fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 Αριθμός αποφάσεως 3163/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αμαλία Εφεντάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιά, και τη Γραμματέα Χρυσούλα Τσιρέλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2005 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας _________   _________  , κατοίκου Τζιτζιφιών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη.

Του εναγομένου _________  _________  του _______, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-9-2004 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 7435/2004, προσδιορίσθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ αριθμ. 4616β/11-10-2004 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ιωάννη Χονδροκούκη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο (άρθρα 228 και 229 του Κ.Πολ.Δ., όπως το πρώτο τούτων επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3043/2002 και όπως το δεύτερο αυτών ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 6 παρ. 3 του ίδιου νόμου). Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία και εκφωνήθηκε νομότυπα η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και πρέπει συνεπώς να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 270 παρ. 1 εδαφ. ε του Κ,Πολ.Δ., όπως και τούτο ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 12 του ν’. 2915/2001).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 εδαφ. α του Α.Κ., «η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως». Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η αφηρημένη αναγνώριση χρέους, για τη σύσταση της οποίας απαιτείται έγγραφος τύπος, αναφέρεται σε υφιστάμενο ήδη χρέος και δημιουργεί νέα αυτοτελή ενοχή, ανεξάρτητη της αιτίας του χρέους. Η περίπτωση αυτή πρέπει να διασταλεί από εκείνη της αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, που έχει ως νομικό θεμέλιο τη διάταξη του., άρθρου 361 του Α.Κ., στοχεύει δε στην επιβεβαίωση απλώς της υφιστάμενης ήδη ενοχής, την οποία και μνημονεύει, χωρίς να δημιουργεί νέα και μάλιστα ανεξάρτητη αυτής (Α.Π. 366/1996 ΕΕΝ 1997.601, Α.Π. 1630/1995 ΕΕΝ 1997.341). Μετά ταύτα θεμέλιο της σχετικής αξιώσεως επί αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους παραμένει η αρχική ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή και κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, η ενάγουσα εκθέτει τα εξής: Ότι ο πατέρας της _________  _________  , έχοντας σχετική απαίτηση κατά του _________  _________  από άτοκο δάνειο, ποσού 29.348 €, παρέλαβε από τον τελευταίο τις υπ’ αριθμ. _________  και _________   επιταγές, ποσού 14.674 € η καθεμία, των οποίων νόμιμη κομίστρια τυγχάνει Ήδη μετά από οπισθογράφηση και παράδοση τούτων προς αυτήν από το λήπτη και ότι η πρώτη των επιταγών αυτών, μολονότι εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή από την ίδια, εντούτοις δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως των αναγκαίων προς τούτο κεφαλαίων στο λογαριασμό από τον οποίο συρόταν. Ότι αυτή, έχοντας την πεποίθηση ότι ο προαναφερόμενος _________  _________  ήταν εκδότης των ίδιων επιταγών, ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί βάσει της ανωτέρω μη πληρωθείσας επιταγής η σ’ αυτήν διαταγή πληρωμής σε βάρος του τελευταίου, την οποία και επέδωσε στον ίδιο, πλην όμως εκείνος προσέβαλε τη διαταγή αυτή με σχετική ανακοπή, με την οποία ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι δεν ήταν εκδότης της εν λόγω επιταγής. Ότι αυτή, αποβλέποντας στη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς αυτής, κάλεσε τον _________  _________  να προσέλθει προς εξόφληση της ίδιας επιταγής και ότι τόσο ο τελευταίος όσο και ο εναγόμενος αδελφός του ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω πρόσκλησή της και έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ τους στον Πειραιά το από 18-9­2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο μεν εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του από τις προαναφερόμενες επιταγές, υπό την πρόδηλη έννοια ότι αποδέχθηκε ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τον ίδιο, αυτή δε περιόρισε την εκ της ανωτέρω αιτίας οφειλή του μέχρι του ποσού των 30.500 €, ενώ συγχρόνως διατήρησε υπέρ αυτής το δικαίωμα να επιδιώξει κάθε νόμιμη απαίτησή της σε περίπτωση μη εξοφλήσεως του αμέσως ανωτέρω ποσού και δη κατά τον τρόπο, που οριζόταν στο ίδιο συμφωνητικό. Βάσει αυτών και επικαλούμενη προσθέτως ότι ο εναγόμενος παραβίασε τους όρους του προαναφερόμενου συμφωνητικού, όχι μόνον διότι δεν εξόφλησε πλήρως το ανωτέρω αναγνωρισθέν ποσό, αλλά και κυρίως διότι δεν τήρησε τις προθεσμίες που είχαν ταχθεί για την καταβολή κάθε επί μέρους κονδυλίου τούτου, ζητεί να υποχρεωθεί εκείνος στην προς αυτή καταβολή του ποσού των 14.368,80 €, που συνιστά κατ αυτήν το οφειλόμενο υπόλοιπο του αναγνωρισθέντος ποσού βάσει της ανωτέρω αναγνωρισεως χρέους, άλλως και επικουρικώς ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ίδιο ποσό κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και το ποσό αυτό νομιμοτόκως από τις 26-7-2003, οπότε και όχλησε τον εναγόμενο για την καταβολή τούτου, άλλως από τις 18-12-2003, επομένη της επιδόσεως σ’ αυτόν νεότερης εξώδικης οχλήσεώς της προς καταβολή του ίδιου ποσού, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να κηρυχθεί η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή. Μ’ αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία δεν γίνεται επίκληση οι διάδικοι απέβλεψαν στη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής δια της καταρτίσεως του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι προφανές βάσει των προεκτεθέντων ότι επιστηρίζεται επί της διατάξεως του άρθρου 361 του Α.Κ. όσον αφορά την κύρια περί αναγνωρίσεως χρέους βάση της, ενόψει και της περαιτέρω επικαλούμενης μ’ αυτήν αναφοράς της αιτίας του χρέους του εναγομένου στο ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό. Ως προς την κύρια αυτή βάση της η ίδια αγωγή, η οποία αρμόδια φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 2 και 33 του Κ.Πολ.Δ.) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προδιαληφθείσα διάταξη καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 του Α.Κ. και 907, 908 του Κ.Πολ.Δ.. Η ίδια όμως αγωγή, κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, αφού αυτή θεμελιώνεται εν προκειμένω στα ίδια περιστατικά στα οποία επιστηρίζεται και η κύρια βάση της, δια της οποίας ασκούνται οι αξιώσεις από την προαναφερόμενη αναγνώριση χρέους, χωρίς και να ελλείπουν οι προϋποθέσεις της κύριας αυτής βάσεως. Μετά ταύτα πρέπει η αγωγή αυτή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, εφόσον καταβλήθηκε και το προσήκον για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου, μετά των αναλογούντων σ’ αυτό υπέρ τρίτων ποσοστών (βλ. τις υπ’ αριθμ. 52895 και 115551 έντυπες αποδείξεις καταβολής δικαστικού ενσήμου-αγωγοσήμου μετά των επικολληθέντων επ’ αυτών κινητών ενσήμων του Τ.Ν. και του Τ.Π.Δ.Π.).

Από την κατάθεση του ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντος μάρτυρος αποδείξεως, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, από τα έγγραφα που επικαλείται και νομίμως προσκομίζει η ενάγουσα και από τα όσα αυτή με τις έγγραφες προτάσεις της συνομολογεί και εν γένει εκθέτει αποδεικνύονται τ’ ακόλουθα: Ο _________  _________  , που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, έχοντας οφειλή έναντι του πατέρα της ενάγουσας και μάρτυρα αυτής στην ίδια δίκη _________  _________   από άτοκο δάνειο, ποσού 29.348 €, παρέδωσε στον τελευταίο και δη προς εξασφάλιση εκπληρώσεως της εν λόγω οφειλής του τις υπ αριθμ. _________  και _________   ‘’επιταγές, ποσού 14.674 € η καθεμία, με την ταυτόχρονη διαβεβαίωση ότι οι επιταγές αυτές ήταν εκδόσεως του ίδιου. Οι εν λόγω επιταγές, που ήταν πληρωτέες από την _________  , μεταβιβάσθηκαν ακολούθως δι’ οπισθογραφήσεως και παραδόθηκαν από τον ανωτέρω λήπτη τους _________  _________  στην ενάγουσα θυγατέρα του και έτσι η τελευταία κατέστη νόμιμη εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια τούτων. Η ίδια, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την πρώτη των ως άνω επιταγών στην Τράπεζα _________  , χωρίς όμως και να επιτύχει την είσπραξή της, διότι δεν υπήρχαν τ’ αναγκαία προς τούτο κεφάλαια στο σχετικό λογαριασμό από τον οποίο συρόταν, όπως τούτο βεβαιώθηκε από την προαναφερόμενη Τράπεζα που είχε ρητή γι’ αυτό εξουσιοδότηση από την πληρώτρια Τράπεζα και για το λόγο αυτό σφραγίσθηκε. Τούτο είχε ως συνέπεια να υποβάλει η ενάγουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-6-2002 αίτησή της κατά του _________  _________  , τον οποίο υπολάμβανε καλόπιστα ως εκδότη της ανωτέρω μη πληρωθείσας επιταγής, με την οποία ζήτησε να εκδοθεί βάσει της ίδιας επιταγής διαταγή πληρωμής σε βάρος του τελευταίου, αίτηση η οποία και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο εκείνο, εκδοθείσας σχετικώς της υπ’ αριθμ. _________  διαταγής πληρωμής του ίδιου Δικαστηρίου. Η διαταγή αυτή προσεβλήθη ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου με την από 1-7-2002 ανακοπή του ανωτέρω _________  _________  , με την οποία ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι δεν ήταν εκδότης της προαναφερόμενης επιταγής, κατόπιν δε τούτου η ενάγουσα, αντιλαμβανόμενη ότι ο τελευταίος επεδίωκε την αποφυγή της εκπληρώσεως της έναντι αυτής υποχρεώσεώς του, κάλεσε αυτόν προς εξόφληση της ίδιας επιταγής. Στην πρόσκληση αυτή ανταποκρίθηκε τόσο ο ανωτέρω _________  _________  όσο και ο εναγόμενος αδελφός του και έτσι προήλθαν σε διαπραγματεύσεις μετά της ενάγουσας, μετά το πέρας των οποίων επιτεύχθη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο από 18-9-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που κατήρτισαν οι ανωτέρω, το οποίο επί λέξει έχει ως εξής:

«1. Ο δεύτερος συμβαλλόμενος» εναγόμενος «οφείλει «στην πρώτη» ενάγουσα «το αντίτιμο δύο επιταγών (ήτοι κεφάλαιο, έξοδα εκδόσεως διαταγής, τόκοι, αντίγραφα κ.λ.π. δικαστική δαπάνη) της Τράπεζας «_________  Α.Ε.», με αριθμούς» _________  και _________   «αντίστοιχα εκδόσεως στην Αθήνα, με ημερομηνία» 26-3-2002 και 16-6-2002 «αντίστοιχα, ποσού 14.674 Ευρώ εκάστη, σε διαταγή _________  _________   σε χρέωση του με αριθμό _________  » λογαριασμού, «που τηρείται στην πληρο5τρια τράπεζα, οι οποίες εν συνεχεία οπισθογραφήθηκαν στην πρώτη συμβαλλόμενη και των οποίων συνομολογείται δια του παρόντος ότι αυτή είναι νόμιμη κομίστρια από νόμιμη και αδιάκοπη οπισθογράφηση» (παρ. 2). «Ήδη για την πρώτη εκ των ως άνω επιταγών η πρώτη συμβαλλόμενη έχει εκδώσει κατά του τρίτου» _________  _________  «την με αριθμό _________  διαταγή πληρωμής και έχει προβεί σε κατάσχεση ακινήτου αυτού, ο πλειστηριασμός του οποίου έχει ορισθεί για την 25-9-2002. Ο τρίτος συμβαλλόμενος κατά της πρώτης και της ως άνω διαταγής έχει ασκήσει ανακοπή, η οποία εκδικάζεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4-12-2002» (παρ. 3). «Ήδη και προς αποφυγή δικαστικών διενέξεων και στα πλαίσια συμβιβαστικής επίλυσης της εν λόγω διαφοράς περιορίζει η πρώτη συμβαλλόμενη (το ποσό που δικαιούται από την οφειλή του δεύτερου) στο ποσό των (30.500) τριάντα χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, το οποίο συμφωνείται να καταβληθεί από το δεύτερο στην πρώτη της καταβολής αποδεικνυομένης μόνο δια εγγράφου αποδείξεως, αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου ακόμη και αυτού του όρκου» (παρ 4). «Το εν λόγω ποσό θα παραδοθεί ως εξής:

Κατά την υπογραφή του παρόντος παραδόθηκαν από τον δεύτερο στην πρώτη το ποσό των 6.000 ευρώ μετρητά (το παρόν συμφωνητικό αποτελεί και απόδειξη παραλαβής και παράδοσης των χρημάτων). Το υπόλοιπο θα καταβληθεί ως εξής:

α. 6.500 ευρώ την 16-11-2002,

β. 6.500 ευρώ την 16-1-2003

γ. 6.500 ευρώ την 16-3-2003

δ. 5.000 ευρώ την 16-5-2003…. » (παρ. 5)

«Ο δεύτερος συμβαλλόμενος συνομολογεί την οφειλή του προς την πρώτη μέχρι του τελικού ποσού των 30.500 Ευρώ και παραιτείται δια του παρόντος από κάθε δικαίωμά του να αμφισβητήσει ή να αρνηθεί αυτή, ομολογεί δε το εν λόγω χρέος και συνομολογεί το παρόν συμφωνητικό τίτλο εκτελεστό για τις απαιτήσεις της πρώτης συμβαλλόμενης» (παρ. 7). «Με την εκπρόθεσμη και μη προσήκουσα εξόφληση έστω και μίας δόσεως εκ των ανωτέρω, η πρώτη συμβαλλόμενη διατηρεί το δικαίωμά της να εξαντλήσει κάθε δικαίωμά της κατά Νόμο» (παρ. 8)……… Από την εκτίμηση του συμφωνητικού αυτού, στο οποίο ρητώς μνημονεύεται η αιτία του επιδίκου χρέους που ανάγεται στην έκδοση από τον εναγόμενο των ανωτέρω επιταγών, συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση εχώρησε αιτιώδης αναγνώριση χρέους κατ’ άρθρο 361 του Α.Κ. με την. οποία δεν δημιουργήθηκε νέα ενοχή, αλλ’ απλώς επιβεβαιώθηκε η προϋπάρχουσα προς καταβολή του ποσού των επιταγών αυτών από τον Αναγόμενο. Εξάλλου σε εκτέλεση του ίδιου συμφωνητικού ο τελευταίος κατέβαλε στην ενάγουσα, όπως συνομολογεί η ίδια, τ’ ακόλουθα ποσά: 1) Στις 18-9­2002, ημέρα υπογραφής του συμφωνητικού αυτού, 6.000 €, 2) Στις 16-11-2002 6.000€, 3) Στις 14-2-2003 2.000 €, 4) Στις 28-2-2003 1.500 €, 5) στις 19-5-2003 4.000€ και 6) Στις 25-7-2003 1.000 € (βλ. σχετ. την από 17-11-2003 εξώδικη δήλωση – γνωστοποίηση – διαμαρτυρία της ενάγουσας). Έτσι έναντι του οφειλόμενου συνολικού ποσού των 30.500 € ο εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των 20.500 € και εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο των 10.000€. Βέβαια η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος οφείλει το υπέρτερο ποσό των 14.368,80 €, το οποίο και αναγάγει στο εν λόγω ύψος, θέτοντας ως βάση του υπολογισμού της το ποσό του κεφαλαίου της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. _________  διαταγής πληρωμής, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν συνυπολογισμού των αναλογούντων σ’ αυτό τόκων της περιόδου από 28-3­2002 έως 25-7-2003, της περιόδου δηλαδή που διέρρευσε από την επομένη της σφραγίσεως της ανωτέρω μη πληρωθείσας επιταγής έως την ημέρα της τελευταίας προς αυτήν καταβολής εκ μέρους του εναγομένου, και μετ’ αφαίρεση βέβαια των προς αυτήν καταβολών του εναγόμενου, χωρίς και να συνυπολογίζει όμως στις καταβολές αυτές και το ποσό των 1.658,86 €, με το οποίο επιβαρύνθηκε αυτή από το λόγο της επιβολής κατασχέσεως σε βάρος ακινήτου του ανωτέρω _________  _________  . Ο συγκεκριμένος αυτός ισχυρισμός της ενάγουσας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού βάσει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού η έναντι αυτής οφειλή του εναγομένου περιορίσθηκε μέχρι του ποσού των 30.500 €. Μόνο δε το γεγονός ότι η ίδια διατήρησε δια του ίδιου συμφωνητικού το δικαίωμα να επιδιώξει κάθε απαίτησή της κατά το νόμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης και μη προσήκουσας εξοφλήσεως των επί μέρους κονδυλίων που ορίσθηκαν για την εξόφληση της συνολικής προς αυτήν οφειλής του εναγομένου, δεν είχε την έννοια ότι αυτή θα μπορούσε να επιδιώξει την έναντι του εναγομένου εκτέλεση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, αφού η διαταγή αυτή στρεφόταν κατά τρίτου προς εκείνον προσώπου και δη κατά του _________  _________  , πολύ δε περισσότερο ν’ αξιώσει να επιβαρυνθεί ο εναγόμενος με τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτή για την επιβολή κατασχέσεως σε βάρος της περιουσίας του ίδιου _________  _________  , είναι δε άλλο το ζήτημα ότι θα μπορούσε αυτή ν’ αξιώσει τόκους επί του κεφαλαίου της ανωτέρω επιταγής και δη για την προαναφερόμενη περίοδο, ασκώντας τις αξιώσεις της από την εν λόγω επιταγή κατά του εναγομένου ως εκδότη αυτής, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 €, νομιμοτόκως όμως από της 18-12-2003, επομένη της επιδόσεως σ’ αυτόν της από 17-11­2003 εξώδικης δηλώσεως – γνωστοποιήσεως και διαμαρτυρίας της ενάγουσας, με την οποία οχλήθηκε αυτός για την καταβολή του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού, έστω και αν το ποσό αυτό υπολογίσθηκε εσφαλμένως και στην εν λόγω δήλωση ως ανερχόμενο σε μεγαλύτερο ύψος και όχι από τις 26-7-2003, όπως αβάσιμα ζητεί η ενάγουσα, αφού δεν προέκυψε παρόμοια όχληση του εναγομένου από τον τελευταίο αυτό χρόνο. Επίσης πρέπει να γίνει δεκτό και το αίτημα της αγωγής περί κηρύξεως της παρούσας προσωρινά εκτελεστής διότι και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η επιβράδυνση της εκτελέσεως θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος πρέπει για την περίπτωση ασκήσεως από τον εναγόμενο ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως να ορισθεί σε βάρος του παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της εν μέρει ήττας του, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας (άρθρα 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζοντας ερήμην του εναγομένου.

Ορίζει για την περίπτωση ασκήσεως απ’ αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως, παράβολο εκατόν ογδόντα (180) Ευρώ.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ότι έπρεπε ν’ απορριφθεί.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, νομιμοτόκως από τις 18-12-2003.

Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξή της.

Και

Καταδικάζει τον εναγόμενο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, που ορίζει σε τετρακόσια (400) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, ο έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να παρευρίσκρνται οι διάδικοι και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, στις 13-6-06.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία