fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Χ.Α.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός 3419/2009
11866/2008
5816/2004

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μερόπη Τζουγκαράκη,  Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Πρωτόδικη, Σοφία Τρίμμη, Πάρεδρο στο Πρωτοδικείο (γιατί κωλύονται οι λοιποί τακτικοί δικαστές) – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Μαρία Τσιρογιάννη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουάριου 2009, για να δικάσει την κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, οίκοθεν επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «_______  ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ», εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο δια, της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αικατερίνης Μπάκα.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: _______  _______  , του _______  , κατοίκου Κηφισιάς Ν. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια, της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ιωάννας Μαρώση.

Το Δικαστήριο φέρει με την με αριθμό κατάθεσης  6894/2008  Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, την από 25-11-2008 και με αριθμό κατάθεσης 11866/2008 πράξη με την οποία διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης (αρθρ. 307 ΚΠολΔ) με την οποία εισάγεται για επανασυζήτηση η από 12-7-2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5816/14-7-2004 αγωγή η οποία προσδιορίστηκε για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις γραπτές προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς επανασυζήτηση με την υπ’ αριθμ. 6894/2008 πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚπολΔ, όπως ισχύει, η υπ’ αριθμ. 5816/2004 έκθεση κσταθέσεως αγωγή της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «_______  ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ KΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα κατά του εναγομένου _______  ________ του _______  , κατοίκου Κηφισιάς Αττικής ( _______  ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79 ν. 5960/ 1933 περί επιταγής, 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι ο εκδότης επιταγής σε διαταγή, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στην πληρώτρια τράπεζα επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, στην περίπτωση που ενεργεί με πρόθεση, υπέχει ποινική ευθύνη και παράλληλα προκαλεί ζημία στον νόμιμο κομιστή της επιταγής, διαπράττει και αδικοπραξία, αφού η ζημία αυτή επέρχεται με παράνομη πράξη του εκδότη, διότι παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον νόμιμο κομιστή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ του ΑΚ, αφού οι προεκτιθέμενες διατάξεις θεσπίστηκαν όχι μόνο χάριν του δημόσιου συμφέροντος αλλά και χάριν του ατομικού συμφέροντος του νόμιμου κομιστή της ακάλυπτης επιταγής ,το οποίο συμφέρον συνίσταται στη μη διάψευση της εμπιστοσύνης εκείνου στην επιταγή ως όργανο πληρωμής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της προς πληρωμή. [ βλ. ΟΛ ΑΠ 18/2004 ΝοΒ 53.61]. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής κατά τα ανωτέρω, η εν λόγω δε έκδοση έγινε από εκείνον κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε εκείνον αντίστοιχων καθηκόντων, τότε το νομικό πρόσωπο έχει ευθύνη αποζημιώσεως από την προεκτιθέμενη αδικοπραξία έναντι του ίδιου προσώπου, έχει δε τέτοια ευθύνη εις ολόκληρον με εκείνον τον νόμιμο αντιπρόσωπο του [ΑΠ 218/2003,ΕλλΔνη 44.445, ΑΠ 1285/1980 ΝοΒ 29.554]. Ειδικότερα επί ανωνύμου εταιρίας οι διοικούντες την εταιρία δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας είναι όμως δυνατή η ευθύνη των συμβούλων της ΑΕ προσωπικά από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή η αρχή της μη ευθύνης των διοικητών ΑΕ δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών εξ αδικοπραξίας βάσει των γενικών αρχών, οπότε υπάρχει ευθύνη τους. Συνεπώς επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το διαχειριστή – εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η  υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή βαρύνει κατά πρώτο λόγο τονεν γνώσει της ανεπάρκειας διαθεσίμων κεφαλαίων εκδίδοντα την :επιταγή και κατά δεύτερο το λόγο το ίδιο το νομικό πρόσωπο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως ενώ με το καταστατικό της μπορούν να ορισθούν ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση τη διαχείρηση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα πάνω στα οποία η εξουσία του Δ Σ ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από του διευθυντές της εταιρείας με ανάλογο περιορισμό της παρ. 2 του άρθρου 18. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων του άρθρου 7α και 7β παρ. 15 ιου ν, 2190/ 1920 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από τον ν. 3604/2007 προκύπτει ότι, οι αποφάσεις της διοίκησης γης ανωνύμου εταιρείας για τον διορισμό των προσώπων καθώς και για την παύση των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα, η οποία δεν είναι συστατική αλλά έχει δηλωτικό χαρακτήρα, γ’ αυτό αν η απόφαση δεν υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων, ενώ οι πράξεις και τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί δεν αντιτάσσονται έναντι τρίτων πριν περάσουν 15 ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν ( βλ. ΑΠ 470/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ ). Από τις διατάξεις αυτές που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67,68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι το ΔΣ αποτελεί όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ΑΕ και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανο της. Ο κομιστής δε της επιταγής μπορεί μαζί με την αγωγή εξ’ αδικήματος να σωρεύσει κι αίτημα προσωπικής κρατήσεως του εκδότη για την εκτέλεση της αξιώσεως εξ’ αδικήματος [ ΑΠ 25/2002 ΕλλΔνη 41.712, ΕφΘεσ. 2123/2006 Αρμεν. 2007.62, ΕφΑΘ 4704/1998, ΕλλΔνη 39. 1365] . Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1047 και 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ ( ΚΥΡ. Ν. 2462/1997), κατά το οποίο κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση, προκύπτει ότι, η διάταξη του άρθρου 1047 ΚπολΔ δεν καταργήθηκε από την ως άνω διάταξη του Διεθνούς Συμφώνου, πλέον του ότι αυτή προδήλως αναφέρεται σε συμβατικές ενοχές και όχι τις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλόγως και επί των τελευταίων. Επί των απαιτήσεων από αδικοπραξία εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει ή όχι την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης αρκεί η αιτιολογία της απόφασης σχετικά με to αποδεδειγμένο της συμπεριφοράς του οφειλέτη που συνιστά αδικοπραξία και των επίδικων αξιώσεων και επομένως δεν συνάγεται από την διάταξη αυτή, ότι επί αδικοπρακτικής ευθύνης θα πρέπει να απαλλάσσεται από την προσωπική του κράτηση ο οφειλέτης , ο οποίος από αδυναμία δεν εκπληρώνει τη χρηματική του υποχρέωση( βλ. ΑΠ 257/2008 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω δε, ορίζεται μεν από τη διάταξη του άρθρου 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους… οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Όμως η αρχή τής  αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν, ότι η τήρηση της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ’ ευθείας από το δικαστήριο παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι όταν το Δικαστήριο καλείται να απαγγείλει προσωπική κράτηση στα πλαίσια του άρθρου 1047 ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη ( βλ. ΑΠ 76/2008 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι ο εναγόμενος, ο οποίος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « _______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο « _______  », εξέδωσε σε διαταγή της (ενάγουσας) στον Πειραιά την υπ’ αριθμ. _______  επιταγή της _______  , ποσού εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων ευρώ και πενήντα ενός λεπτού (136.051 ευρώ), με ημερομηνία έκδοσης την 28-2-2004 σε χρέωση του υπ’ αριθμ. 011-19847016078 λογαριασμού της ως άνω εταιρίας που τηρείται στην παραπάνω τράπεζα, πληρωτέα στο Υποκατάστημα της ανωτέρω Τράπεζας στον Πειραιά (Λεωφ. _______  ), την οποία εμφάνισε νόμιμα κι εμπρόθεσμα προς πληρωμή στο ως άνω Υποκατάστημα στις 2-3-2004 , πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που τελούσε σε γνώση του εναγομένου – νομίμου εκπροσώπου της προαναφερθείσας εταιρίας. Ζητεί δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να  της καταβάλει το συνολικό ποσό των 136.051 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα εμφάνισης προς πληρωμή της ανωτέρω επιταγής, άλλως από την επίδοση της παρούσης, καθώς και το ποσό των εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη καθώς επλήγη η φήμη και η εμπορική της πίστη στις συναλλαγές, να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση και να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, το αίτημα της οποίας παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις κατά την διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ( άρθρα 9,12, Μπαρ 3,και 22, 25 παρ.2, 35, 37 παρ.1 και 41 ΚΠολΔ )για να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία, δοθέντος, ότι, απέτυχε η κατ’ άρθρο 214 Α ΚπολΔ απόπειρα εξωδίκου επιλύσεως της διαφοράς, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 15-3-2006 μονομερή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας και είναι σύμφωνα με τις παραδοχές της ανωτέρω νομικής σκέψης, νόμω βάσιμη και αρκούντως ορισμένη απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου περί αοριστίας, στηριζόμενη επιπροσθέτως στις διατάξεις των άρθρων 926 ΑΚ, 907, 908 περ. δ , 176 ΚΠολΔ . Το περί καταβολής τόκων αίτημα αυτής, κρίνεται νόμιμο για το μετά την επίδοση της χρονικό διάστημα (άρθρο 346 ΑΚ), διότι για να καταστεί υπερήμερος ο εξ επιταγής υπόχρεος και συνακόλουθα για να οφείλει τόκους σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του, δεν αρκεί η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, αλλά απαιτείται και η όχληση του (βλ. ΕΑ 7832/1999 ΔΕΕ 2000.179, Εφ.Πειρ. 665/99 ΕλλΔνη 41.491, Εφθεσ 822/1989 Αρμ 43.447, Εφ Αθ. 11981/1990 ΕλλΔνη 32.1075), που δεν επικαλείται εν προκειμένω η ενάγουσα. Πρέπει, επομένως, κατά τα λοιπά, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου, ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τ’ αντιστοιχούντα σ’ αυτό ποσοστά υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ και του ΤΝ ( Βλ το υπ’ αριθμ. 5033856 διπλότυτπο είσπραξης της ΔΟΥ Πειραιώς). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 79 του ν. 5960/1933, 297, 298, 914, 300, 288, 281 δεν αποκλείεται η απαλλαγή εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή από την προαναφερόμενη αστική ευθύνη του έναντι του λήπτη και νόμιμου κομιστή της επιταγής που ατελέσφορα την εμφάνισε προς πληρωμή ή ο περιορισμός της εκτάσεως αυτής της ευθύνης με βάση τη μεταξύ τους υποκείμενη σχέση και κατόπιν συνδρομής των προϋποθέσων εφαρμογής του άρθρου 300 ΑΚ, περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στη ζημία ή την έκταση της, ή του άρθρου 288 ΑΚ, περί υποχρεώσεως του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής όπως απαιτεί η συναλλακτική καλή πίστη ή του άρθρου 281 ΑΚ, περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής εκ μέρους του δανειστή ασκήσεως της απαιτήσεώς του [ΑΠ 281/2003 ΕλλΔνη 44.442] Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του αρνείται την αγωγή, επικουρικά, δε ισχυρίζεται ότι, η ενάγουσα με την οποία η εταιρεία με την επωνυμία «_______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «_______  » είχε εμπορικές συναλλαγές γνώριζε καλώς κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ότι η τελευταία δεν θα είχε αντίστοιχα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα για την πληρωμή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού καθώς η οικονομική της κατάσταση ήταν άσχημη και παρόλα αυτά ζήτησε και δέχθηκε την έκδοση της επίδικης επιταγής, η οποία δόθηκε για εγγύηση παλιότερου χρέους, παρόλο που γνώριζε την έλλειψη αντικρίσματος στην πληρώτρια τράπεζα. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση και είναι νόμω βάσιμος στηρίζεται δε στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 281, 288, r 300 και 914 ΑΚ, το βάρος δε απόδειξης αυτού φέρει ο εναγόμενος. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περεταίρω για να κριθεί αν είναι βάσιμος και κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων , ενός από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «_______  », εξέδωσε στις 31 -12-2003 σε διαταγή της ενάγουσας μία μεταχρονολογημένη επιταγή της _______  , με αριθμό _______  ποσού εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων και πενήντα ενός λεπτού ( 136.051 ευρώ) με ημερομηνία έκδοσης την 28-2­2004 σε χρέωση του λογαριασμού της ως άνω εταιρίας, που τηρείται στην παραπάνω τράπεζα και η οποία ήταν πληρωτέα στο Υποκατάστημα της ανωτέρω Τράπεζας στον Πειραιά επί της οδού Λεωφόρου _______  . Ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή πάνω από την σφραγίδα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο « _______  », γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τον ίδιο. Πλην όμως, στις 30­12-2003 δημοσιεύθηκε στο με αριθμό φύλλου 1370/30-12-2003 ΦΕΚ (το οποίο νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζεται από τον εναγόμενο) το από 15-11-2003 πρακτικό της γενικής συνελεύσεως της ανωτέρω εταιρείας, δυνάμει του οποίου ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ορίσθηκε ο _______  _______  του _______  . Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής την 31η-12-2003,  ήτοι την επομένη 7της ημερομηνίας δημοσίευσης της παύσης της εκπροσωπήσεως της εταιρείας με την επωνυμία « _______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «_______  » από τον εναγόμενο, η ενάγουσα δεν γνώριζε την επελθούσα αλλαγή και ως εκ τούτου και κατά τις παραδοχές της ανωτέρω νομικής σκέψης η αλλαγή στην εκπροσώπηση της εταιρείας δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της ενάγουσας δεδομένου ότι, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μία ημέρα έπειτα από την δημοσίευση στο ΦΕΚ της αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας δηλαδή πριν από την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την δημοσίευση. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του εναγομένου περί y ελλείψεως παθητικής του νομιμοποιήσεως, λόγω αλλαγής εκπροσώπησης της εταιρείας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά , αβάσιμος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, κατά την Συνεδρίαση της 8ης-11-2005 του Α Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΑΜ- 16956 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (η οποία νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομίζεται από την ενάγουσα) με την οποία ο εναγόμενος καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ο τελευταίος πλην του ότι, ομολόγησε την πράξη του δεν προέβαλε κάποιο ισχυρισμό που να αφορά την μη εκπροσώπηση από τον ίδιο της ανωνύμου εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της επίδικης επιταγής. Εξάλλου, τα ως άνω, και ειδικότερα η μη γνώση της ενάγουσας περί της επελθούσης αλλαγής της εκπροσώπησης της εταιρείας με την επωνυμία « _______   ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» επιβεβαιώνονται και από την από 20-4-2004 έγγραφη απάντηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία γνωστοποιείται στην ενάγουσα, ότι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και εκδότης της επίδικης επιταγής είναι ο εναγόμενος. Περαιτέρω, την ως άνω επιταγή εμφάνισε η ενάγουσα νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή στις 2­3-2004 πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχαν στην Τράπεζα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της, η έλλειψη δε αυτή βεβαιώθηκε από την Τράπεζα στο σώμα της επιταγής. Ο εναγόμενος, ο οποίος όπως εκτέθηκε ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας, υπέγραψε την επίδικη επιταγή τελώντας εν γνώσει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως της και κατά χρόνο πληρωμής αυτής. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν συντρέχει δόλος στο πρόσωπό του, διότι η ως άνω εταιρεία είχε ήδη προβεί σε δήλωση παύσης πληρωμών από την 20η-12-2003 ήτοι πριν την έκδοση της επίδικης επιταγής και πτώχευσε αργότερα στις 12-5-2004 και επομένως υπήρχε αδυναμία πληρωμής της επιταγής είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη του εναγομένου είναι από αδικοπραξία και δεν επηρεάζεται από την πτώχευση της εταιρείας που εκπροσωπεί. Αντιθέτως η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι η εταιρεία είχε παύσει τις πληρωμές της και κατά συνέπεια δεν θα είχε διαθέσιμα κεφάλαια επιτείνει την υπαιτιότητα του εναγομένου (βλ. Εφετείο Αθηνών 397/1994 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αποτέλεσμα της ως άνω παράνομης κηιυπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, ήταν να υποστεί η ενάγουσα ισόποση με το ποσό της επιταγής περιουσιακή ζημία ύψους εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων ευρώ και πενήντα ενός λεπτού (136.051) την οποία αυτός είναι υπόχρεος να αποκαταστήσει. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την ένσταση του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε η αλήθεια των συγκροτούντων την ιστορική βάση της ως άνω ενστάσεως, πραγματικών περιστατικών αφού ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ούτε από άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα αυτού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής από τον εναγόμενο γνώριζε την έλλειψη αντικρίσματος της εταιρείας της οποίας αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, στην πληρώτρια τράπεζα, ενώ η ίδια η μάρτυρας του εναγομένου καταθέτει, ότι η επίδικη επιταγή δεν δόθηκε ως εγγύηση για άλλο λόγο αλλά υπήρχε πραγματική οφειλή. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εκατόν τριάντα έξι χιλιάδων ευρώ και πενήντα ενός λεπτού (136.051) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επιπροσθέτως, η ενάγουσα υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία ηθική βλάβη καθώς προσεβλήθη η εμπορική της πίστη, η φήμη και η φερεγγυότητά της έναντι των συναλλασσομένων με αυτή, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο με βάση το βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος, τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος καθώς και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Περαιτέρω, σε ό, τι αφορά το παρεπόμενο αίτημα περί της κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η καθυστέρηση στην εκτέλεση είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα γι’ αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει μερικά δεκτό ως προς το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ. Επίσης, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειες της, το πταίσμα του εναγομένου καθώς και την έλλειψη συνυπαιτιότητας της εναγομένης κρίνει ότι, πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του εναγομένου ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης, διάρκειας τριών (3) μηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγόμενου λόγω της ήττας του ( 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εκατόν τριάντα επτά χιλιάδων και πενήντα ενός λεπτού ( 137.051) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης μέχρι την πλήρη εξόφληση

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ εναντίον του εναγόμενου προσωπική κράτηση, τη διάρκεια της οποίας ορίζει σε τρεις (3) μήνες ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγόμενου τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε το ύψος των οποίων ορίζει σε τέσσερις χιλιάδες διακόσια (4.200) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 12-6-2009 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, στις            25-6-2009.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία