fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 170/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Παρασκευή Αγγελή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαϊου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: _________  συζ. _________  _________  , το γένος ______ και ________  _______, κατοίκου Λουτρών Αιδηψού-Ευβοίας, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου Χαλκίδας Χρυσούλας ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ.

Του εναγομένου: _________  _________   του _________  ,κατοίκου Γιάλτρων- Ευβοίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Ελευθέριου ΦΥΛΛΑΔΑΚΗ.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-12-2009 αγωγής της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 170/11-12- για 2009, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 10-6-2010 και κατόπιν αναβολών για τη δικάσιμο της 27-10-2011.Κατά τη δικάσιμο εκείνη το δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η αγωγή γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνου δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 του ΑΚ, συνάγεται ότι οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Στην υποχρέωση αυτή, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, περιλαμβάνονται ειδικότερα, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση αυτών για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή στη λειτουργία του κοινού οίκου. Η συνεισφορά αυτή των συζύγων γίνεται με την προσωπική τους εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους. Όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει κοινός οίκος και οικογενειακές ανάγκες, παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς, διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, με τη διαφορά ότι ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακοπεί η συμβίωση χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος τελικά είναι μόνο ο σύζυγος ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης οφείλει τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο σύζυγο, οφείλεται ως διατροφή (σε χρήμα) η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (βλ. Ματθία, Η συμβολή των συζύγων στις οικογενειακές ανάγκες και η αξίωση διατροφής, ΝοΒ 31 σελ. 1484, ΑΠ 613/99 ΕλλΔικ 41. 71, ΑΠ 804/92 ΕλλΔικ. 35.108, ΑΠ 1714/84 ΕλλΔικ 26. 431, ΕΑ 5233/10 ΕλλΔικ 2011. 191, ΕΑ 4698/87 ΕλλΔικ 29. 948, ΕΑ 6588/98 ΕλλΔικ 28. 151). Όμως, δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή όταν ο σύζυγος στερείται παντελώς οικονομικών μέσων, οπότε ο άλλος σύζυγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει αυτός ολόκληρη τη διατροφή του απόρου, το μέτρο της οποίας σύμφωνα με το άρθρο 1390 εδ. β’ Α.Κ., προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, που ασφαλώς περιλαμβάνουν και την οικονομική κατάσταση του υπόχρεου (ΕΠειρ 544/02 Πειρ Νομ 2002. 323, ΕΑ 4698/87 ό.π., ΕΠειρ 52/85 ΕλλΔικ 26. 555). Η αληθινή έννοια της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης κατά την εφαρμογή του άρθρου 1391 Α.Κ., που δεν έχει αποστεί από το παλαιό άρθρο 1394 (βλ. Ματθία, ό.π.), είναι η της διακοπής της συνοίκησης των συζύγων, η οποία απαιτείται να γίνεται με τη σοβαρή πρόθεση να ζήσει εφεξής ο σύζυγος που διακόπτει τη συνοίκηση κάτω από διαφορετική στέγη από τον άλλο (σύζυγο), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό οι σύζυγοι να ζουν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συνοίκηση (βλ. Γασπαρινάτου, Η διατροφή των μη συμβιούντων συζύγων, ΝοΒ 16, 1244 επ.), ενώ “εύλογη αιτία” στοιχειοθετείται σε όσες περιπτώσεις υπάρχει λόγος διαζυγίου ή όταν η αξίωση του ενός από τους συζύγους για συμβίωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση δικαιώματος (Μπαλή, Οικογ. Δικ., έκδ. 2, παρ. 46 αρ. 5, ΕΠειρ 544/02 όπ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα, επικαλούμενη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως αυτής με τον εναγόμενο, από εύλογη, σε βάρος του, αιτία, και αδυναμία αντιμετωπίσεως των αναγκών διατροφής της, από εισοδήματα, την περιουσία της, ή κατάλληλη εργασία, όπως τα σχετικά περιστατικά αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή, ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της καταβάλει, ως μηνιαία διατροφή σε χρήμα, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 900 ευρώ, μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση εκάστης δόσης και μέχρις εξοφλήσεως, να απαγγελθεί, ως μέσο εκτελέσεως, χρηματική ποινή 1.500 ευρώ και προσωπική κράτηση, διάρκειας 6 μηνών, σε βάρος αυτού, σε περίπτωση παραβιάσεως της αποφάσεως που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, για τη συζήτηση της οποίας έχουν προκαταβληθεί τα καθορισθέντα δικαστικά έξοδα, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 17 παρ. 1, 22 ΚΠολΔ), φέρεται προς εκδίκαση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Β ΚΠολΔ. Τυγχνάνει δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392, 1493, 346 ΑΚ, 176, 907, 910 περ. 4 ΚΠολΔ, ως προς όλα τα αιτήματά της, πλην του παρεπομένου τούτου που αναφέρεται στην απειλή, κατά του εναγομένου, χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της παρούσας, καθόσον τα προβλεπόμενα στο άρθρο 947 ΚΠολΔ εν λόγω μέσα αναπληρωματικής εκτέλεσης δεν εφαρμόζονται, για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 951 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις αντίστοιχες, υπέρ τρίτων, προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’ αριθμ. 124628, 095827 και 095826 αγωγόσημα, με τα επικολληθέντα σε αυτά ένσημα υπέρ του Τ.Ν.), κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η αγωγή τυγχάνει ερευνητέα, περαιτέρω, και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητας αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι, ενόσω υπάρχει ο γάμος, έστω και αν έχει διασπασθεί η έγγαμη συμβίωση, η διατροφή είναι συνέπεια της υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (ΟλΑΠ 9/91), που θεσπίζεται με την πρώτη (ΑΚ 1389) από τις ανωτέρω διατάξεις και δεν εξομοιώνεται με την συνηθισμένη από το νόμο διατροφή που ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ. Η μη εξομοίωση της αξίωσης διατροφής μεταξύ συζύγων προς τη διατροφή από το νόμο εκδηλώνεται και στο ότι η υποχρέωση διατροφής του οφειλέτου συζύγου προς το δικαιούχο σύζυγο, που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση, εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και αν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υπόχρεου (άρθρο 1492 σε συνδυασμό με άρθρο 1489 § 2 ΑΚ), εκτός αν υπάρχει άλλος υπόχρεος που θα μπορούσε να καταβάλλει τη διατροφή αυτή (ΑΠ 1382/00 ΕλλΔικ 42. 687). Δηλαδή, για να γεννηθεί υποχρέωση διατροφής μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης κατά το άρθρο 1391 ΑΚ, αντιθέτως με ό,τι συμβαίνει με τη διατροφή μετά το διαζύγιο ή με τη διατροφή μεταξύ συγγενών, όπου ο νομοθέτης απαιτεί ρητώς ως προϋπόθεση (ΑΚ 1442, 1486) την αδυναμία αυτοδιατροφής (απορία) του δικαιούχου, δεν χρειάζεται ο δικαιούχος σύζυγος να είναι άπορος, αλλά απλώς να είναι οικονομικά ασθενέστερος από τον υπόχρεο. Η έλλειψη δε επαρκούς περιουσίας ή πόρων αποτελεί λόγο όχι απαλλαγής του συζύγου από την υποχρέωση προς διατροφή, αλλά αναλόγου περιορισμού της σχετικής δαπάνης, εκτός αν αντιτάξει αυτός ότι υπάρχουν ανιόντες ή κατιόντες του δικαιούχου συζύγου υπόχρεοι κατά νόμο σε διατροφή του (ΕΑ 5017/99 ΕλλΔικ 42. 461, ΕΑ 703/89 ΑρχΝ 41. 545, ΕΑ 3956/86 ΑρχΝ 1987. 497). Συνεπώς, ο υπόχρεος σε διατροφή σύζυγος, ο οποίος ενάγεται με βάση το άρθρο 1391 ΑΚ, δεν μπορεί να προβάλλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής κατά το άρθρο 1487 ΑΚ, παρά μόνο, ως ένσταση παραπομπής σε άλλον υπόχρεο, κατά το άρθρο 1491 ΑΚ (Σ. Ματθία ΝοΒ 31. 1484, τον ίδιο σε ΕλλΔικ 28 σ. 153-154, ΑΠ 1382/00 ΕλλΔικ 42:688, ΑΠ 1661/98 ΕλλΔικ 39. 1293, ΕΠατρ 112/02 ΑχΝομ 2003. 186, ΕΠέιρ 44/98 /ΕΧΔικ 39. 430, ΕΘ 2449/94 Αρμ. ΜΘ – 475, ΕΑ 1095/91 ΑρχΝ ΜΓ. 604, ΕΑ 5030/86 ΑρχΝ ΛΗ. 286). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1392 εδ.β’ ΑΚ, όπως ισχύει και τούτο μετά τον ν. 1329/1983, όταν συντρέχει υπαιτιότητα του δικαιούχου διατροφής συζύγου που θεμελιώνει βάσιμο λόγο διαζυγίου υπέρ του υπόχρεου διατροφής εξαιτίας ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1495 ΑΚ, κατά το οποίο, σε συνδυασμό με το άρθρο 1842 ΑΚ η οφειλόμενη στο δικαιούχο σύζυγο διατροφή είναι ελαττωμένη και περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, εφόσον ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, και όταν ο δικαιούχος διατροφής σύζυγος υπέπεσε σε παράπτωμα που αποτελεί βάσιμο υπαίτιο λόγο διαζυγίου και μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, έστω και αν η εύλογη αιτία που την προκάλεσε οφείλεται σε συμπεριφορά του υπόχρεου που στοιχειοθετεί και αυτή υπαίτιο λόγω διαζυγίου (Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου Κων/νου   Παπαδόπουλου Τόμος Α’αρ.9 σελ. 302 με τις εκεί παραπομπές, Β.Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Ε, υπό άρθρο 1495 αρ. 14, 18, 19, ΑΠ 1589/05, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 1458/04 ΕλλΔικ 46. .524, ΕΠειρ 951/04 ΕλλΔικ 46. 199, ΕΑ 1140/02 ΕλλΔικ 43. 1450). Για τη θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού (ελαττωμένη διατροφή), που λειτουργεί ως ένσταση του υπόχρεου συζύγου απαιτείται: α) παράθεση του παραπτώματος του δικαιούχου συζύγου, β) προσδιορισμός του ποσού, το οποίο κατά την άποψη του εναγομένου πρέπει ν’ αποτελέσει την ελαττωμένη διατροφή του ενάγοντος και γ) σχετικό αίτημα (ΑΠ 551/11 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1589/05 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/03 ΕλλΔικ 44. 1299, ΑΠ 351/92 ΕλλΔικ 34. 1466, ΕΠατρ 748/09 ΑχΝομ 2010. 218, ΕΠειρ 544/02 ό.π.). Τέλος, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., θεωρείται κάποιο δικαίωμα ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα όχι μόνο δε δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά γίνεται αυτή με υπέρβαση, και μάλιστα προφανή, των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΕΠειρ 544/02 ό.π). Ο εναγόμενος, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτια της έγγαμης συμβιώσεως είναι η ενάγουσα και, συνεπώς, δεν δικαιούται να ζητεί, για τον εαυτό της, διατροφή. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, και δη, του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ενάγουσα απέστη από την έγγαμη συμβίωση, από εύλογη αιτία.

Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, εάν υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει το αιτούμενο, δια της αγωγής, ποσό, θα διακινδυνεύσει η δική του διατροφή, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη και του γεγονότος ότι την αιτούμενη διατροφή της ενάγουσας δύνανται να της παράσχουν, άλλοι, προς τούτο, υπόχρεοι, και δη, τα δύο ενήλικα κοινά τέκνα των διαδίκων. Ο ως άνω ισχυρισμός είναι, κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, νόμιμος, συνιστώντας την ένσταση παραπομπής, η οποία στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1491 ΑΚ, και τυγχάνει ερευνητέος, περαιτέρω, και ως προς την ουσία του. Ακολούθως, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται, επικουρικά, ότι, σε περίπτωση που η ενάγουσα κριθεί ότι δικαιούται διατροφής, οφείλεται στην τελευταία ελαττωμένη ή στοιχειώδης διατροφή, διότι η ίδια, από υπαιτιότητά της, δημιούργησε βάσιμο λόγο διαζυγίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προτάσεις του, η οποία και πρέπει να περιορισθεί, σε 30 ευρώ, μηνιαίος. Ο ως άνω ισχυρισμός του τυγχάνει νόμω βάσιμος, αποτελεί, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα, τη σχετική, προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1392 παρ. 2 ΑΚ ένσταση και θα ερευνηθεί, περαιτέρω, και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητας αυτού. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η κρινομένη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι, η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω αγωγή της, η έγγαμη συμβίωση της ίδιας με αυτόν ήταν αφόρητη, λόγω της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, σε βάρος της, συμπεριφοράς του, ζητεί τη συνέχιση του γάμου αυτού, – καθώς έχει ασκήσει, κατά της υπ’ αριθμ. 176/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εξεδόθη, επί ασκηθείσης, σε βάρος της, αγωγής διαζυγίου αυτού, με την οποία η σχετική αγωγή του έγινε δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 6-3-2012 έφεσή της, επικαλούμενη ότι η λύση του μεταξύ τους γάμου θα έχει ως μοναδική συνέπεια τη δημιουργία μίας ιδιαίτερα σκληρής κατάστασης, γι’ αυτήν-, με μοναδικό σκοπό την οικονομική του εξόντωση. Ο ως άνω, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυρισμός τυγχάνει μη νόμιμος και, συνακόλουθα, απορριπτέος, καθώς, και αληθή ακόμη υποτιθέμενα τα επιστηρίζοντα το πραγματικό αυτού περιστατικά, δεν δύνανται να επιφέρουν την επικαλούμενη έννομη συνέπεια.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, της υπ’ αριθμ. 2015/2009, εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του ως άνω δικαστηρίου, και όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), μη λαμβανομένης υπόψη της υπ αριθμ. 5501/14-5-2012 ενόρκου βεβαιώσεως του _________  _________  , η οποία ελήφθη, με επιμέλεια του εναγομένου, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λουτρών Αιδηψού Αναστασίας Σιδηρόπουλου, καθώς, προσκομίζεται, απαραδέκτως, το πρώτον μετά τη συζήτηση της αγωγής, στο ακροατήριο, δεδομένου ότι δεν τείνει στην αντίκρουση ισχυρισμών της ενάγουσας, προταθέντων, για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ’), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, στα Γιάλτρα Εύβοιας, στις 24-4-1977, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο, ενήλικα, ήδη τέκνα, τον _________  και τη _________  _________  . Από την αρχή του γάμου τους, υπήρχαν έντονα προβλήματα συνύπαρξης του ζεύγους, προερχόμενα από το γεγονός ότι ο εναγόμενος δημιουργούσε, σε βάρος της ενάγουσας φραστικά και άλλα επεισόδια, απαξιώνοντάς την, ως άτομο, προτιμούσε να πραγματοποιεί εξόδους του, περισσότερο με φιλικά πρόσωπα, παρά με την ίδια, κατανάλωνε, συχνά, μεγάλες ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών και, τελικώς, το έτος 2007, δημιούργησε εξωσυζυγική σχέση, η οποία έγινε αντιληπτή από την ενάγουσα και τα τέκνα της. Εξαιτίας του τελευταίου αυτού γεγονότος, οι σχέσεις του εναγομένου διαταράχθηκαν με τα λοιπά, ως άνω, μέλη της οικογένειάς του, ο τελευταίος εξεδίωξε την ενάγουσα από τη συζυγική κλίνη, άρχισε να απουσιάζει, επί μακρόν, από την οικογενειακή στέγη, όπου επέστρεφε, αργότερα, πολλές φορές, σε κατάσταση μέθης και δημιουργούσε επεισόδια, σε βάρος της ενάγουσας, με αποκορύφωμα, το καλοκαίρι του έτους 2007, κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού τους, να απωθήσει αυτήν, με συνέπεια να πέσει και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα δεξιού γόνατος, για οποίο υπεβλήθη, τον Αύγουστο του έτους 2007, σε χειρουργική επέμβαση. Μετά δε την έξοδο της από το Νοσοκομείο και κατά τη διάρκεια της αναρρώσεως αυτής, η ενάγουσα εδέχετο, συνεχώς, πιέσεις, από τον εναγόμενο, προκειμένου να αποχωρήσει αυτή από την οικογενειακή στέγη, σκοπό για τον οποίο, ο τελευταίος διεκοψε τη θέρμανση της οικίας, την παροχή ζεστού νερού και τηλεφώνου και κλείδωσε την κουζίνα. Μετά ταύτα, η αιτούσα, το Φεβρουάριο του έτους 2008, απεχώρησε από τη συζυγική εστία, διαμένοντας, έκτοτε, σε μίσθιο διαμέρισμα, με τη θυγατέρα της, από το μηνιαίο μισθό της οποίας, ύψους 1.000 ευρώ, συντηρούνται και οι δύο. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, -τα οποία, αποδείχθηκαν και από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, θυγατρός της ενάγουσας, η οποία κρίνεται, ως ιδιαίτερα πειστική, καθώς για τα σχετικά αναφερόμενα από αυτήν περιστατικά η ίδια έχει προσωπική αντίληψη, δεδομένης της συμβιώσεως ταύτης, κατά τον ανωτέρω χρόνο, με τους διαδίκους, λόγο, για τον οποίο, άλλωστε, και δεν δύναται να αναιρεθεί από τα όλως αορίστως κατατιθέμενα από το μάρτυρα ανταποδείξεως, αδελφού του εναγομένου-, συνάγεται ότι η ενάγουσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωση αυτής και του εναγομένου, από εύλογη αιτία. Αντισυζυγική, δύστροπη ή υπερβολικά ζηλότυπη συμπεριφορά αυτής, ουδόλως, αποδείχθηκε, παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου, μόνος δε υπαίτιος της διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων τυγχάνει ο τελευταίος. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται, κατ’ αρχήν, να αξιώσει σε χρήμα διατροφή, προσδιοριζόμενη με βάση τις ανάγκες της, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως, > αφού συνεκτιμηθούν όμως και οι διαφοροποιήσεις, που προέκυψαν από τη χωριστή πλέον διαβίωση της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και το συσχετισμό των οφειλόμενων εκατέρωθεν συμβολών προκύπτει διαφορά υπέρ αυτής. Ακολούθως, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ως προαναφέρθηκε, υπαιτιότητα της ενάγουσας ή συνυπαιτιότητα αυτής στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, ήτοι παράπτωμα αυτής, έναντι του εναγομένου συζύγου της, που συνιστά βάσιμο λόγο διαζυγίου, πρέπει να απορριφθεί, η σχετική ένσταση του εναγομένου, περί ελαττωμένης διατροφής, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων, εργαζόταν, μόνον, ο εναγόμενος, ο οποίος ανελάμβανε χωματουργικές εργασίες, με δικά του μηχανήματα (εκσκαφέα, εκσκαφέα – φορτωτή και φορτηγό), ενώ η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα της οικίας και τη διατροφή των τέκνων της. Από το έτος 1996, όταν άρχισε να λειτουργεί, στα Γιάλτρα Εύβοιας, οικογενειακή επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων, η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα των οποίων ανήκει, κατά ποσοστό 48% στον εναγόμενο και κατά ποσοστό 24% σε έκαστο τέκνο των διαδίκων, η ενάγουσα ανέλαβε, κατ’ αποκλειστικότητα, την ευθύνη της λειτουργίας τους, απέδιδε δε στον εναγόμενο, το σύνολο των εισπράξεων. Ο δε τελευταίος συνεχίζει, ακόμη, την εκμετάλλευση της ως άνω επιχείρησης, κατά τη θερινή σεζόν μηνών Μαΐου – Οκτωβρίου, αποκερδαίνοντας, από την ως άνω δραστηριότητά του, καθαρό εισόδημα, ύψους 23.000 ευρώ. Περαιτέρω, λαμβάνει μηνιαία σύνταξη, ύψους, καθαρού ποσού 674,11 ευρώ (βλ. το σχετικό προσκομιζόμενο ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων), ενώ, έχει, πλέον, και δη από το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, διακόψει την ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα της εκτελέσεως χωματουργικών / εργασιών, έχοντας, ήδη, πωλήσει τα ανωτέρω μηχανήματα και προβεί σε σχετική διακοπή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Συνεπώς, τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα αυτού, από τις ως άνω αιτίες, ανέρχονται στο ποσό των 2.600 ευρώ, κρίση η οποία δεν δύναται να αναιρεθεί από το γεγονός ότι το δηλωθέν του εισόδημα την Εφορία, το έτος 2010, ήταν 13.877,76 ευρώ, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα, καθώς το τελευταίο δεν κρίνεται πειστικό, για το λόγο ότι το ως άνω εισόδημα δεν έχει υποστεί τον έλεγχο φρορολογικών αρχών. Επιπλέον, διαθέτει δύο αυτοκίνητα, ένα JEEP, εργοστασίου κατασκευής GRAND VITARA και ένα αγροτικό, μάρκας εργοστασίου NISSAN. Επίσης, έχει την κυριότητα επί του ακινήτου, στο οποίο βρίσκεται η ως άνω επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων,’ εκτάσεως, περίπου 2,5 στεμμάτων, καθώς και την επικαρπία επί τριών ελαιοπεριβόλων, στη θέση _________   της κτηματικής περιφέρειας Γιάλτρων, εκτάσεως 941,19, 328,51 και 161,10 τετραγωνικών μέτρων, η ψιλή κυριότητα των οποίων ανήκει στην ενάγουσα. Οι δε καταθέσεις του στην Τράπεζα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.000 ευρώ (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα καταθετικών λογαριασμών του στην _________  ). Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ούτε ότι βαρύνεται, από το νόμο, με υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων, ενώ διαμένει σε ιδιόκτητη οικία, μη επιβαρυνόμενος με δαπάνες στέγασης. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα δεν εργάζεται. Λόγω δε της ηλικίας της, δεδομένου ότι διανύει ήδη το πεντηκοστό έκτο έτος αυτής, και του γεγονότος ότι δεν διαθέτει εμπειρία σε κάποιο τομέα εργασίας, δεν είναι δυνατή η εύρεση εργασίας. Κατοικεί με την κόρη της, σε οικία που μισθώνει η τελευταία, η οποία καταβάλλει, για το σκοπό αυτό, μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 350 ευρώ. Έχει στην κυριότητά της ένα επιβατικό ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου STARLET, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας, το έτος 1995 και ένα αλιευτικό σκάφος, εργοστασίου κατασκευής HONDA, 15 hp. Επίσης, τυγχάνει κυρία επί τριών οικοπέδων, εντός οικισμού Γιάλτρων Αιδηψού Εύβοιας, επιφάνειας 481,24, 71,50 και 150 τετραγωνικών μέτρων, των οποίων δεν αποδείχθηκε ότι είναι ευχερής η εκποίηση, έναντι αξιόλογου τιμήματος, προς το παρόν τουλάχιστον, πέραν του ότι δεν κρίνεται επιβεβλημένη η εκποίησή τους, για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της, αφού είναι αναγκαία η διατήρηση αυτών για ενδεχόμενη μελλοντική εμφάνιση κάποιας έκτακτης, απρόβλεπτης και σοβαρής οικονομικής ανάγκης, η οποία επιβάλλει την εκποίησή τους, καθώς και επί δεκαοκτώ \ ελαιοπεριβόλων, συνολικής εκτάσεως περίπου 6,5 περίπου στρεμμάτων, δώδεκα αγροτεμαχίων – βοσκοτόπων, συνολικής εκτάσεως, περίπου, 2,5 στρεμμάτων και τεσσάρων αγροτεμαχίων, χρησιμοποιούμενα για μονοετή καλλιέργεια, συνολικής εκτάσεως 1,5 στρέμματος, διάσπαρτα στη θέση _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  ,_________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  , _________  ,_________   στα Γιάλτρα Αιδηψού, τα οποία δεν αποφέρουν εισόδημα, ούτε μπορεί η ενάγουσα να τα εκμεταλλευθεί, καθώς δεν συμφέρει οικονομικά η καλλιέργειά τους, όπως ανέφερε, άλλωστε, και ο μάρτυρας ανταποδείξεως, ενώ, ενόψει και της μικρής εκτάσεως εκάστου αυτών, δεν είναι ευχερής η εκποίηση τους. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν διαθέτει. Με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα τις προαναφερθείσες οικονομικές δυνατότητες του εναγομένου και τις εν γένει περιστάσεις, καθώς και τις ανάγκες της ενάγουσας συζύγου που προσδιορίζονται από τις ανωτέρω συνθήκες της οικογενειακής ζωής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης, η ανάλογη διατροφή αυτής, – που, όπως αναφέρθηκε, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από εισοδήματα, περιουσία ή άσκηση επαγγέλματος-, την οποία δικαιούται από τον εναγόμενο ανέρχεται, μηνιαίως, στο ποσό των 700 ευρώ. Επομένως, η ένσταση του εναγομένου ότι η διατροφή της ενάγουσας μπορεί να ικανοποιηθεί από τα ενήλικα τέκνα τους κρίνεται απορριπτέα, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, αφού προϋπόθεση για την ευδοκίμησή της αποτελεί η αδυναμία του εναγομένου συζύγου να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, λόγω διακινδυνεύσεως της δικής του διατροφής (ΕΘ 2248/96 ΕλλΔικ 1996. 1101, ΕΘ 13/94 Αρμ 1994. 810, ΕΑ 9741/91 ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, εντός των πέντε πρώτων ημερών εκάστου μηνός, ως μηνιαία διατροφή της, το ποσό των 700 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση. Η παρούσα, ως προς την ανωτέρω διάταξή της, πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (910 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, λόγω της μερικής ήττας του (άρθρο 178 Κ.ΠολΛ.), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’αντιμωλία των διαδίκων.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει, εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών Εκάστου μηνός, στην ενάγουσα, ως διατροφή της, το ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση.-

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινώς εκτελεστή.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στη Χαλκίδα στις 13 Σεπτεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στη Χαλκίδας στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, σε δημόσια έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, από τ^                                                            Δικαστή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ελένη Καραγιάννη, λόγω μετάθεσης στο Πρωτοδικείο Κορίνθου της Δικαστού Ευδοξίας Πιστιόλα που εξέδωσε την παρούσα απόφαση και γραμματέα τη Νίκη Γιάνναλου.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία