fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 4224/2005

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Τσώλα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουάριου 2005, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Εταιρίας με την επωνυμία «________  , Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής & Εμπορίας Ενδυμάτων», που έδρευε, στο Αιγάλεω Αττικής, οδός ______ αριθμός __, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Μαρίνα Τούντα.

Του Καθ’ ου ανακοπή: ________  _____ του ____ κατοίκου Αθηνών, οδός ________  , σ οποίος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλια Λάρδα.

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή 11 από 28-1-2004 ανακοπή της, που κατατέθηκε ότι η Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως 13028/654/2004, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αργή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους  ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανακόπτουσα, με την υπό κρίση ανακοπή, ζητεί να ακυρωθεί η υπ αριθμ. 245/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ’ ου το ποσό των 45.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για απαίτηση που πηγάζει από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση έργου. Η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ), εισάγεται δε παραδεκτώς και αρμοδίως προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρο 14 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού κατ’ αυτή δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Η ανακόπτουσα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτού εκθέτει ότι έχει εξοφλήσει την απορρέουσα από την μεταξύ αυτής και του καθ’ου  σύμβαση έργου οφειλή της προς αυτόν τον τελευταίο. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά , τις διασαφήσεις που παρήσχε ενώπιον του ακροατηρίου ο καθ’ ου και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τον Ιούλιο του έτους 2002, μεταξύ της ανακόπτουσας και του καθ’ ου καταρτίσθηκε σύμβαση δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών Marketing και management επί των πωλήσεων χονδρικής για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2003 που θα πραγματοποιούσε η πρώτη ως εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής. Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής- ο καθ’ ου εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο, το οποίο και παρέδωσε στην ανακόπτουσα,     παρά          τα          αντιθέτως υποστηριζόμενα απ’ αυτή, εκδοθέντος προς τούτο του υπ’ αριθμ.12/30-7-2003 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών  ποσού (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) 59.000 ευρώ ςτο οποίο ανήλθε η αμοιβή του για το συγκεκριμένο έργο. Έναντι της απαίτησης αυτής του καθ’ ου η ανακόπτουσα κατέβαλε σ’ αυτόν πριν από την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής 14.000 ευρώ και οφείλεται υπόλοιπο εκ 45.000 ευρώ, για το οποίο, βάσει του ως άνω τιμολογίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία τούτη (ανακόπτουσα) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ’ ου το ανωτέρω ποσό. Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει την οφειλή της προς τον καθ’ ου, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν π ρ ο έκυψε από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο κυρίως από την κατάθεση του εξετασθέντος από την πλευρά του καθ’ ου μάρτυρα σε συνδυασμό με τις διασαφήσεις που παρήσχε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ο ίδιος ο καθ’ ου, σύμφωνα με την οποία το ανωτέρω ποσό οφείλεται. Αναφορικά με την κατάθεση του εξετασθέντος

Από την πλευρά της ανακόπτουσας μάρτυρα, που τυγχάνει προϊστάμενος του Λογιστηρίου της κατά την οποία απαίτηση του καθ’ ου έχει εξοφληθεί και δεν οφείλεται, τούτη δεν κρίνεται πειστική ούτε ικανή ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας λόγω της ως άνω ιδιότητάς του εξαρτά έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης είναι η χρηματική αυτή απαίτηση να αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και επιπλέον να είναι ορισμένη κατά το ποσό και να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή. Ακολούθως κατά μεν την παρ.2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 119 παρ.1, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 299/03 Δημοσίευση Νόμος ΕΘ 394/89 Αρμ. 1989 1223). Εξάλλου t όπως συνάγεται από τις διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων καθώς και εκείνες των άρθρων 628 παρ.1 εδ.α, 630 εδ.γ και δ και 633 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν αναγκαίως περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται και αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής (ΑΠ 925/02).

ΕΙ ανακόπτουσα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου αυτού ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί διότι η αίτηση για την έκδοσή της δεν περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το σύνολο ων γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, καθώς και διότι στο επίμαχο τιμολόγιο? βάσει του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής δεν περιγράφονται λεπτομερώς παρασχεθείσες από τον καθ’ ου προς αυτήν υπηρεσίες. Ο λόγος αυτός της ανακοπής μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αίτηση για διαταγή πληρωμής αρκεί για την πληρότητα της να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που εξατομικεύουν την απαίτηση, υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της, και που, υπαγόμενα από το Δικαστή σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος χωρίς να απαιτείται η έκθεση του συνόλου των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών (ΑΠ 54/90 Ελλ.Δνη 32.62). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως η ειδικότερη μνεία του επίμαχου τιμολογίου δεν αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτεθένα, αναγκαίως περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής.

Η ανακόπτουσα, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής, ισχυρίζεται ότι η απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τελούσε υπό την αίρεση της παράδοσης του έργου από μέρους του καθ’ ου, σκοπός που δεν επακολούθησε με συνέπεια ο τελευταίος να κηρυχθεί έκπτωτος και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να είναι ακυρωτέα. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 624 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο καθ’ ου εκτέλεσε προσηκόντως το συμφωνηθέν έργο και παρέδωσε τούτο στην ανακόπτουσα χωρίς να έχει κηρυχθεί έκπτωτος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στην οπίσθια όψη του επιδίκου τιμολογίου κάτω από την οποία αναγράφονται οι φράσεις «ΕΓΚΡΙΣΗ ________  ΩΣ. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔ. ΠΛΗΡΩΜΗΣ» και με βάση το οποίο (τιμολόγιο) ο καθ’ ου πέτυχε σε βάρος της την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής είναι πλαστή, καθόσον δεν ανήκει στο νόμιμο εκπρόσωπό της ________  ή σε προστηθέντα αυτού ή της ιδίας και κατονομάζει ως πλαστογράφο τον καθ’ ου. Ο ισχυρισμός αυτός περί πλαστότητας παραδεκτώς προβάλλεται και είναι νόμιμος στη στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ένας από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά -, τις διασαφήσεις που παρήσχε ενώπιον του ακροατηρίου ο καθ’ ου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο υπ’ αριθμ. 12/30-7-2003 τιμολόγιο, βάσει του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έχει υπογραφεί από τον ________  ________  του ________  , οικονομικό διευθυντή της ανακόπτουσας, που είχε εξουσιοδοτηθεί και προστηθεί για το σκοπό αυτό από την τελευταία και ο οποίος το παρέλαβε για λογαριασμό της —— ——– —— ————  όπως προκύπτει και από τις αναγραφόμενες κάτωθι της υπογραφής του φράσεις «ΕΓΚΡΙΣΗ ________  ~ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔ. ΠΛΗΡΩΜΗΣ». Για τα παραπάνω είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του εξετασθέντος από την πλευρά του καθ’ ου μάρτυρα^ ο οποίος καταθέτει πως ο ________  είχε αρμοδιότητα να παραλαμβάνει οικονομικά παραστατικά για λογαριασμό της ανακόπτουσας. Ενισχύονται δε αυτά και από την κατάθεση του εξετασθέντος από την πλευρά της ανακόπτουσας μάρτυρα ο οποίος αναφέρει πως η τεθείσα στο επί δικό τιμολόγιο υπογραφή ανήκει στον ________  . Κατά συνέπεια, εφόσον το επίδικο τιμολόγιο φέρει την υπογραφή του ________  ________ του ________   που είχε εξουσιοδοτηθεί και προστηθεί προς τούτο από την ανακόπτουσα, αποδεικνύεται η ύπαρξη της ένδικης απαίτησης του καθ’ ου κατ’ αυτής από την προαναφερόμενη σύμβαση, ώστε να είναι επιτρεπτή η με βάση αυτή έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Κατ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο λόγος αυτός της ανακοπής καθώς και η υπό κρίση ανακοπή στο σύνολό της, να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (άρθρο 63ο παρ.1 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου (άρθρα 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επικυρώνει την υπ’ αριθμ. 245/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της ανακόπτουσας τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2005.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία