΟλΑΠ 19/2008, ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 1567/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με το θεσμό της διάρρηξης αποσκοπείται η κατοχύρωση της υπεγγυότητας της περιουσίας του οφειλέτη, ήτοι της δυνατότητας των δανειστών να επιληφθούν της περιουσίας του με τα μέσα της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αφού ο νόμος δεν διακρίνει, η διάταξη αφορά κάθε περιουσιακή αξίωση του δανειστή (ΟλΑΠ 19/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 Α.Κ. προκύπτει ότι, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α)Απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένη κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεσθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε δυνάμει αυτού ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη και αυτή να έχει καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο δικαστήριο, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 709/1994 ΝοΒ 23.300, ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 708/2017 ό.π., ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 661/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 928/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1701/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). β)Απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, η οποία περιλαμβάνει κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση, εκποίηση, αλλοίωση ή παραίτηση, που επιφέρει μείωση της υπέγγυας στους δανειστές περιουσίας, ανεξάρτητα αν έγινε με ή χωρίς αντάλλαγμα. Συνεπώς, σε διάρρηξη υπόκεινται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, τόσο οι επαχθείς όσο και οι χαριστικές δικαιοπραξίες (941, 942 ΑΚ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι γονικές παροχές  (βλ. ΑΠ 28/2017 ό.π., ΑΠ 661/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 778/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1475/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1800/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1567/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 18/1998 ΕλλΔνη 40.124, ΕΑ 730/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 507/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 273/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΘ 1028/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 760/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός δε ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης  από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νόμιμων (ΑΠ 28/2017 ό.π., ΑΠ 1728/2006 ΕλΔ 48.479, ΑΠ 818/1998 ΕλΔ 40.123, ΕφΑθ 730/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 507/2009 ό.π., ΕφΑθ 5061/2004 ΕλΔ 46.563). γ)Πρόθεση βλάβης των δανειστών. Ειδικότερα, η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, καθώς στην περίπτωση αυτή είναι προφανές πως ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της απαλλοτριωτικής του πράξης είναι η βλάβη του δανειστή, την οποία αποδέχεται (ΑΠ 621/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 661/2015 ό.π., ΑΠ 1798/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1567/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 862/1998 ΕλλΔικ 1999.125, ΑΠ 818/1998 ΕλλΔικ 1999.124). δ) Γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, η οποία όμως δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία και τέτοια είναι και η κατά γονική παροχή αφού, μπορεί στη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ να χαρακτηρίζεται ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της καθ’ ο μέρος δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία (ΑΠ 928/2014 ΧΡΙΔ 2014.734, ΑΠ 1633/2013, ΑΠ 1815/2012,  1567/2008). Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης, που συνίσταται σε χαριστική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση  (ΟλΑΠ 15/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 6/2003 ΕλΔ 44 σελ. 401, ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 708/2017 ό.π., ΑΠ 339/2016, ΑΠ 661/2015 ό.π., ΑΠ 417/2015, ΑΠ 1092/2013, ΑΠ 1284/2011, ΑΠ 846/2011, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 1475/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1567/2008, ΑΠ 207/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1189/2003 ΕλΔ 45.460, ΑΠ 637/2001 ΕλΔ 43.1410, ΕφΠειρ 184/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). ε)Αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 708/2017 ό.π., ΑΠ 28/2017 ό.π., ΑΠ 661/2015 ό.π., ΑΠ 1677/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1881/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1112/2004, ΑΠ 862/1998 ΕλλΔικ 1999.125, Καυκάς, ΕνοχΔ, άρθρ. 939-942). Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, η οποία είναι ένα από τα στοιχεία  της βάσης της αγωγής διαρρήξεως, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, η οποία υπάρχει μόνον όταν ο οφειλέτης είναι κατ’ εκείνο το χρόνο αφερέγγυος (ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 708/2017 ό.π., ΑΠ 661/2015 ό.π., ΑΠ 1902/2013, ΑΠ 637/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 88/1998 ΕλλΔικ 39.843). Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 939 Α.Κ., ως «υπόλοιπη περιουσία» του οφειλέτη θεωρείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όχι δε η αφανής (λ.χ. τραπεζικές καταθέσεις, χρήματα, ομόλογα ή τιμαλφή στο σπίτι του οφειλέτη ή σε τραπεζική θυρίδα), αφού δεν μπορούν να επιληφθούν αυτής με αναγκαστική εκτέλεση (Ι. Δεληγιάννη – Π. Κορνηλάκη, ό.π. σελ. 381), καθώς είναι ανύπαρκτη για αυτούς. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ματαίωση του επιδιωκομένου σκοπού από το νόμο με τη διάρρηξη της προστασίας των δανειστών από την καταδολίευση αυτών από τον οφειλέτη (ΑΠ 928/2014 ΧΡΙΔ 2014.734, ΑΠ637/2001 ΕλλΔικ 2002.1411, ΕφΔωδ 11/2006 ό.π.). Η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος (ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 28/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 621/2016 ό.π.). Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει, για το κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται σε αυτήν (ΟλΑΠ 15/2012 ό.π., ΑΠ 1116/2018 ό.π., ΑΠ 1677/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ο  δανειστής έχει  την δυνατότητα να ασκήσει την αγωγή είτε κατά του οφειλέτη, είτε κατά του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 “Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει. Περαιτέρω, ο αλληλόχρεος ή ανοικτός λογαριασμός κλείνεται περιοδικώς κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αλλά όχι κατά διαστήματα μικρότερα του τριμήνου. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του κατάλοιπου δικαιούται να απαιτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 § 2 ΕισΝΑΚ). Το χρηματικό κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, είναι κατά ποσό ορισμένο και δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση του λογαριασμού αυτού, το κλείσιμο τούτου και το κατάλοιπο που προκύπτει υπέρ εκείνου που ασκεί την αξίωση. Η ενοχή δε για το κατάλοιπο που προκύπτει από κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένα ή υποσχέθηκε πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 192/2005).  Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 ν.δ. της 17/7/13-8-1923 και 112 Ε.Ν.Α.Κ. προκύπτει ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του κατάλοιπου που θα προέλθει από τη λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα τραπεζική ανώνυμη εταιρία και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε στην από 31.10.2016  (αρ. εκθ. καταθ. (………../2016) αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ότι μεταξύ αυτής ως δανείστριας και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» ως πιστούχου, καταρτίσθηκε η υπ’ αριθμ. …./28.05.1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε πίστωση υπέρ της ανωτέρω πιστούχου εταιρείας, μέχρι του ποσού των 65.000.000δρχ. ή 190.755,69 ευρώ, η οποία με τις πρόσθετες πράξεις της  ανωτέρω σύμβασης, αυξήθηκε στο ποσό των 2.100.000,00 ευρώ. Ότι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου εταιρίας εγγυήθηκαν, για το σύνολο του ποσού και των αναφερόμενων στην αγωγή συμβάσεων  εγγύησης (αντίστοιχων της σύμβασης πρόσθετων πράξεων) η εναγόμενη, ο μη διάδικος πλέον ………,  όπως επίσης και οι μη διάδικοι ………. και ………., με τους όρους  που εκτίθενται στην αγωγή,  ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες παραιτούμενοι των σχετικών ενστάσεων των διατάξεων των άρθρων 862 και 853 ΑΚ, δεσμευόμενοι από κάθε αναγνώριση της οφειλής στην οποία θα προέβαινε η πιστώτρια.  Ότι  για την εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε ο με αρ. ……….. τραπεζικός λογαριασμός, ο οποίος την 1.10.2015 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 182.606,52 ευρώ,  το οποίο αναγνώρισε εγγράφως η πιστούχος εταιρία με το από 1.10.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ανεπιφύλακτα. Ότι την 09.08.2016 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης και στο κλείσιμο του τηρούμενου προς εξυπηρέτησή της τραπεζικού λογαριασμού, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 121.994,07 ευρώ, για το οποίο ενέχονταν η πιστούχος και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη. Ότι τον Ιούνιο του 2013, τρία περίπου έτη πριν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, η εναγόμενη μεταβίβασε λόγω δωρεάς δυνάμει  του  υπ’ αριθμ.  …./04.06.2013 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ……..,  που μεταγράφηκε νόμιμα, στα ανήλικα εγγόνια της …………………………….. και . ……………………., μη διαδίκους πλέον, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα από αυτά την πλήρη   κυριότητα  οριζόντιας  ιδιοκτησίας  –  μεζονέτας, κείμενης στην οδό ………… στον Πειραιά, όπως περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στην αγωγή, αξίας 300.000 ευρώ, β)το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος ή κατά ή κατά πλάτος της ως άνω, αξίας 15.000 ευρώ. Ότι η μεταβίβαση των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών έγινε προς βλάβη της ιδίας (ενάγουσας), καθώς αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία  της  τρίτης των εναγόμενων, πρόσφορα σε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της ενάγουσας και αυτοί δεν διαθέτουν  άλλα εμφανή επαρκή περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η πρώτη. Με βάση το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη  στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.  Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη, αφού εκτίθενται επαρκώς στο δικόγραφό της τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της και, ειδικότερα, περιγράφεται η απαίτηση της ενάγουσας κατά τα παραγωγικά της αίτια, χωρίς να είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται στην αγωγή η πλήρης κίνηση του αλληλοχρέου λογαριασμού που τηρείτο μεταξύ των διαδίκων, αφού όπως εκτίθεται στο δικόγραφο, η πιστούχος αναγνώρισε εγγράφως το υπόλοιπο που εμφάνιζε ο λογαριασμός αυτός την 1.10.2015, μετά δε την ημερομηνία αυτή παρατίθεται η κίνησή του έως το οριστικό του κλείσιμο.  Αναφέρεται επίσης η αξία των απαλλοτριούμενων περιουσιακών  στοιχείων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τα οποία, όπως αναφέρεται στην αγωγή, αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία της  τρίτης εναγόμενης, πρόσφορα για την ικανοποίηση της ενάγουσας, γεγονός που αρκούσε για τη θεμελίωση της αφερεγγυότητάς τους. Η ύπαρξη και άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η ενάγουσα συνιστά προβολή ένστασης  από πλευράς των εναγόμενων (ΑΠ 1824/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν αυτών θα πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι εφέσεως που αναφέρονται στην αοριστία της αγωγής.

Η ενοχή από την κατά το άρθρο 873 ΑΚ σύμβαση αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους είναι αναιτιώδης και συνεπώς δεν θίγεται το κύρος αυτής από την ανυπαρξία, την ακυρότητα ή την ελαττωματικότητα της βασικής σχέσεως. Μπορεί όμως ο οφειλέτης, εναγόμενος προς εκπλήρωση της υποχρεώσεως που απορρέει από την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση, να επικαλείται την βασική αιτιώδη σχέση που τον συνδέει με τον ενάγοντα δανειστή και να αντιτάξει κατ’ ένσταση, βοηθούμενος από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), το παράνομο ή ανύπαρκτο της ενοχής ως και τα ελαττώματά της. Αυτό ισχύει και επί αλληλοχρέου λογαριασμού όταν έχει αναγνωρισθεί το οριστικό ή το περιοδικό χρεωστικό εις βάρος του κατάλοιπο του λογαριασμού, μπορεί δηλαδή, παρά την αναγνώριση, ο υπόχρεος να το αμφισβητήσει και να ισχυρισθεί ότι και άλλες υπέρ αυτού πιστώσεις έπρεπε να είχαν εγγραφεί στο λογαριασμό, μεταξύ των οποίων και χρηματικές καταβολές, που αυξάνουν το ποσό της πίστωσής του, ως πιστωτικά υπέρ αυτού κονδύλια του λογαριασμού, και ελαττώνουν αντίστοιχα ή μηδενίζουν το σε βάρος του κατάλοιπο, ή ότι ορισμένες χρεώσεις, οι οποίες αυξάνουν το κατάλοιπο, δεν έπρεπε να είχαν εγγραφεί στο λογαριασμό, ως χρεωστικά εις βάρος του κονδύλια. Η προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού από τον οφειλέτη που αναγνώρισε το (περιοδικό ή οριστικό) κατάλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού, για παράλειψη πιστωτικής ή για ανυπαρξία χρεωστικής εγγραφής, πρέπει να συνοδεύεται από την επίκληση και την απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν την ύπαρξη της πρώτης (πίστωσης) και την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της δεύτερης (χρέωσης), σε συνδυασμό με τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 208/2004, ΑΠ 317/2003 ΕλλΔνη 2004,488, ΑΠ 1045/2001 ΕλλΔνη 2003,421, ΑΠ 709/1994 ΕλλΔνη 1995,829, ΑΠ 104/1990 ΕλλΔνη 1990,816, ΕφΑθ 9168/1998 ΕλλΔνη 1999,437, ΕφΑθ 8670/1996 ΕπισκΕΔ 1999.138, ΕφΑθ 9844/1994 ΕλλΔνη 38,935, Στ. Αντωνόπουλο, Η σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού β΄ έκδοση παρ. 174). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 “προστασία καταναλωτών”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα)κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ)κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Υπό την έννοια αυτή, ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής, ενώ και ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης (βλ. ολ.ΑΠ 13/2015 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994,  όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 του Ν. 2741/1999 και το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3587/2007, γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί οιασδήποτε μορφής πίστωση. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας των γενικών αυτών όρων κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Πρέπει δηλαδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2251/1994, οι οποίες, ως προς τον έλεγχο των όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων σε βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει ένα γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία διαταράσσουν την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και καθιστούν τον όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να προβάλλονται με σαφήνεια ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για να έχει αυτό τη δυνατότητα να κρίνει, στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, για την ακυρότητα ή μη ως καταχρηστικού του σχετικού όρου (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 561/2014 TNΠ ΝΟΜΟΣ). Εκτός, όμως, από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., που συνεπάγεται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην επομένη παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων, που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς, ως προς αυτούς, να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ’ αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 § 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (Ολ. Α.Π. 15/2007, ΑΠ 994/2018,  ΑΠ 2037/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.