ΑΡΙΘΜΟΣ 4842/2007
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 18°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Πρόεδρο Εφετών, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Γεώργιο Δημάκη, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Στυλιανή Τζαγιδάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στη 1 Μαρτίου 2007 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: __________ __________ , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, οδός __________ , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χρήστος Οικονομάκης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΑΗΤΗΣ: Εταιρείας με την __________ . (__________) που είναι οργανωμένη και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της Πολιτείας του Delaware (Ντέλαγουεαρ), έχει δε έδρα στο Μπέρμπανκ (Burbank) της Πολιτείας Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οδός __________ , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα Ιωακειμίδου.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 7 Ιουλίου 2004 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 98794/5765/2004, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 7308/2005 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 3 Μαρτίου 2006 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2077/2006.
Η υπόθεση, κατόπιν αναβολής από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 18ης Ιανουάριου 2007, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-3-2006 έφεση κατά της υπαριθμ. 7308/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (495 παρ 1 και 2,496, 518 παρ 2 ΚΠολΔ) από τον αρχικό Γ εναγόμενο ,που ηττήθηκε πρωτοδίκως. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή διαδικασία.
Στην από 7-7-2004 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία, που εδρεύει στις Η.Π.Α. και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της Πολιτείας Ντέλαγουεαρ των Η.Π.Α. και δραστηριοποιείται στο χώρο παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, τηλεοπτικών εκπομπών; εκδόσεων και γενικότερα ειδών και μέσων ψυχαγωγίας, ισχυρίζεται ότι, δυνάμει της από 31-32003 συμβάσεως μεταβιβάσεως, που συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία “__________ .”, απέκτησε τα αποκλειστικά δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί της παγκοσμίως γνωστής σειράς κινουμένων σχεδίων με τίτλο “__________ ”, στην οποία ιστορούνται οι διασκεδαστικές ιστορίες των μορφών και χαρακτήρων “__________ ” και “__________ ”, οι οποίοι έχουν καταστεί κλασσικοί και διαχρονικοί και γνωστοί σε όλες τις ηλικίες. Ότι, προς προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, προέβη η δικαιοπάροχός της στην, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο των Η.Π.Α., καταχώριση των πνευματικών της έργων και έλαβε από τη σχετική υπηρεσία των Η.Π.Α. τα αναφερόμενα πιστοποιητικά καταχώρισης πνευματικής ιδιοκτησίας. Ότι επιπλέον, κατόπιν μεταβιβάσεως, είναι δικαιούχος στην Ελλάδα των αναφερομένων αλλοδαπών σημάτων, τα οποία έχουν καταχωρηθεί προς διάκριση ποικιλίας προϊόντων. Ότι για την εκμετάλλευση των ως άνω μορφών, χαρακτήρων και σημάτων έχει παραχωρήσει με συμβάσεις την άδεια χρήσης τους στις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρίες, αντί ανταλλάγματος ποσού 32.650,00 ευρώ κατά μέσο όρο. Ότι στις αρχές Ιουλίου 2003 υπέπεσε στην αντίληψη των προστηθέντων της ότι σε διαφημιστική καταχώριση των επιχειρήσεων των εναγομένων σε περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας συμπεριλαμβάνονταν, χωρίς την άδεια της οι ως άνω χαρακτήρες, καθώς και ο χαρακτήρας __________ της ανταγωνίστριας της εταιρίας με την επωνυμία “__________ ”, κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και του νόμου προστασίας των σημάτων. Ότι η παράνομη και αθέμιτη εκμετάλλευση των ως άνω χαρακτήρων προκαλεί έντονη σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό περί της προέλευσης των προϊόντων και ότι η πράξη αυτή των εναγομένων είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και αποσκοπεί στην επίτευξη κέρδους μέσω της εκμετάλλευσης της φήμης των ως ανω διακριτικών γνωρισμάτων της. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η χρήση από τους εναγομένους των χαρακτήρων, σημάτων __________ ’ και “__________ και του λογοτύπου “__________ ” στην επίδικη διαφημιστική καταχώριση των επιχειρήσεων τους στο τεύχος Ιουλίου 2003 του μηνιαίου περιοδικού __________ αποτελεί παράνομη χρήση και εκμετάλλευση των αποκλειστικών της δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επ’ αυτών και ανακριβή και παραπλανητική δήλωση ως προς την προέλευση και το δικαιούχο αυτών και ως προς τη δήθεν σχέση της ενάγουσας με τους εναγομένους και την εταιρία __________ , να απαγορευτεί η αναδημοσίευση ή η με οποιοδήποτε τρόπο εκμετάλλευση της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης, καθώς και η χρήση ή εκμετάλλευση των χαρακτήρων, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων για τη διαφήμιση και εν γένει διάκριση των επιχειρήσεων τους ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, να απαγορευτεί στον πρώτο των εναγομένων η χρήση της ένδειξης “__________ , __________ & __________ ” σε οποιοδήποτε έντυπο υλικό, προϊόν ή υλικό φορέα εν γένει, να διαταχθούν οι εναγόμενοι να παραλείπουν στο μέλλον τις ως άνω ενέργειες, καθώς και τη με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς την άδεια της, χρήση και εκμετάλλευση των ως άνω χαρακτήρων, να διαταχθεί η κατάσχεση και καταστροφή των υλικών φορέων (φιλμ, προσχεδίων κ.λπ.) που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης, καθώς και κάθε άλλου εντύπου υλικού, που φέρει χωρίς την άδεια της, τους επίδικους χαρακτήρες, είτε βρίσκονται στα χέρια των εναγομένων, είτε στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου, να αναγνωριστεί, μετά τον αναγνωριστικό (άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.), ότι έκαστος των εναγομένων οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 65.300,00 ευρώ, ως αποζημίωση για την παράνομη και χωρίς την άδεια της χρήση των αναφερομένων διακριτικών γνωρισμάτων, που η ίδια είναι αποκλειστικά δικαιούχος, από την οποία υπέστη ζημία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το αρθ 65 παρ 2 Ν 2121/93 και το ποσό των 100000 ευρώ ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επικουρικώς ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οφείλει έκαστος να της καταβάλει το ποσό των 32.650,00 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 3 του ως άνω νόμου. Τέλος, ζήτησε να απειληθεί χρηματική ποινή 5.860,00 ευρώ κατά εκάστου των εναγομένων για κάθε παράβαση των όρων της εκκαλουμένης και να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας, επιμελεία της ιδίας και δαπάνες των εναγομένων. Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και ειδικότερα: α)Αναγνωρστηκε το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας επί των χαρακτήρων “__________ ” (__________ ) και “__________ ” (__________ ) και του λογότυπου “__________ ” (__________ ), καθώς και το δικαίωμα σήματος αυτής επί της λεκτικής ενδείξεως και απεικονίσεως “__________ ” (__________ ) και “__________ ” (__________ ) και του λογότυπου “__________ ” (__________ )και ότι η χρήση από τους εναγομένους των προαναφερθέντων χαρακτήρων, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων στην επίδικη διαφημιστική καταχώριση των επιχειρήσεων τους στο τεύχος Ιουλίου 2003 του μηνιαίου περιοδικού __________ αποτελεί παράνομη χρήση και εκμετάλλευση των αποκλειστικών της δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επ’ αυτών και ανακριβή και παραπλανητική δήλωση ως προς την προέλευση και το δικαιούχο αυτών και ως προς τη δήθεν σχέση της ενάγουσας με τους εναγομένους και την εταιρία __________ 2)Απαγόρευσε στους εναγομένους την αναδημοσίευση ή την με οποιοδήποτε τρόπο εκμετάλλευση της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης, καθώς και την χρήση και εκμετάλλευση των χαρακτήρων, σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων νια τη διαφήμιση και εν γένει διάκριση των επιχειρήσεων τους ή για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. 3)Απαγόρευσε στον πρώτο εναγόμενο τη χρήση της ένδειξης “__________ , __________ & __________ ” σε οποιοδήποτε έντυπο υλικό, προϊόν ή υλικό φορέα εν γένει. 4)Διέταξε τους εναγομένους να παραλείπουν στο μέλλον τις ως άνω ενέργειες, καθώς και τη με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς την άδεια της ενάγουσας, χρήση και εκμετάλλευση των ως άνω χαρακτήρων. 5) Διέταξε την κατάσχεση και καταστροφή των υλικών φορέων (φιλμ, προσχεδίων κ.λπ.) που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης, καθώς και κάθε άλλου εντύπου υλικού, που φέρει, χωρίς την άδεια της τους επίδικους χαρακτήρες, είτε βρίσκονται στα χέρια των εναγομένων είτε στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου 6)Αναγνώρισε ότι έκαστος των εναγομένων οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 7) Απείλησε κατά των εναγομένων χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, για κάθε παράβαση των διατάξεων της εκκαλουμένης και 7)Διέταξε τη δημοσίευση του διατακτικού της εκκαλουμένης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, με φροντίδα της ενάγουσας και δαπάνες των εναγομένων. Εναντίον δε της εκκαλουμένης παραπονείται ο αρχικός πρώτος εναγόμενος ( ο 2ος εναγόμενος δεν άσκησε έφεση) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αγωγής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ 1, 224 και 111 παρ 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό και έγκυρο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία ο ενάγων απέκτησε τα δικαιώματα του, ώστε να παρέχεται έτσι στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής και της διαπίστωσης της αλήθειας τους (δηλ. των πραγματικών περιστατικών). Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη, η δε αοριστία της αυτή δεν μπορεί δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις έγγραφες προτάσεις, αφού δεν επιτρέπεται με αυτές επίκληση από τον ενάγοντα νέων πραγματικών γεγονότων, που θεμελιώνουν το δικαίωμα του, ούτε με παραπομπή στα υπάρχοντα έγγραφα, ερευνάται δε αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, διότι αναφέρεται στην έλλειψη προδικασίας (ΑΠ 21G/95, Δνη 1997,1782,ΑΠ 483/1981, ΝοΒ 30.50. ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.296, Εφ.Θεσαλ. 2679/2000 Αδημ). Η ανωτέρω αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει α] σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωναμε το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά του εναγομένου β] ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ]ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, στην αγωγή αυτή αναφέρεται με ορισμένο και ακριβή τρόπο ότι η προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας από τον εκκαλούντα συνίσταται στην χωρίς άδεια από αυτή αναπαραγωγή και εκμετάλλευση των πνευματικών της έργων “__________ ‘&ai __________ ” επί της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης του εκκαλούντος-και στην παραβίαση των αποκλειστικών εξουσιών του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος της ενάγουσας επί των εν λόγω πνευματικών της έργων. Επίσης ρητά και με σαφήνεια αναφέρεται ότι η προσβολή των δικαιωμάτων της βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί των ανωτέρω σημάτων και διακριτικών της γνωρισμάτων συνίσταται στην χωρίς την άδεια της χρήση τους επί της επίδικης διαφημιστικής καταχώρισης του εκκαλούντος, κατά τρόπο που μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των υπηρεσιών που προσφέρει – διαφημίζει ο εκκαλών, τη σχέση που έχει η ενάγουσα με την επιχείρηση του καθώς και στην αθέμιτη εκμετάλλευση της φήμης και διακριτικής τους δύναμης προς όφελος του εκκαλούντος (βλ δικόγραφο αγωγής σελ 9-10 και 13). Ακολούθως προκειμένου να εξευρεθεί το ποσό αποζημίωσης από την υλική ζημία που έχει υποστεί η ενάγουσα, αναφέρονται με ακρίβεια στην αγωγή τα στοιχεία τριών συμβάσεων από τις οποίες προκύπτει η αμοιβή που συνήθως καταβάλλεται στην ενάγουσα για διαφήμιση επιχειρήσεων τρίτων, ανάλογη δηλαδή εκμετάλλευση με αυτή στην οποία προέβη ο εκκαλών, και επομένως και η υλική ζημία της, σύμφωνα με τον αντικειμενικό κανόνα προσδιορισμού που θέτει το άρθρο 65 παρ. 2 του νόμου 2121/1993 ( βλ. σελ 7 της αγωγής). Επίσης, σχετικά ως το πώς προκύπτει η ζημία της ενάγουσας λόγω ηθικής βλάβης από την καταχώριση του εκκαλούντος, με την αγωγή της επικαλέστηκε με σαφήνεια και ακρίβεια σε τι συνίσταται η ηθική της βλάβη καθώς και όλα τα απαραίτητα σύμφωνα με το νόμο κριτήρια (είδος προσβολής, συνθήκες τέλεσης’ της πράξης) και στοιχεία από τα οποία προκύπτει αυτή ( βλ. αγωγή σελ. 15). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε σαφή και ορισμένη την παραπάνω αγωγή δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και γι’ αυτό ο 2ος λόγος της ένδικης εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 2, 3 και 4 του Ν. 2121/1993 “Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα” συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η “πρωτοτυπία”, η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά ;·’ από το νόμο είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο “δημιουργικού ύφους” έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού (ΑΠ 257/1995 ΝοΒ 43, 893, ΑΠ 113/1989 ΝοΒ,.1989, Γ. Κουμάντου, “Πνευματική Ιδιοκτησία”, έκδ.2000, σελ. 105 επ., Καλλινίκου, “Τα θεμελιώδη θέματα του Ν. 2121/1993 κ.λπ.”, σελ. 22 επ., Λ. Κοτσίρη, “Δίκαιο Πνευματικής ιδιοκτησίας”, σελ. 59-67, Μ. Μαρίνου,”Η προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας κλπ.” ΕλΔ 35, σελ. 1443, Δ. Σκούρτη, “Δικόν, Προβλ. Πνευμ. Ιδιοκ. κ.λπ.” ΕλΔ 40,511). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του παραπάνω νόμου απαριθμούνται εκτενώς, ενδεικτικά, τα πνευματικά δημιουργήματα που, εφόσον είναι πρωτότυπα, θεωρούνται έργα και είναι αντικείμενα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο δικαιούχος δε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας έχει (α) το αποκλειστικό δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου του στο οποίο περιλαμβάνεται κυρίως η αναπαραγωγή του έργου και η παρουσίαση του στο κοινό (περιουσιακό δικαίωμα) και (β) το αποκλειστικό δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με το έργο, το οποίο συνίσταται στην εξουσία του δημιουργού να αποφασίζει για τον τρόπο, χρόνο και τόπο δημοσίευσης του έργου και στην εξουσία να απαιτεί και υποχρεώνει κάθε τρίτο που χρησιμοποιεί το έργο του (ακόμα και αν έχει δώσει άδεια για τη χρήση αυτή) να αναγράφει το όνομα του ως δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου (ηθικό δικαίωμα). Αναπαραγωγή δε ενός πνευματικού έργου, κατά πάγια θεωρία, είναι η ενσωμάτωση του πνευματικού έργου σε σταθερά αντίτυπα καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η οποία το καθιστά προσιτό στις αισθήσεις (βιβλίο, περιοδικό, φιλμ, βάση δεδομένων κ.α.). Ειδικά, στο περιεχόμενο του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η εξουσία δημοσίευσης του έργου και η εξουσία αναγνώρισης της πατρότητας (ΕφΑΘ 8138/2000, ΔΕΕ 2001, 60, ΕφΑΘ 7458/1999, ΕπισκΕμπΔ 2000, 749). Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, είναι σαφές ότι ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιούται σε κάθε περίπτωση προσβολής να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. Με την προσβολή δε θα πρέπει να θίγεται το αντικείμενο του προστατευομένου δικαιώματος, δηλαδή το πρωτότυπο “έργο”, όπως αυτό εκφράζεται με “ορισμένη μορφή” (άρθρο 2 παρ. 1). Ως προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές και περιουσιακές), εφ όσον η πράξη αυτή γίνεται χωρίς την άδεια του υποκειμένου της πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν συντρέχουν λόγοι άρσεως του παρανόμου (συναίνεση του δημιουργού, συμβατικός περιορισμός και -θεωρητικώς- άμυνα). Το εύρος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος κρίνεται με βάση τα άρθρα 3, 4 και 6 Ν. 2121/1993. Σημειώνεται ότι η απαρίθμηση των εξουσιών στα άρθρα 3 και 4 του ανωτέρω νόμου είναι ενδεικτική. Η προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας υπάρχει στο ίδιο ακριβώς πεδίο, στο οποίο κινείται η αποκλειστική εκμετάλλευση του έργου, έτσι ώστε το δικαίωμα αναπαραγωγής π.χ. να προσβάλλεται από εκείνον μόνον, ο οποίος αναπαράγει χωρίς άδεια το έργο, το δικαίωμα αποκλειστικής θέσεως σε κυκλοφορία να προσβάλλεται από εκείνον που θέτει το έργο σε κυκλοφορία Κ. Ο. Κ. Η κλασσική πάντως μορφή προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και των συγγενικών δικαιωμάτων, είναι η ανάληψη ξένου έργου, είτε πρόκειται για πιστή αναπαραγωγή του, είτε για αναπαραγωγή του με αποκλίσεις και τροποποιήσεις (διασκευή). Κατά την κρατούσα δε άποψη, η προσβολή απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος συνιστά πράξη παράνομη και, εφ1 όσον γίνεται υπαιτίως, συνιστά αδικοπραξία, διότι συνιστά αφ’ εαυτής εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου. Δηλαδή, το γεγονός της επεμβάσεως δημιουργεί την παράνομη πράξη, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. και κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 65 του ως άνω νόμου 2121/1993. Ειδικότερα, το τελευταίο άρθρο 65 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται μόνον όπου η ειδική διάταξη αφήνει κενά και στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις του Ν. 2121/1993. Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, δικαίωμα αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ του δημιουργού ή του δικαιούχου του συγγενικού δικαιώματος γεννάται μόνον επί υπαιτίου προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων άλλου. Η υπαιτιότητα του υπόχρεου, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την οποία απαιτείται δόλος ή αμέλεια αυτού, δεν απαιτείται μόνο στην περίπτωση που ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος αξιώνει, είτε την καταβολή του ποσού κατά το οποίο ο υπόχρεος έγινε πλουσιότερος από την εκμετάλλευση του έργου ή του αντικειμένου συγγενικού δικαιώματος, χωρίς άδεια του δημιουργού ή του δικαιούχου, είτε την καταβολή του κέρδους, που ο υπόχρεος αποκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή. Σε περίπτωση προσβολής με αντιγραφή, διασκευή ή προσαρμογή του έργου, ο δικαιούχος υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει το γεγονός ότι είναι φορέας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (ενεργητική νομιμοποίηση), την ταυτότητα ή ουσιαστική ομοιότητα μεταξύ των έργων (πρωτοτύπου και προσβάλλοντος) και την πράξη προσβολής των ηθικών ή περιουσιακών εξουσιών και, εφόσον ζητεί αποζημίωση, την υπαιτιότητα και το μέγεθος της ζημίας. Προς διευκόλυνση της απόδειξης της ζημίας του δικαιούχου και προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως, με το εδάφιο β της παραγράφου 2 του άρθρου 65 του Ν. 2121/1993 καθορίζεται ένα ελάχιστο όριο αποζημιώσεως, που είναι το διπλάσιο της αμοιβής, που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης, που έκανε χωρίς την άδεια ο υπόχρεος, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, αντί για αποζημίωση και χωρίς να απαιτείται υπαιτιότητα του υπόχρεου, ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την καταβολή του ποσού κατά το οποίο ο υπόχρεος έγινε πλουσιότερος από την εκμετάλλευση του έργου, αξίωση που επιτρέπεται να σωρευτεί επικουρικά με την κατά την παράγραφο 2 αξίωση αποζημίωσης και για την περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής. Εξ άλλου, επειδή η επέμβαση στο δικαίωμα είναι κατ’ αρχήν πράξη παράνομη, ο δικαιούχος δεν οφείλει να αποδείξει το γεγονός ότι η προσβολή έγινε χωρίς την άδεια του ή ότι συντρέχει άλλος λόγος άρσης του παρανόμου. Η ίδια, δηλαδή, η φύση του απόλυτου δικαιώματος καθιερώνει ένα οιονεί μαχητό τεκμήριο ότι κάθε πράξη προσβολής του γίνεται χωρίς τη συναίνεση ή άδεια του δικαιούχου και, συνεπώς, είναι παράνομη και εκείνος, ο οποίος αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, οφείλει να το αποδείξει. Τεκμαίρεται, επομένως, η παρανομία της επέμβασης στο απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα και ο εναγόμενος προσβολέας, που αρνείται τη συνδρομή της προσβολής, διότι επικαλείται νόμιμη άδεια εκμεταλλεύσεως, θα πρέπει να ισχυριστεί, κατ’ ένσταση, και να αποδείξει τα γεγονότα, που αποκλείουν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Περαιτέρω, το άρθρο 10 του ως άνω νόμου καθιερώνει μαχητό τεκμήριο υπέρ του δημιουργού, κατά το οποίο, από το εξωτερικό γεγονός ότι το όνομα του αναφέρεται ή έχει επιτεθεί επάνω στο έργο, συνάγεται ότι συντρέχουν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την ιδιότητα του δημιουργού, στο πρόσωπο, το όνομα του οποίου αναγράφεται στο έργο. Επομένως, από το τεκμήριο αυτό καλύπτεται η υλική πράξη της δημιουργίας, με έννομη συνέπεια την πρωτογενή κτήση πνευματικής ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1, 6, 8 παρ. 1, 14, 15, 18, 26 και 27 του Ν. 2239/1994 “περί σημάτων”, σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, μπορούν δε να αποτελέσουν σήματα, εκτός των άλλων, οι λέξεις, οι απεικονίσεις ή ο συνδυασμός αυτών. Η καταχώριση του σήματος γίνεται σε ειδικό βιβλίο μετά την παραδοχή με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων της σχετικής δηλώσεως, που κατέθεσε ο ενδιαφερόμενος στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εμπορίου. Από της καταχωρίσεως ο καταθέτης αποκτά το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος στα εμπορεύματα ή προϊόντα ή στις υπηρεσίες, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, που ανατρέχει αναδρομικά στην ημέρα που υποβλήθηκε η δήλωση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2, 3 και 4 του ιδίου ως άνω νόμου, με έγγραφη συμφωνία, που καταχωρίζεται μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, επιτρέπεται η αποκλειστική ή μη χρήση του σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα του ελληνικού εδάφους, με τον όρο ότι η χρήση του σήματος δεν δημιουργεί κινδύνους παραπλανήσεως του κοινού, ούτε αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον (παρ. 2). Μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο αδειούχος χρήσεως σήματος δικαιούται σε περαιτέρω παραχώρηση αδειών χρήσεως αυτού με τη διαδικασία και τους όρους της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού (παρ. 3). Η καταχώριση του σήματος (διοικητική ατομική πράξη, συστατική του δικαιώματος) δημιουργεί απόλυτο δικαίωμα του δικαιούχου για αποκλειστική χρήση του σήματος ως διακριτικού γνωρίσματος των προϊόντων ή των υπηρεσιών του, που του παρέχει προστασία αστικώς και ποινικώς (ΑΠ 751/1995 ΕΕμπΔ ΜΘ.145, ΑΠ 1009/1991 ΕΕμπΔ ΜΓ)148, ΑΠ 1410/1990 ΕλλΔνη 33,57, ΕφΘεσ 1505/2004 ΔΕΕ 2004,1270). Το δικαίωμα, επομένως, στο σήμα, ως κρατικά απονεμόμενο, ισχύει μόνο μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Ομοίως, δικαιώματα του σήματος απονεμόμενα από αλλοδαπές πολιτείες δεν αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα στην Ελλάδα πριν την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2239/1994. Απόκλιση από την αρχή της εδαφικότητας καθιερώνεται προκειμένου για τα κοινοτικά σήματα (Καν. ΕΟΚ 40/1994). Το κοινοτικό σήμα που θεσπίσθηκε με τον προαναφερθέντα Κανονισμό 40/1994 αποτελεί δικαίωμα που κτάται και προστατεύεται στην Ελλάδα. Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως, για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας, σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής, για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτον, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά ή και τα δύο. Παραποίηση του σήματος αποτελεί η πιστή ή κατά τα κύρια σημεία αντιγραφή αυτού και έτσι δημιουργία άλλου, απομίμηση δε του σήματος η ιδιαίτερη προσέγγιση αυτού προς άλλο σήμα, η οποία παραποίηση ή απομίμηση αφ’ ενός εξαρτάται από την οπτική και ηχητική εντύπωση των δύο σημάτων, επί δε λεκτικών σημάτων και από την εννοιολογική τέτοια, κατά πάσα δε περίπτωση από τη συνολική εντύπωση των δύο σημάτων, ασχέτως βέβαια από τις επιμέρους ιδιότητες και διαφορές των δύο σημάτων και αφ’ ετέρου μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μέσους καταναλωτές, και όχι στον ιδιαίτερα προσεκτικό καταναλωτή σχετικά με την προέλευση των προϊόντων ή αντικειμένων εμπορίας από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από την επιχείρηση του χρήστη του σήματος, δια του σχηματισμού στους εν λόγω καταναλωτές της αντιλήψεως ότι εκείνα προέρχονται από αυτή την επιχείρηση ή αυτά προέρχονται από εκείνη την επιχείρηση (ΑΠ 1604/2003 ΧΡ.Ι.Δ.2004,371). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της παγκόσμιας σύμβασης περί πνευματικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν.Δ. 4254/1962 και έχει πλέον ισχύ νόμου, οι Αμερικανοί υπήκοοι εξομοιώνονται με τους Έλληνες υπηκόους και τυγχάνουν της αυτής προστασίας με αυτούς. Τη σύμβαση αυτή οι Η.Π.Α. κύρωσαν στις 6.12.1954 και έτσι έχει και γι’ αυτές ισχύ νόμου. Αλλά και πέραν της υπάρξεως και ισχύος της ανωτέρω παγκόσμιας συμβάσεως, οι Αμερικανοί υπήκοοι απολαμβάνουν της αυτή προστασίας στην Ελλάδα, που απολαμβάνουν και οι Έλληνες πνευματικοί δημιουργοί επί των έργων τους, κατ’ εφαρμογή του Π.Δ. της 20/27.1.1932 “περί επεκτάσεως επ’ αμοιβαιότητι της ισχύος των πνευματικής ιδιοκτησίας νόμων και επί συγγραφών και έργων τέχνης των παραγομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες Βορείου Αμερικής” σε συσχετισμό με την Αμερικανική Προεδρική Διακήρυξη της 23.2.1932, η ‘ οποία αποτελεί είδος διμερούς συμφωνίας για την προστασία αμερικανικών έργων . στην Ελλάδα και ελληνικών έργων στις Η.Π.Α. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρά, δ παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως Βέρνης (-Παρισιού), η οποία κυρώθηκε από την. … Ελλάδα με το Ν. 100/1975 και στην οποία προσχώρησαν και οι Η.Π.Α. ύστερα από απόφαση της Γερουσίας της 20.10.1988 και η οποία προσχώρηση άρχισε να ισχύει από 1.3.1989, οι δημιουργοί, εκτός από την εξομοίωση τους προς τους υπηκόους της χώρας, όπου ζητείται η προστασία, έχουν και τα δικαιώματα, τα οποία ειδικά παρέχονται με τη σύμβαση αυτή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 23 του Ν. 146/1914, αυτός που διατηρεί κύριο κατάστημα στην Ελλάδα, δεν μπορεί να επικαλεστεί την από το νόμο παρεχόμενη προστασία, εκτός εάν στη χώρα στην οποία βρίσκεται το κύριο κατάστημά του οι ελληνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν την ίδια με τις εγχώριες προστασία. Τη διάταξη αυτή πλαισιώνει η ειδική διάταξη του άρθρου 10 δις της διεθνούς συμβάσεως των Παρισίων του 1883 “περί συστάσεως ενώσεως της προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας”, η οποία αντικείμενο έχουσα τη βιομηχανική ιδιοκτησία, στην οποία περιλαμβάνεται και η καταστολή του αθέμιτου ανταγωνισμού, επιβάλλει στα συμβεβλημένα κράτη την παροχή αποτελεσματικής προστασίας του αθέμιτου ανταγωνισμού ασχέτως εγκαταστάσεως. Έτσι με τη διάταξη αυτή οι αλλοδαποί υπήκοοι των κρατών – μελών της ενώσεως απολαμβάνουν την ίδια ως και οι ημεδαποί προστασία. Η Ελλάδα έχει προσχωρήσει στην ως άνω διεθνή σύμβαση το 1924 (Ν.3092/1924, Π.Δ. 1/8-9-1924), αλλά και στις τροποποιήσεις του Λονδίνου, της Χάγης (Ν. 3205/1953, Β.Δ. 24.4/15.6.1953), όπως και σε αυτές της Λισσαβόνας και Στοκχόλμης (Ν. 213/1975), καθώς και οι Η.Π.Α Εξ άλλου, από το άρθρο 67 του ως άνω Ν. 2121/1993 προκύπτει ότι, αν ανάμεσα στην Ελλάδα και στο κράτος με το οποίο σχετίζεται η πνευματική ιδιοκτησία υπάρχει κάποια διεθνής σύμβαση, που ορίζει ποιο δίκαιο θα εφαρμοστεί στο συγκεκριμένο- θέμα, εφαρμόζεται αυτό, σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία δεν υφίσταται σύνδεση με τέτοια σύμβαση ή δεν ορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο, τότε η πνευματική ιδιοκτησία διέπεται στα δημοσιευμένα έργα από το δίκαιο του κράτους, όπου το έργο έγινε για πρώτη φορά προσιτό στο κοινό, βάσει του οποίου καθορίζεται το υποκείμενο του δικαιώματος, το αντικείμενο του, το περιεχόμενο του, η διάρκεια του και οι περιορισμοί του, πλην των τυχόν προβλεπομένων από το δίκαιο αυτό μη εκουσίων αδειών εκμεταλλεύσεως, ενώ η ένδικη προστασία διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ζητείται αυτή. Στο θέμα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου η διεθνής σύμβαση Βέρνης (Παρισιού) υιοθετεί τον ίδιο κανόνα, που καθιερώνει και το ελληνικό διεθνές δίκαιο με το προαναφερόμενο άρθρο 67 Ν. 2121/1993, δηλαδή το δίκαιο του κράτους της πρώτης δημοσιεύσεως. Έτσι, αν το εφαρμοστέο δίκαιο δέχεται ότι και νομικό πρόσωπο δύναται να είναι πρωτογενώς δικαιούχος της πνευματικής ιδιοκτησίας, η παραδοχή αυτή ισχύει και για την ελληνική έννομη τάξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101, 102 και 201 του κεφαλαίου 17 του Κώδικα των Η.Π.Α., που αναφέρεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, που ισχύει στις Η.Π.Α., προκύπτει ότι το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας αποκτάται αρχικά από το δημιουργό ή τους δημιουργούς του έργου και ότι, στην περίπτωση των έργων κατά παραγγελία, ο εργοδότης ή το πρόσωπο, για το οποίο δημιουργήθηκε το έργο, λογίζεται δημιουργός του και αποκτά όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από την πνευματική ιδιοκτησία. Περαιτέρω συνάγεται ότι κατά το αμερικανικό δίκαιο ένα νομικό πρόσωπο, το οποίο στις περιπτώσεις έργων κατά παραγγελία είναι ο εργοδότης ή το πρόσωπο για το οποίο δημιουργήθηκε το έργο, αποκτά πνευματικό δικαίωμα στο έργο πρωτότυπα, δηλαδή χωρίς αυτό να περνά σε οποιοδήποτε στάδιο από το φυσικό πρόσωπο ή το φυσικό δημιουργό του. Τέλος, από τα άρθρα 410, 411 και 412 του κεφαλαίου 17 του προαναφερομένου κώδικα των Η.Π.Α. προκύπτει ότι, όταν ο υπεύθυνος τηρήσεως του μητρώου πνευματικής ιδιοκτησίας, ύστερα από έλεγχο, διαπιστώσει ότι το κατατεθέν υλικό αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι συντρέχουν όλες οι λοιπές ουσιαστικές προϋποθέσεις, προβαίνει στην καταχώριση και εκδίδει στον αιτούντα πιστοποιητικό καταχωρίσεως, στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση, καθώς και ο αριθμός και η ημερομηνία ισχύος της καταχωρίσεως. Αντιθέτως, αν ο παραπάνω υπεύθυνος διαπιστώσει ότι το κατατεθέν υλικό δεν αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, αρνείται την καταχώριση και ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με τους λόγους της αρνήσεώς του. Η καταχώριση του πρωτότυπου πνευματικού δημιουργήματος στο παραπάνω μητρώο γίνεται, όχι για τη γέννηση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο, κατ’ άρθρο 102 του ιδίου κώδικα, γεννάται αφ’ ης στιγμής ένα πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα ενσωματωθεί σε έναν υλικό φορέα εκφράσεως, αλλά για να έχουν οι δικαιούχοι, υπήκοοι των Η.Π.Α., πρόσβαση στα δικαστήρια των Η.Π.Α. και για να αποκτήσουν ορισμένες αξιώσεις. Περαιτέρω, σε οποιαδήποτε δικαστική διαφορά, το πιστοποιητικό καταχωρίσεως, που έχει εκδοθεί πριν ή εντός πέντε ετών από την πρώτη δημοσίευση του έργου, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη περί της υπάρξεως του πνευματικού δικαιώματος και των στοιχείων, που αναφέρονται στο πιστοποιητικό, ενώ η αποδεικτική αξία που θα αποδοθεί στο πιστοποιητικό, που έχει εκδοθεί αργότερα, θα εκτιμηθεί από το δικαστήριο (βλ. Κουμάντος Πνευματική Ιδιοκτησία 2000, σ. 63 επ. καθώς και το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα σε νόμιμη μετάφραση ισχύον στην πολιτεία της Καλιφόρνιας των ΗΠΑ, όπως και η έδρα της ενάγουσας, δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά συνεδριάσεως, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και που λαμβάνονται υπόψη είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τους εν γένει ισχυρισμούς τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αμερικανική εταιρεία είναι παγκοσμίως γνωστή στο χώρο της παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, τηλεοπτικών σειρών, συμπεριλαμβανομένων ταινιών και σειρών κινουμένων σχεδίων, εκδόσεων και γενικότερα ειδών και μέσων ψυχαγωγίας
