fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως 567/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Πολυζωγόπουλο Νικόλαο, Πρωτόδικη τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από την Γραμματέα Έφη Κοντού.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 2η  Μαρτίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «__________  Ανώνυμη Εταιρεία Υφασμάτων και Λευκών Ειδών», η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Θεοδώρου Μακρή.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: ΐ) Της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «__________  Κλωστοϋφαντουργική Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης», η οποία εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) __________  __________  του __________  , κατοίκου Καισαριανής Αττικής και 3) __________  __________  , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, εκ των οποίων, η πρώτη και ο δεύτερος παραστάθηκαν δια, ο δε τρίτος μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Αθηνάς Πάχου.

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 1.3.2010 και με αριθμό καταθέσεως 40821/2010 αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 23-6-2010 οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διάδικων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 60 § 1 του νόμου 5960/1933 “εν περιπτώσει είτε εκπτώσεως του κομιστού, είτε παραγραφής της εξ’ επιταγής αναγωγής, χωρεί κατά του εκδότου ή των οπισθογράφων αγωγή εξ’ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η αγωγή του ανωτέρω άρθρου είναι η αγωγή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του κοινού δικαίου και απαιτεί την ύπαρξη τυπικά ισχυρής επιταγής και κανονική αξίωση του κομιστή εξ’ επιταγής. Στην ανωτέρω αγωγή πρέπει να περιέχεται ο ισχυρισμός της παραγραφής της κανονικής εξ’ επιταγής απαίτησης του κομιστή ή της έκπτωσης του τελευταίου κομιστή, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη. Για την θεμελίωση της αγωγής αυτής απαιτείται να εκτίθεται σε αυτήν ότι ο εκδότης της επιταγής έγινε αμέσως πλουσιότερος από την περιουσία του ενάγοντος, είτε ως λαβών το αντάλλαγμα για την έκδοση της επιταγής, είτε ως απαλλαγείς κάποιας υποχρέωσης του. Τέλος, κατά την κρατούσα άποψη, ο ενάγων πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει το μάταιο ή άκαρπο της εκ της υποκείμενης σχέσεως αγωγής ή την παραγραφή της. Άρα, η εν λόγω αγωγή είναι αόριστη εάν δεν αναφέρει ότι η άσκηση της αγωγής από την σχέση αυτή είναι αδύνατη και το συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η άσκηση της είναι αδύνατη, (βλ. ΑΠ 475/1989 Συμπλ. Νομολ. 1993 σ. 600, ΑΠ 1567/1983 ΝοΒ 32,1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ 31,1156, Εφθεσ 3/1999 ΔΕΕ 1999, 422, ΕφΑαρ. 233/1999 ΑρχΝ 2000,523, επίσης για όλα τα πιο πάνω βλ. Μάρκου, “Δίκαιο Επιταγής” 2002, άρθρο 60 , σελ. 336-344). Εξάλλου, η από το άρθρο 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Δεν συγχωρείται δηλαδή, έστω και επικουρικός (δικονομικά) ασκούμενη, εφόσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Βλ. ΑΠ 104/2003 ΔΕΕ 2004, 460).

Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα, από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκε ως προς το δεύτερο εναγόμενο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 294, 295 παρ.1, 297 ΚΠολΔ), ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας εξέδωσε για λογαριασμό της και σε διαταγή του τρίτου εναγομένου, μία επιταγή ύψους 26.860 ευρώ. Ότι την επιταγή αυτή, οπισθογράφησε ο τρίτος εναγόμενος στην ενάγουσα, η οποία εν συνεχεία την κατέθεσε σε πίστωση του λογαριασμού της στην «__________   ΛΤΔ». Ότι η επίδικη επιταγή αν και εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε διότι ο λογαριασμός του εκδότη είχε κλείσει και κατά συνέπεια οι εναγόμενοι της οφείλουν να της καταβάλουν, το ποσό της επιταγής. Με βάση τα προαναφερθέντα και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον ευθυνομένων, να της καταβάλουν το ποσό των 26.860 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της σφράγισης της επιταγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζητεί, επίσης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι αντίδικοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, η οποία ως προς τον δεύτερο εναγόμενο θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρ. 294, 295 1, 591 1 ΚΠολΔ), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 14 παρ.2, 22, 219 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, παρά την τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Περαιτέρω, η αγωγή κρίνεται αρκούντως ορισμένη, διότι σύμφωνα με τις διατάζεις του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής» η ενοχή που προέρχεται από επιταγή είναι αναιτιώδης, με άλλα λόγια ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία της έκδοσης και της κύκλοφορίας της. Επομένως, η υποκείμενη σχέση δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής που θεμελιώνεται στην έννομη σχέση της επιταγής, ο οφειλέτης όμως, όταν ενάγεται για να πληρώσει το ποσό της, μπορεί να επικαλεσθεί την αιτιώδη σχέση που τον συνδέει με τον κομιστή, ο οποίος επιδιώκει τη δικαστική ικανοποίηση της αξίωσης που έχει εναντίον του από την επιταγή και να θεμελιώσει στην σχέση αυτή ενστάσεις κατά του κομιστή και κατά συνέπεια να προβάλλει κατ’ ένσταση τους ισχυρισμούς του -ενστάσεις του κατά του δανειστή-κομιστή της επιταγής από την υποκείμενη στην επιταγή αιτιώδη σχέση που τον συνδέει με αυτόν. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, καθόσον αφορά την κύρια βάση που απορρέει από την σχέση της επιταγής, και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, πλην του αιτήματος για έναρξη των τόκων από προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό σημείο, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται όχληση καθώς και του αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής, το οποίο τυγχάνει, επίσης, απορριπτέο ως μη νόμιμο μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δεδομένου ότι προσωρινώς εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι αποφάσεις εκείνες οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν εκτελεστούς τίτλους και όχι οι αναγνωριστικές ή οι διαπλαστικές αποφάσεις (ΕφΑΘ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986.706). Κατά το μέρος που επικουρικά επιχειρείται η θεμελίωση της αγωγής στην διάταξη του άρθρου 60 του Ν. 5960/1993 “περί επιταγής”, η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα αφού κατά την κρατούσα άποψη, η ενάγουσα πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει το μάταιο ή άκαρπο της εκ της υποκείμενης σχέσεως αγωγής ή την παραγραφή της. Επομένως, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με Βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί πρώτον στο ληξιπρόθεσμο χρέος και επί πολλών ληξιπρόθεσμων χρεών, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, επί χρεών δε με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη και επί χρεών εξίσου επαχθών, στο αρχαιότερο, αν δε τα περισσότερα χρέη έχουν γεννηθεί συγχρόνως, ο καταλογισμός θα γίνει συμμέτρως. Σύμφωνα έτσι με τη ρύθμιση αυτή συνδυαξόμενη και με το άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ, ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προχείνων την ένσταση της εξοφλήσεως του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεώς του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριξόμενος ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν καταλογίσθηκε στο επίδικο αλλά σε άλλο χρέος, φέρει το Βάρος αποδείξεως της υπάρξεως πλειόνων χρεών. Αν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων χρεών, τότε ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει όχι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είχε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν ασκήσεως από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε συμφώνως με τη προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β’ ΑΚ σειρά καταλογισμού (ΑΠ 1562/2009, δημ.στη ΤΝΠ Νόμος).

Η εναγομένη με τις προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στην ενάγουσα, 15 χιλιόμετρα πανί με τη συμφωνία να της επιστραφούν τα σώματα των επιταγών. Ότι η αξία των παραδοθέντων υφασμάτων είχε εικονικά αναγραφεί σε 30 λεπτά ανά μέτρο, ενώ στην πραγματικότητα ανερχόταν σε 5-6 ευρώ ανά μέτρο. Ότι λόγω της παράδοσης των ως άνω ποσοτήτων υφασμάτων, η απαίτηση της ενάγουσας αφενός έχει εξοφληθεί και αφετέρου ασκείται καταχρηστικά διότι παρά την εξόφληση, η ενάγουσα δεν επέστρεψε τα σώματα των επιταγών. Οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν την ένσταση εξοφλήσεως και καταχρηστικής ασκήσεως της αξίωσης, εκ των οποίων ο πρώτος κρίνεται νόμιμος και ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 416 επ. ΑΚ. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου όχι η δικαστική διάγνωση των αμφισβητούμενων απαιτήσεων δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του άρθρου 281 ΑΚ περιστατικά, τα οποία ακόμη και αν αποδειχθούν αληθινά δεν αρκούν, εν προκειμένω, για να καταστήσουν την αγωγή αντίθετη προς τη διάταξη αυτή.

Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης και ανχαπόδειξης που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαοη πρακτικά, καθώς και από τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα εξής: Η πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της κλωστοϋφαντουργίας, συνεργαζόταν με την ενάγουσα εταιρεία, από την οποία προμηθευόταν υφάσματα. Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής συνεργασίας τους, ο δεύτερος εναγόμενος ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, στις 30-11-2009 εξέδωσε για λογαριασμό της τελευταίας, στην Αθήνα, σε διαταγή της ενάγουσας, τη με αριθ. 00046943-2 επιταγή ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στην τραπεζική εταιρεία «__________  Α.Ε.». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την άνω λήπτρια στην __________  __________  , η οποία κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια της επιταγής αυτής, λόγω αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων. Η εν λόγω κομίστρια, εμφάνισε την επιταγή αυτή εμπρόθεσμα στις 3-12-2009 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε και σφραγίστηκε, διότι ο τηρούμενος σε αυτή λογαριασμό της εκδότριας δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο. Εν συνεχεία η ενάγουσα πλήρωσε την επιταγή στην __________  __________   και κατέστη κομίστρια της εν λόγω επιταγής ως δικαιούχος εξ αναγωγής. Επομένως, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε η πρώτη εναγομένη εταιρεία, έκλεισε τον Μάιο του έτους 2009, λόγω της κακής οικονομικής της κατάστασης, γεγονός το οποίο συνομολογείται με τις προτάσεις των εναγομένων. Από τη πολυετή συνεργασία μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης συνολικού ύψους 162.000 ευρώ (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης). Για το λόγο αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρεία, προκειμένου να εξοφλήσει τις παραπάνω οφειλές παρέδωσε στην ενάγουσα υφάσματα αξίας 4.000 ευρώ (βλ. την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως). Ωστόσο, η ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη περισσοτέρων χρεών, χωρίς η εναγομένη να αποδεικνύει ότι ο καταλογισμός της παροχής πραγματοποιήθηκε στο επίδικο χρέος, δηλαδή την αξίωση από την επίδικη επιταγή, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν ασκήσεως από αυτούς του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε συμφώνως με τη προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β’ ΑΚ σειρά καταλογισμού. Επομένως, ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγούμενα η αγωγή πρέπει, αφού θεωρηθεί μη ασκηθείσα ως προς τον δεύτερο των εναγομένων (άρθρ. 295 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή κατά τα λοιπά ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του. Επίσης, πρέπει η πρώτη εναγομένη να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι δεν ασκήθηκε η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο. ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της πρώτης και του τρίτου των εναγομένων, εις ολόκληρο ευθυνόμενων, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα ευρώ (26.860,00), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη και τρίτο των εναγομένων στη καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ (750,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25-7-2011, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ