fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 542/2010

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY APEIOY ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ  από τους  Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «_______                  ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ,
ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: _______  _______   του _______  , κατοίκου Περάματος Πειραιώς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 476/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 5333/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 23-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της ένδικης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 21 12/1920 και 5 ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία. Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία, από την πλευρά του εργοδότη, συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η δήλωσή του για λύση της σύμβασης. Στη περίπτωση της άμεσης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει ολόκληρη την αποζημίωση που οφείλεται στον μισθωτό όπως αυτή καθορίζεται από τον ν. 21 12/1920. Στην περίπτωση, που δεν καταβληθεί η δεν καταβληθεί προσηκόντως η από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, ο μισθωτός δικαιούται, α) να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, την υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντας σ’ αυτόν το νόμιμο ή συμβατικό μισθό, β) να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ., ο μισθωτός έχει υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του με επιμέλεια και προσοχή, καθώς και να προσέρχεται τακτικά και ανελλιπώς στην εργασία του. Έτσι, κατ’ αρχήν, αδικαιολόγητα δεν μπορεί να απουσιάσει ούτε για ελάχιστο χρόνο, καθόσον η αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία, μπορεί να αποτελέσει λόγο, για καταγγελία της σύμβασης, χωρίς αποζημίωση, παράλληλα δε παρέχει το δικαίωμα στον εργοδότη, να μην καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές του, για το χρονικό διάστημα της αδικαιολόγητης απουσίας του. Η ασθένεια, όμως, του μισθωτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 660,     661 ΑΚ άρθρ.5 περ. 3 Ν. 2112|1920, 8 Β.Δ|τος 16| 18-7-1920 και 3 Ν. 455811930, αποτελεί κώλυμα, που δικαιολογεί κατ’ αρχήν, την απουσία από την εργασία, χωρίς δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 21 12)1920, «αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας, σχετικώς, διάρκειας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού». Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αναφερομένη στους εργάτες η υπηρέτες διάταξη του άρθρου 8 Β.Δ. 1 6| 1 8-7-1 920. Ως «βραχείας διάρκειας» ασθένεια, η οποία δεν συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης εργασίας, θεωρείται αυτή που διαρκεί α) ένα μήνα, για υπαλλήλους που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, τρεις μήνες για υπαλλήλους, που υπηρετούν περισσότερο από τέσσερα και μέχρι δέκα (10) έτη, γ) τέσσερις μήνες, για όσους υπηρετούν περισσότερο από δέκα έτη και δ) έξι μήνες, για υπαλλήλους, που υπηρετούν περισσότερο από δέκα πέντε έτη (άρθρο 3 Ν. 4558|1930). Οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή σε κάθε ασθένεια, εξαιτίας της οποίας ο μισθωτός απούσιασε από την εργασία του και ,0″‘ ανεξάρτητα από την αιτία, που την προκάλεσε.! Η απόδειξη, εξάλλου, της ασθένειας γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών δικαιολογητικών, όπως πιστοποιητικό ιατρού, βεβαίωση του ΙΚΑ ή άλλου Ασφαλιστικού Ταμείου ή : Νοσοκομείου-Θεραπευτηρίου, έγγραφα κ.λπ. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία στις 14-1 1-1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειριστής μηχανημάτων έργων. Ως τόπος εργασίας του ορίσθηκε η Αττική, αλλά και όλη η Επικράτεια, αν του εζητείτο από την εργοδότιδα. Ο ενάγων, κατά το έτος 2003 είχε εμφανίσει κάποιες απουσίες, τις οποίες δεν είχε δικαιολογήσει με σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, γι’ αυτό η εναγομένη διαμαρτυρήθηκε σχετικά, με εξώδικες δηλώσεις της. Έτσι ο ενάγων, τον Ιανουάριο του 2005 οπότε ήταν ασθενής και χρειάσθηκε να λείψει από την εργασία του, προσκόμισε σχετική αναρρωτική άδεια. Η εναγομένη, σύμφωνα και με τον σχετικό όρο της συμβάσεως, στις 28-3-2005 του ανακοίνωσε ότι μετατίθεται στον Βόλο και ότι έπρεπε να εμφανισθεί στο εκεί εργοτάξιό της, για ανάληψη εργασίας το πρωί της 4-4-2005. Ο ενάγων υπέγραψε το σχετικό έγγραφο, που αυτός προσκόμισε, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός ενημερώθηκε σχετικά και ότι αποδέχεται την μετάθεσή του. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι στις 31-3-2005 ο ενάγων ασθένησε (στην απόφαση, από προφανή γραφική παραδρομή, αναφέρεται ότι ασθένησε στις 31-5-2005) και την ίδια ημέρα, το μεσημέρι απέστειλε με «ΦΑΞ» το με ίδια ημερομηνία έγγραφο παραπομπής ασφαλισμένου του ΙΚΑ στην ΑΎΕ, στο οποίο ο αρμόδιος ιατρός υπέβαλε παράκληση να χορηγηθεί στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια δέκα (10) ημερών. Κατόπιν αυτών, ο τελευταίος ενημέρωσε την εναγομένη ότι στις 4-4­2005 δεν μπορούσε να μεταβεί στον Βόλο, όπως είχε υποχρέωση. Η εναγομένη θεώρησε την μη εμφάνιση του ενάγοντος ως οικειοθελή αποχώρηση και του απέστειλε σχετική εξώδικη δήλωση, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, παρότι η A’ ΥΕ του ΙΚΑ εξέδωσε την ίδια ημέρα (4-4-2005) απόφαση, για χορήγηση σ’ αυτόν αναρρωτικής άδειας δέκα ημερών, από 31-3-2005. Περαιτέρω, ο ενάγων, στις 1 1-4-2005 έστειλε με ΦΑΞ στην εναγομένη άλλο έγγραφο, με παράκληση ιατρού, για παράταση της αναρρωτικής του αδείας από 1 1-4-2005 έως 14-4-2005. Επίσης στις 15-4-2005 κοινοποίησε στην εναγομένη, η οποία δεν αποδεχόταν πλέον την εργασία του, την από 14-4-2005 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση, με συνημμένα όλα τα έγγραφα, που αποδείκνυαν την κατάσταση της υγείας του, δηλώνοντάς της ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του είναι κακόβουλη και καταχρηστική, αφού ο ίδιος είχε αποδεχθεί τη μετάθεσή του και (δήλωσε) ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων στις 19-4-2005 γνωστοποίησε στην εναγομένη με ΦΑΞ χορήγηση νέας αναρρωτικής άδειας από 15-4-2005, για ένα ακόμη μήνα, καθώς και το με ίδια ημερομηνία έγγραφο του ΙΚΑ, απ’ όπου προκύπτει ότι αυτός εισήλθε στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά στις 15-4-2005, για να χειρουργηθεί για περιεδρικό συρίγγιο, από το οποίο έπασχε από πολύ χρόνο, αλλά εξήλθε την επομένη, με την κατάσταση της υγείας του αμετάβλητη, ενώ μέχρι σήμερα ισχυρίζεται ότι υποφέρει, αλλά ότι φοβάται να υποβληθεί στη σχετική επέμβαση. Ότι ήδη από 11-4-2005 ο ενάγων είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου και πάλι επανέλαβε ότι αποδέχεται τη μετάθεσή του και ζήτησε να μεταβεί στον Βόλο, για να εργασθεί, σε συζήτηση δε που έγινε, συστήθηκε στην εναγομένη η ανάκληση της απόλυσης του ενάγοντος, άλλως η προσφυγή στα δικαστήρια. Τέλος, δέχθηκε το Δικαστήριο, ότι ο ενάγων δεν επιθυμούσε να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά η απουσία του από αυτήν οφειλόταν στην ως άνω ασθένειά του, για την οποία του χορηγήθηκε η αναρρωτική άδεια και ότι η εναγομένη, μη επιθυμώντας την επάνοδό του στην εργασία του, κατήγγειλε έτσι την εν λόγω εργασιακή σύμβαση, απορρίπτοντας τον περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος ισχυρισμό της εναγομένης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή του, με την οποία ζήτησε την καταβολή ως αποζημίωσης ποσού 9.834,4 ευρώ, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε αντίθετα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παρεβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, τις σχετικές με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με την ορθότητα του δικανικού συμπεράσματος του. Ειδικότερα: α) αν και αναφέρει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στις 31­3-2005 ο ενάγων ασθένησε, εντούτοις δεν αναφέρει το είδος της ασθένειάς του αυτής, ούτε τον χρόνο διάρκειάς της, ούτως ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή ήταν τέτοιας έκτασης και τόσο μεγάλη, ώστε να τον εμπόδιζε να εμφανιστεί στον Βόλο και να εργαστεί εκεί, β) αν και δέχεται ότι ο ενάγων στις 31-3-2005 απέστειλε στην εναγομένη με φαξ έγγραφο παραπομπής του στην A’ Υ.Ε. , με παράκληση ιατρού για χορήγηση αναρρωτικής άδειας δέκα (10) ημερών, εντούτοις αναφέρει ότι η  απόφαση της AΥΕ του ΙΚΑ εκδόθηκε στις 4-4-2005, χορηγώντας στον ενάγοντα αναρρωτική άδεια αναδρομικά από 31-3-2005, χωρίς και πάλι να αναφέρεται το είδος της ασθένειάς του και πότε αυτή προκλήθηκε, ούτως  ώστε  να δικαιολογείται η αναδρομική χορήγησή της και γ) αν και αναφέρει ότι από 11-4-2005 έως 14-4-2005 υπήρχε μόνο «παράκληση» ιατρού για παράταση της αναρρωτικής άδειας του ενάγοντος, εντούτοις δεν αναφέρεται αν εκδόθηκε οποιοδήποτε μεταγενέστερο έγγραφο του ΙΚΑ, για την χορήγηση αναρρωτικής άδειας στον ενάγοντα. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη, το οποίο είναι δυνατόν να συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5333|2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς νέα εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ