fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 202/2017

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Σαρήμπαλη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ευγενία Παπαγεωργίου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 01η Νοεμβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_________  ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, οδός _________  , με Α.Φ.Μ. _________   της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Μπάλλα, με ΑΜΔΣΑ 35430, η οποία κατέθεσε προτάσεις (βλ. υπ’αριθμ. Π1002253/06-11- 2017 προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής ΔΣΑ).

ΤΟΥ ΚΑΘΌΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: _________  _________  του _________  , κατοίκου Νίκαιας Αττικής, οδός _________  , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Τζιτζικάκη, με ΑΜΔΣΠ 1895, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (βλ. υπ’αριθμ. Π0990755/01-11-2017 προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής ΔΣΑ).

Η ανακόπτουσα, ζητεί να γίνει δεκτή η από 19-04-2016 ανακοπή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης
δικογράφου 65/22-04-2016 (Γ.Α.Κ. 16788/2016), προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 09ης-11 -2016 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο της 17ης-05-2017, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της ανακοπής, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Με την υπό κρίση ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητεί, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 12387/18-11-2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ’ου το ποσό των 32,000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, λόγω οφειλής προς αυτόν, προερχόμενη από 5 επιταγές εκδοθείσες από την ανακόπτουσα, εις διαταγή του καθ’ου η ανακοπή.

Σύμφωνα με το άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015.ΦΕΚ A 87 και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές: «Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση». Η ανακοπή αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ. συμπίπτει πλήρως τόσο ως προς τη φύση, όσο και ως προς το αντικείμενό της με την ανακοπή του άρθρου 632 του Κ.Πολ.Δ.. Περαιτέρω, προϋπόθεση της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ. είναι να επιδοθεί στον οφειλέτη για δεύτερη φορά η διαταγή πληρωμής. Η δεύτερη αυτή επίδοση θέτει σε κίνηση την προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, μέσα στην οποία ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ..

Η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο (αρθ. 632 και 633 παρ 2, 584, 585 ΚΠολΔ). Επίσης, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρο 633 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ), δηλαδή εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι η τελευταία επιδόθηκε για δεύτερη φορά στην ανακόπτουσα στις 04-04-2016 (βλ. την υπ’αριθμ. 4835Δ704-04-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταύρου Αθανασόπουλου, σε συνδυασμό με την υπ’αριθμ. 4638Δ720-11-2015 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε για πρώτη φορά στην ανακόπτουσα στις 20-11-2015), ενώ το δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στον καθ’ου η ανακοπή στις 22-04-2016 (βλ πράξη κατάθεσης και από 22-04-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Κοπάνα). Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμω και ουσία βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της, την απόρριψη των οποίων ζητεί ο καθ’ου.

Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο ανακοπής εκθέτει ότι, η υπό ακύρωση διαταγή πληρωμής, εκδοθείσα και δημοσιευθείσα στις 18-11-2015, της επιδόθηκε το πρώτον στις 04-04-2016, μετά δηλ. την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 630Α ΚΠολΔ δίμηνης προθεσμίας από την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής και γι’ αυτό το λόγο έχει παύσει αυτοδικαίως να ισχύει. Ο λόγος αυτός, παραδεκτώς και νομίμως προβάλλεται, ερειδόμενος στο άρθρο 630Α ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον καθ’ου η ανακοπή υπ’αριθμ. 4638Δ720-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταύρου Αθανασόπουλου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτο (α1) εκτελεστό απόγραφο της υπό ακύρωση υπ’αριθμ. 12387/18-11-2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη συνεχόμενη από 19-11-2015 παραγγελία προς επίδοση με επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε για πρώτη φορά στην ανακόπτουσα στις 20-11-2015, δηλ. δύο μέρες μετά την έκδοση της και συνεπώς εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 630Α ΚΠολΔ δίμηνης προθεσμίας. Η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα επίδοση που έλαβε χώρα στις 04-04-2016 (βλ. την υπ’αριθμ. 4835Δ704-04-2016 έκθεση επίδοσης του – δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σταύρου Αθανασόπουλου), αφορά στην επίδοση για δεύτερη φορά της επίδικης διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 633 παρ. 2 α’ ΚΠολΔ, λόγω μη εμπρόθεσμης άσκησης εκ μέρους της, της προβλεπόμενης από το άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπής. Συνεπώς, η υπ’αριθμ. 12387/18-11-2015 διαταγή πληρωμής εμπροθέσμως επιδόθηκε στην ανακόπτουσα και άρα ο πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΑΠ 736/2012, ΑΠ 385/2010, ΕφΠειρ 638/2015 ΝΟΜΟΣ). Όμως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1352/2011, ΕφΛαρ 17/2017 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 103 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ. το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν β) να ορίσει μεσεγγυούχο και γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 Ν. 3588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού. Περαιτέρω,· κατά τη διάταξη του άρθρου 25 Ν. 3588/2007 “1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες”. Κατ’ ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία εξυγίανσης, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του … στη διαδικασία της εξυγίανσης οφείλεται ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της εξυγίανσης οφειλέτου δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 294/2017 ΝΟΜΟΣ).

Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της κατά το πρώτο σκέλος του, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο καθ’ου η ανακοπή όλως καταχρηστικούς, δηλ. κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά παράβαση των άρθρων 103 και 10 παρ. 1 Ν. 3588/2007 προχώρησε στην έκδοση της υπό ακύρωση διαταγής πληρωμής, αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας της κοινοποιήθηκε στις 04-04-2016, διότι αυτή (η ανακόπτουσα) ήδη είχε καταθέσει στις 11-11-2015 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-11-2015 (αριθμ. κατ. 1211/102870/2015) αίτηση εξυγίανσης του άρθρου 99 επ. Ν. 3588/2007 και ότι στις 16-11-2015, της χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή περί αναστολής των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας της για απαιτήσεις έναντι αυτής πριν την υποβολή της ως άνω αίτησης, η οποία (συζήτηση) έλαβε τελικά χώρα κατόπιν αναβολής, την 01 η-11 -2016. Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται προς υποστήριξή του, και αληθινά υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να προσδώσουν στην άσκηση εκ μέρους του καθ’ ου του δικαιώματος του να αιτηθεί την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής καταχρηστικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του καθ’ου η ανακοπή, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, από τις οποίες με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1352/2011, ΕφΛαρ 17/2017 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 103 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ. το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν β) να ορίσει μεσεγγυούχο και γ) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 Ν. 3588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού. Περαιτέρω,· κατά τη διάταξη του άρθρου 25 Ν. 3588/2007 “1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες”. Κατ’ ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία εξυγίανσης, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του καθ’ου εξέρχεται από τα όρια που διαγράφονται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου μάλιστα, ότι ο καθ’ου η ανακοπή, ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του, επεδίωξε την είσπραξη της απαίτησής του κατά της ανακόπτουσας, ενεργώντας προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφάσισε, σύμφωνα και με όσα αναλυτικώς προεκτέθηκαν στην ως μείζονα σκέψη. Εξάλλου, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψε ότι ο καθ’ου η ανακοπή κατέθεσε την αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής στις 12-11-2015, ενώ η προσωρινή διαταγή περί αναστολής των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως η ανακόπτουσα αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής της, χορηγήθηκε στις 16-11-2015, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο. Συνεπώς, ο καθ’ου κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (12-11-2015) δε θα μπορούσε να γνωρίζει, ούτε να προβλέψει τη χορήγηση του εν λόγω μέτρου. Ούτε άλλωστε και κατά το χρόνο επίδοσης της διαταγής πληρωμής (20-11-2015), ο καθ’ου η ανακοπή γνώριζε τη λήψη του εν λόγω μέτρου προσωρινής προστασίας, δεδομένου ότι η απόφαση της προσωρινής διαταγής δεν του κοινοποιήθηκε. Επομένως, ουδεμία καταχρηστική συμπεριφορά επέδειξε. Όσον δε αφορά στο δεύτερο λόγο ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του, από τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα στο δικόγραφο της ανακοπής της πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η τελευταία υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-11-2015 και με αριθμ κατ. δικ. 1211/11-11-2015 (ΓΑΚ 102870/2015) αίτηση εξυγίανσης (αρθ. 99 επ. Ν. 3588/2007), ενώ στις 16-11- 2015 της χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή, η οποία διέταξε προσωρινά, ως προληπτικό μέτρο, μέχρι τη συζήτηση και υπό τον όρο συζήτησης της εν λόγω αίτησης, την αναστολή των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας της για απαιτήσεις έναντι αυτής που είχαν γεννηθεί πριν την υποβολή της ένδικης. Από την ως άνω προσωρινή διαταγή ωστόσο, με σαφήνεια συνάγεται ότι δεν έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της ανακόπτουσας, παρά μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Στην έννοια, όμως, της απαγόρευσης πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν διαλαμβάνεται η μείζονα τούτης απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων. Μόνο δε όταν διατάσσεται δικαστικά ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, ταυτίζεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής καταδιώξεων, που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 25 § 1 ΠτΚ, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση (αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής) αγωγής. Ακόμα, όμως και στην περίπτωση που είχε διαταχθεί με την προσωρινή διαταγή το μείζον μέτρο, ήτοι η αναστολή των ατομικών διώξεων, και πάλι η έκδοση της διαταγής πληρωμής δε θα παρεμποδιζόταν από την αναστολή αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτομένου συνεπώς σε κάθε περίπτωση του παραπάνω λόγου της ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος του ως νόμω αβάσιμου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 630 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015.ΦΕΚ A 87 και εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και η) υπογραφή του δικαστή. Μάλιστα, τα αναγκαία στοιχεία του εγγράφου της διαταγής πληρωμής καθορίζονται κατά τρόπο αποκλειστικό από την ως άνω διάταξη (βλ. Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, 2000, σελ. 1175). Σε περίπτωση έλλειψης των απαιτουμένων στοιχείων στην διαταγή πληρωμής, δύναται αυτή να ακυρωθεί με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, υφιστάμενης ανεπανόρθωτου βλάβης του προτείνοντος οφειλέτη ανακόπτοντος εξαιτίας των ελλείψεων αυτών (ΕφΘεσ 492/2010, ΕφΛαρ. 361/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7771/80 ΕλλΔνη 21.618).

Με τον τρίτο λόγο της, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και το απόγραφο αυτής είναι άκυρα, καθώς δεν περιέχουν τα κατά τα άρθρα 623-630 ΚΠολΔ τυπικά στοιχεία και συγκεκριμένα σε κανένα από τα φύλλα της δεν υπάρχει αρίθμηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν τα φύλλα αυτά αποτελούν ενιαία ενότητα και συνέχεια, προκαλώντας της έτσι ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς τη δυσχεραίνει να ασκήσει τις δικονομικές της δυνατότητες. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, εκτός του ότι όλως αορίστως προβάλλεται, διότι η ανακόπτουσα δεν προσδιορίζει κατά ποιο τρόπο δυσχεραίνεται στην άσκηση των δικονομικών της δυνατοτήτων, υφιστάμενη έτσι ανεπανόρθωτη βλάβη, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, καθώς η αρίθμηση των σελίδων της διαταγής πληρωμής δεν περιλαμβάνεται στα αποκλειστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 630 ΚΠολΔ αναγκαία στοιχεία, με αποτέλεσμα η μη αναφορά τους να μην επιδρά στο κύρος της διαταγής πληρωμής.

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επικυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Τέλος, η ανακόπτουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ου η ανακοπή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής (άρθρα 176, 191 § 2 ΚΠολΔ, 63 § 1, 65 και 68 § 1 του ν. 4194/2013).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ’αριθμ. 12387/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ανακόπτουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ’ου η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων σαράντα (640,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσιασυνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29/11/.2017 απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία