ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ

Αριθμός απόφασης 499/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Πουλιδάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γ ραμματέα Ηλεκτρα Καβρουλάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «_______ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα (_______ ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Φαφούτη.

Των καθ’ ων η ανακοπή : 1) Του _______ _______ του _______ , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, οδός _______ , ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και ο δικηγόρος Αθηνών, Ελευθέριος Φυλλαδάκης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τον χρόνο του θανάτου του, γνωστοποίησε προς την ανακόπτουσα τον κατά την 11.05.2007 επισυμβάντα θάνατο του και την συνεπεία του τελευταίου επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης, ως προς αυτόν, 2) Του _______ _______ του _______ , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, οδός _______ , 3) Του _______ _______ του _______ , κατοίκου Αθηνών, οδός _______ , 4) Του _______ _______ του _______ , κατοίκου Περιστεριού Αττικής, οδός _______ , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Φυλλαδάκη.

Η ανακόπτουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 04.01.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 979/127/2007 ανακοπή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση αρχικώς για την δικάσιμο της 18ης. 12.2007, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του, κατά τον χρόνο του θανάτου του πρώτου των καθ’ ων η ανακοπή _______ _______ του _______ , πληρεξουσίου δικηγόρου του, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, γνωστοποιήθηκε προς την ανακόπτουσα ο επισυμβάς, κατά την 11.05.2007, θάνατος του ως άνω διαδίκου και η εκ του λόγου τούτου επέλευση βιαίας διακοπής της δίκης, ως προς αυτόν (άρθρα 286&1 εδ.α και 287 Κ.Πολ.Δικ.).

Με τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ, στα οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 979 του ίδιου κώδικα, δεν καθιερώνεται ειδική διαδικασία εκδικάσεως της ανακοπής, η οποία βασικά ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 583 επ., αλλά θεσπίζονται ορισμένοι ειδικοί κανόνες λόγω της φύσεως της ανακοπής ως δίκης περί την εκτέλεση. Εφαρμόζεται δηλαδή κατ’ αρχήν η τακτική διαδικασία. Όταν όμως αντικείμενο της ανακοπής είναι η ύπαρξη της απαίτησης οποιουδήποτε δανειστή για την οποία προβλέπεται η τήρηση κάποιας ειδικής διαδικασίας, επιβάλλεται η τήρηση της ειδικής αυτής διαδικασίας που αρμόζει στην απαίτηση (ΕφΑΘ 4634/1997 ΕλλΔνη 39, 1656). Πάντως έχουν εφαρμογή και οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933 και 937 ΚΠολΔ (Μπρίνιας, Αναγκ. Εκτέλ. Τόμος δεύτερος έκδ. Β παρ. 434, σελ. 1189, ΕφΑΘ 8234/2000 ΕλλΔνη 43,1466, ΕφΘεσ 1750/1993 ΕλλΔνη 35,678).

Με την υπό κρίση ανακοπή, ακριβές αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού (βλ. την υπ’ αριθμ. 3902β/04.01.2007 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Νίκα), κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής η ανακόπτουσα που αναγγέλθηκε με την από 17.04.2006 αναγγελία της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού για συνολική απαίτηση της ποσού 45.773,50 ευρώ, εκ της οποίας οι μερικότερες απαιτήσεις ποσών 8.585,70 ευρώ και 19.158,36 ευρώ, νομιμοτόκως από 06.04.2006 και μέχρις εξοφλήσεως ή του αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως είναι ασφαλισμένες με το προνόμιο της υποθήκης και δεν κατατάχθηκε στο εκπλειστήριασμα λόγω ανεπάρκειας αυτού προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της, ζητεί, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στο δικόγραφό της και αφορούν τόσο την αοριστία της αναγγελίας του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων η ανακοπή, που κατατάχθηκαν προνομιακά και οριστικά στο ποσό των 31.435,31 ευρώ, ως έχοντες προνόμιο κατ’ άρθρο 975 παρ. 3 ΚΠολΔ σε συνδ. με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, για απαιτήσεις τους ως εργαζόμενοι στην καθ’ ης η εκτέλεση, όσο και στην ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης αυτών ως εργαζομένων στην καθ’ ης η εκτέλεση και στην ύπαρξη του ίδιου του προνομίου του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων η ανακοπή, ζητεί να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί ο υπ’ αριθμ. 16.265/2006 πίνακας κατατάξεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου, ως προς τα ποσά των 12.035,94, 9.821,40 και 9.577,97 ευρώ, ώστε να καταταχθεί η ίδια προνομιακά στα ως άνω ποσά ως ενυπόθηκη δανείστρια μέχρις ικανοποιήσεως του κεφαλαίου των εγγραφεισών επί του πλειστηριασθέντος τοκοφόρων υποθηκών της και των τόκων αυτών κατ’ άρθρ. 1289 ΑΚ μέχρις αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως, και για τα υπόλοιπο ποσό ως εγχειρόγραφη δανείστρια, επικουρικά ζητεί να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί ως άνω πίνακας κατάταξης ως προς τα ποσά των 1.447,71, 2.360,55 και 754,69 ευρώ, ώστε να καταταχθεί η ίδια προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, άλλως και σε περίπτωση μη αποβολής του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων η ανακοπή από τον πίνακα κατάταξης και επειδή η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν προέβη ως όφειλε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 978 παρ. 2 του ΚπολΔ, σε επικουρική κατάταξη, ζητεί να προβεί σ’ αυτήν το παρόν Δικαστήριο και να κατατάξει την ίδια (ανακόπτουσα) επικουρικά, προνομιακά και οριστικά στα ελευθερούμενα ποσά, σε περίπτωση μη τελεσιδικίας των απαιτήσεων του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων ή επιδικάσεως μικρότερου ποσού, ως έχουσα το προνόμιο της υποθήκης μέχρις ικανοποιήσεως του κεφαλαίου των εγγραφεισών επί του πλειστηριασθέντος τοκοφόρων υποθηκών της και των τόκων αυτών κατ’ αρθρ. 1289 ΑΚ μέχρις αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως, και για το υπόλοιπο ποσό ως εγχειρόγραφη δανείστρια και να καταδικασθούν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθ’ ων στα δικαστικά της έξοδα.

Η ανακοπή με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, που ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των δώδεκα (12) ημερών από την επίδοση της πρόσκλησης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού στην οποία επιδόθηκε αντίγραφο της εντός της ίδιας προθεσμίας (βλ. την από 15.12.2006 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνας Αρβανίτου στο επιδοθέν στην ανακόπτουσα αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 16.265/2006 πρόσκλησης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου και τις υπ’ αριθμ. 3905β/04.01.2007, 3906β/04.01.2007 και 3907β/04.01.2007 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Νίκα, που αναφέρονται αντίστοιχα στην επίδοση της ένδικης ανακοπής προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των καθ’ ων και στην κοινοποίηση της προς την ως άνω συμβολαιογράφο), αρμόδια και .παραδεκτά κατά τα άρθρα 933 παρ. 1 και 2, 979 παρ. 2 ΚΠολΔ εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο, ως το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου της εκτελέσεως, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο. Όμως, δεδομένου του ότι η ένδικη διαφορά αφορά την ύπαρξη απαίτησης του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των καθ’ ων από σχέση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εισήχθη νομίμως κατά την τακτική διαδικασία και πρέπει αυτεπαγγέλτως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εκδίκαση της κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), εφαρμοζόμενης της ειδικής αυτής διαδικασίας αμέσως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο προς τούτο, αφού έχει τηρηθεί η απαιτούμενη για τη διαδικασία αυτή προδικασία. Είναι δε νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 σε συνδυασμό με τα άρθρα 972 παρ. 1, 976 παρ. α και 977 παρ. 1 εδ. β’, 978, 1006 παρ. 3 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει επομένως αφού γίνει τυπικά δεκτή, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.

Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περιπτ. β’ του Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της. Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρου 974 Κ.Πολ.Δικ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δικ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ’ αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να ανακρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ. και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ. Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 31/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1340/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 575/2005 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθ’ ων η ανακοπή έχουν κακώς καταταγεί προνομιακώς, κατ’ άρθρα 31-32 ν. 1545/1685, ως εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας στην καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτρια εταιρεία με την επωνυμία «_______ ΕΠΕ», διότι οι αναγγελίες των απαιτήσεων τους τυγχάνουν παντελώς αόριστες, καθώς δεν προσδιορίζεται σε αυτές ούτε η απαίτηση τους κατ’ είδος και ποσό, ούτε το προνόμιο των απαιτήσεων τους και συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα στο οποίο γεννήθηκαν αυτές, ούτε ζητούν οι καθ’ ων να καταταγούν με βάση τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, για τους προαναφερόμενους δε λόγους η ανακόπτουσα υφίσταται βλάβη, αφού δεν της δίνεται η δυνατότητα να αντικρούσει αποτελεσματικά την αναγγελία του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των καθ’ ων η ανακοπή. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνησθείσες διατάξεις, σύμφωνα με τα όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρονται, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω’ κατ’ ουσίαν.

Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα αμφισβητεί την ύπαρξη της επικαλούμενης από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των καθ’ ων η ανακοπή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το σύνολο της επικαλούμενης απαίτησης των τελευταίων (_______ _______ , _______ _______ και _______ _______ ) ποσού 12.035,94, 9.821,40 και 9.577,97 ευρώ αντίστοιχα, για τις οποίες αυτοί κατετάγησαν προνομιακά και οριστικά με τον προσβαλλόμενο πίνακα, μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Κατά το άρθρο 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά. 1) …2) …3) οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και…, εφόσον προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985 ορίσθηκε ότι στην τρίτη τάξη προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 του (ΠΊολΔ γίνεται μετά την ικανοποίηση των

απαιτήσεων της τάξης αυτής. Έτσι με τη δεύτερη αυτή διάταξη διευρύνθηκε σημαντικά ο χρόνος που καλύπτεται από το προνόμιο του άρθρου 975 αριθ 3 για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας σε διετία από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Έγινε δε υπαγωγή στο προνόμιο αυτό και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν αυτές και καθιερώθηκε η ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών πριν από την κατάταξη των απαιτήσεων και τη διαίρεση του πλειστηριάσματος κατ’ άρθρο 977 του ΚΠολΔ. Από την ευρύτατη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 31 του Ν. 1545/1985 και τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετεί, ο οποίος έγκειται στην ισχυρή αλλά δίκαιη προστασία εκείνων που με την προσωπική τους εργασία βοηθούν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους. Και εφόσον οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις τόκων προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον όμως είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης και μετά ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών και των υπολοίπων γενικών προνομιούχων πιστωτών των επόμενων τάξεων, αφού μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικηγόρων γίνεται η διαίρεση του υπολοίπου του πλειστηριάσματος που απομένει, κατά το αρθρ. 977 ΚΠολ.Δικ. στο ένα τρίτο, από το οποίο ικανοποιούνται οι υπόλοιποι γενικοί προνομιούχοι πιστωτές και στα δύο τρίτα, από τα οποία ικανοποιούνται οι ενυπόθηκες πιστωτές. Τούτο συνάγεται εκ του ότι η διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ είναι σαφής και δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ απαιτήσεων από το κεφάλαιο και απαιτήσεων από τόκους. Τα προνόμια δε αποτελούν εξαίρεση από το γενικό κανόνα της ίσης ικανοποίησης όλων των δανειστών και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να επεκτείνονται ερμηνευτικώς. Αν ήθελε ο νομοθέτης να εξοπλίσει με προνόμιο και τις αξιώσεις τόκων, οι οποίοι γεννήθηκαν μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού από οποιαδήποτε απαίτηση έχουσα ως βάση της την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που όμως προέκυψε κατά την προ του πρώτου πλειστηριασμού διετία, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας ρητώς όρισε ότι αυτές κατατάσσονται στην τρίτη τάξη “ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν” (βλ. Ολ.ΑΠ 22/2000 ΕλλΔνη 43, 123, ΕφΛαρ 56/2005 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005, 317). Ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ.2 και 3 ΚΠολ.Δικ. (ΑΠ 1625/2008 ΔΕΕ 2009, 805).

Η ανακόπτουσα με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής της εκθέτει ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως εσφαλμένα κατέταξε προνομιακά μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των καθ’ ων η ανακοπή εργαζόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτρια εταιρεία και για ολόκληρες τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους, ποσού 12.035,94, 9.821,40 και 9.577,97 ευρώ αντίστοιχα, αν και αυτές γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1998 μέχρι την 31.12.1999, ήτοι δεν προέκυψαν κατά την τελευταία διετία προ του πρώτου ορισθέντος πλειστηριασμού (την 25.05.2003), που επισπεύστηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 13.986/29.03.2005 πράξης επίσπευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_______ ΑΕ», ήτοι δεν προέκυψαν από 25.05.2003 μέχρι 25.05.2005 και ως εκ τούτου δεν απολαμβάνουν του προνομίου του αρθρ. 975 παρ. 3 ΚΠολΔ. Το σκέλος αυτό του τρίτου λόγου της ανακοπής πρέπει ν’ απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι η ανακόπτουσα εκλαμβάνει ως ημερομηνία διενέργειας του πρώτου πλειστηριασμού την 25.05.2003, όταν δηλαδή επισπεύστηκε ο υπό κρίση πλειστηριασμός δυνάμει της υπ’ αριθμ. 13.986/29.03.2005 πράξης δήλωσης επίσπευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_______ ΑΕ», σε συνδυασμό με την από 16.02.2005 αναγγελία της ιδίας ανώνυμης εταιρείας (ενεγράφη στα βιβλία κατασβέσεων του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στις 16.03.2005, επέχουσας θέση αυτοτελούς κατασχέσεως). Το πλειστηριασθέν ακίνητο όμως, κατά τα αναφερθέντα στην υπό κρίση ανακοπή είχε κατασχεθεί αρχικά από τον δανειστή Κωνσταντίνο Μαύρο του _______ , δυνάμει της υπ’ αριθμ. 465/5.10.1998 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Αγγελόπουλου, η οποία γράφτηκε στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στις 05.10.1998 και ορίστηκε πλειστηριασμός αρχικά για τις 03.02.1999, ο οποίος όμως δεν διεξήχθη. Έτσι ως ημέρα πλειστηριασμού, σύμφωνα με τα όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρονται, είναι εκείνη που ορίσθηκε το πρώτο για τη διενέργεια του, ήτοι η 03.02.1999 και όχι εκείνη, κατά την οποία έγινε τελικά ο πλειστηριασμός. Διαφορετικά, ο ορισμός κάθε φορά νέου χρόνου για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, μετά από αναστολή ή ματαίωση του προηγουμένως ορισθέντος, θα μπορούσε να οδηγεί και μάλιστα χωρίς οιαδήποτε υπαιτιότητα του δικαιούχου, αλλά και εις βάρος της ασφάλειας των συναλλαγών, σε εξοβελισμό του προνομίου. Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού από άλλο δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αφού η από τον υποκατασταθέντα δανειστή επισπευδόμενη εκτέλεση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης (ΑΠ 1340/2004 Δνη  1432, Φραγκίστα/Γέσιου-Φάλτση Αναγκ. Εκτέλεση, έκδ. Β’ τομ. Β’ 299, Φρέρης Δ 24 808­810). Επικουρικά δε, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγο της ανακοπής της εκθέτει ότι σε περίπτωση, που κριθεί ότι ημερομηνία του πρώτου ορισθέντος πλειστηριασμού είναι η 03.02.1999 και όχι η 25.05.2003, που συνεχίστηκε ο πλειστηριασμός δυνάμει δηλώσεως επισπεύσεως εκ μέρους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_______ ΑΕ», και πάλι η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως εσφαλμένα κατέταξε προνομιακά μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των καθ’ ων στο σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεών τους, γιατί οι διαφορές αποδοχών αυτών μετά την 03.02.1999, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων του έτους 1999 και οι τόκοι αυτών μετά την 03.02.1999, που γεννηθήκαν μετά την ημερομηνία του πρώτου ορισθέντος πλειστηριασμού, δεν απολαμβάνουν του προνομίου του αρθρ. 975 παρ. 3 ΚΠολΔ και συνεπώς οι τελευταίοι έπρεπε να καταταγούν μόνο για τα ποσά των 10.588,23, 7.460,85 και 8.823,28 ευρώ αντίστοιχα, και στα υπόλοιπα ελευθερούμενα ποσά των 1.447,71, 2.360,55 και 754,69 ευρώ, πρέπει να καταταγεί η ανακόπτουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 975 αριθ. 3, 977 παρ. 1 εδ. β’, 978, 1006 παρ. 3 και 1007 παρ. 1 και 979 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Τέλος, η ανακόπτουσα εταιρεία, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της, ζητεί τη μεταρρύθμιση του πίνακα προκειμένου να καταταγούν τυχαίως οι παραπάνω μη ελευθερούμενες απαιτήσεις του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων η ανακοπή, διότι αυτές δεν έχουν επιδικαστεί τελεσιδίκως και να οριστεί ότι θα καταταγεί αυτή οριστικά και προνομιακά σε περίπτωση μη τελεσίδικης επιδίκασης τους ή σε περίπτωση επιδικάσεως μικρότερου ποσού, ως έχουσα το προνόμιο της υποθήκης μέχρις ικανοποιήσεως του κεφαλαίου των εγγραφεισών επί του πλειστηριασθέντος τοκοφόρων υποθηκών της και των τόκων αυτών κατ’ αρθρ. 1289 ΑΚ μέχρις αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως, και για το υπόλοιπο ποσό ως εγχειρόγραφη δανείστρια. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 978 παρ 2 του ΚπολΔ, 977 παρ. 1 εδ. β’, 978, 1006 παρ. 3 και 1007 παρ. 1 και 979 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

 

Από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση του  _______  _______ του _______  και της _______ , κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ’αριθμ  456/5.10.1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας Ιωάννη Αγγελόπουλου, σε εκτέλεση της με αριθμό 11996/1998 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, ένα ακίνητο το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια αυτού εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «________ ΕΠΕ» και με διακριτικό τίτλο «_______ », που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής  ______ ήτοι, ένα ακίνητο με το κτίσμα-εργοστάσιο (επιφάνειας 1.670,10 τ.μ.), αποτελούμενο από το εν γένει γήπεδο του συνολικής έκτασης-κατά τους τίτλους κτήσεως (4.755,27) τ.μ. και με νεότερη      4.684,07 τ.μ. με κτίριο, αποτελούμενο από ισόγειο και ημιόροφο συνολικής επιφάνειας 1670,10 τ.μ. και ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 03.02.1999. Μετά από αναβολές και ματαιώσεις, με το υπ’ αριθμ. 16.265/05.04.2006 επαναληπτικό πρόγραμμα της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου, ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 05.04.2006, κατά την οποία, το ως άνω ακίνητο, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά, με την υπ’ αριθμ. 15.481/05.04.2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 13.986/29.03.2005 δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού που δεν διενεργήθηκε με υποκατάσταση επισπεύδοντος από την δανείστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «_______ ΑΕ», σε εκτέλεση του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. 16.808/1998 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησής της ποσού 177.422,12 ευρώ, πλέον τόκων, μέχρι την εξόφληση και λοιπών εν γένει εξόδων και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «________  ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.” αναδείχθηκε υπερθεματίστρια και κατακυρώθηκε σ’ αυτή το παραπάνω ακίνητο αντί του ποσού των 501.200 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτόν αναγγέλθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να λάβουν μέρος στη διανομή : 1) Το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β’ Περιστεριού με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6298/10.04.2006 αναγγελία του, για το ποσό των 3.037,44 ευρώ, για προνομιακές απαιτήσεις του (αρθρ.61 παρ.1 ΚΕΔΕ), β) Το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αχαρνών με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6987/07.04.2006 αναγγελία του για ποσό 15.495,73 ευρώ, για προνομιακές απαιτήσεις του (αρθρ. 61 παρ.1 ΚΕΔΕ), 3) Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) δια του Διευθύνοντος του Δ Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 2084/12.04.2006 αναγγελία του, για το ποσό 132.725,14 ευρώ για προνομιακή κατάταξη, 4) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «_______ », και ήδη ανακόπτουσα, με την από 17.04.2006 αναγγελία της για απαιτήσεις της : α) προνομιακή, ως ενυπόθηκη δανείστρια ποσού 8.585,70 ευρώ, εντόκως με το εκάστοτε ανώτατο ισχύον στην ΕΤΕ επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από 06.04.2006 και μέχρις εξοφλήσεως ή του αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως κατ’ άρθρο (1289 ΑΚ), β) προνομιακή, ως ενυπόθηκη δανείστρια ποσού 19.158,36 ευρώ, νομιμοτόκως από 06.04.2006 και μέχρις εξοφλήσεως ή του αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως κατ’ άρθρο (1289 ΑΚ) και γ) μη προνομιακή, ως εγχειρόγραφη δανείστρια, ποσού 18.029,44 ευρώ και νομιμοτόκως από 06.04.2006 και μέχρις εξοφλήσεως ή του αμετακλήτου του πίνακα κατατάξεως κατ’ άρθρο (1289 ΑΚ), κατέθεσε δε τα έγγραφα που αποδεικνύουν τις απαιτήσεις της αυτές με την υπ’ αριθμ. 15.550/19.04.2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου, 5) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “_______ Α.Ε.” ενεργούσης ως οιονεί καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας, λόγω συγχώνευσης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. Κ2 7564/2001 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 5009 και 5010/2000) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε.” με την από 14.04.2006 αναγγελία της για προνομιακή απαίτηση ποσού 9.947,98 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, 6) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “_______ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” που εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του Ν. 2190, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της “_______ Α.Ε.” με την από 14.04.2006 αναγγελία της για ποσό 481.589,79 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την αναγγελία της, μέχρι την εξόφληση του πίνακα κατάταξης, 7) Η επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «ΤΡΑΠΕΖΑ _______ ΑΕ», με τις από: α) 05.04.2006 αναγγελία της για προνομιακά απαίτησή της, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια για ποσό 185.579,03 ευρώ, εντόκως και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης και β) 05.04.2006 αναγγελία της για προνομιακά απαίτησή της, ως δεύτερη ενυπόθηκη δανείστρια για ποσό 406.281,53 ευρώ εντόκως και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, 8) Ο _______ _______ του _______  με την από 15.04.2006 αναγγελία του για προνομιακή απαίτηση ποσού 32.158,10 ευρώ, νομιμοτόκως από 31.12.2003, πλην των τόκων μέχρις εξοφλήσεως και εξόδων, 9) Ο _______ _______ του _______ δεύτερος των καθ’ ων, με την από 13.04.2006 αναγγελία του για προνομιακή απαίτηση ποσού 33.486,30 ευρώ, νομιμοτόκως από 31.12.2003, πλην των τόκων μέχρις εξοφλήσεως και εξόδων, κατέθεσε δε όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του αυτή με την υπ αριθμ. 15.547/19.04.2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού, 10) Ο _______ _______ του _______ -τρίτος των καθ’ ων, με την από 15.04.2006 αναγγελία του για προνομιακή απαίτηση ποσού 17.066,37 ευρώ νομιμοτόκως από 31.12.2003, πλην των τόκων μέχρις εξοφλήσεως και εξόδων και κατέθεσε όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του αυτή με την υπ’ αριθμ. 15.548/19.04.2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού και 11) Ο _______ _______ του _______ -τέταρτος των καθ’ ων, με την από 13.04.2006 αναγγελία του για προνομιακή απαίτηση ποσού 28.612,94 ευρώ, νομιμοτόκως από 31.12.2003, πλην των τόκων μέχρις εξοφλήσεως και εξόδων και κατέθεσε όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του αυτή με την υπ’ αριθμ. 15.549/19.04.2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού. Περαιτέρω, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθ’ων με τα από 13.04.2006, 15.04.2006 και 13/04/2006 αναγγελτήρια τους αναγγέλθηκαν στον ένδικο πλειστηριασμό για τον οποίο συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας και επί λέξει στις ως άνω αναγγελίες αναφέρουν τα κάτωθι ο δεύτερος των καθ’ ων (_______ _______ ) : «Με την παρούσα εκθέτω ότι από την καθ’ ης ο πλειστηριασμός οφειλέτιδά εταιρεία δικαιούμαι να λάβω δυνάμει της υπ’ αριθμ. 96/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τα κάτωθι άοσά : α) 17.115,82 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 15.820,21 ευρώ για τόκους ,  550 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά ποσό ευρώ 33.486,30 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, πλην τόκων μέχρι εξοφλήσεως και εξόδων και αιτούμαι να καταταγώ στο συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης για την ως άνω απαίτησή μου πλέον τόκων και εξόδων κατά την προσήκουσα τάξη», ο τρίτος των καθ’ ων (_______ _______ ) αναφέρει ότι : «Με την παρούσα εκθέτω ότι από την καθ’ ης ο πλειστηριασμός οφειλέτιδα εταιρεία δικαιούμαι να λάβω δυνάμει της υπ’ αριθμ. 146/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τα κάτωθι ποσά : α) 13.441,27 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) 3.075,10 ευρώ για τόκους, γ) 550 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά ποσό ευρώ 17.066,37 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, πλην τόκων μέχρι εξοφλήσεως και εξόδων και αιτούμαι να καταταγώ στο συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης για την ως άνω απαίτησή μου πλέον τόκων και εξόδων κατά την προσήκουσα τάξη» και ότι ο τέταρτος των καθ’ ων (_______ _______ ) αναφέρει ότι: «Με την παρούσα εκθέτω ότι από την καθ’ ης ο πλειστηριασμός οφειλέτιδα εταιρεία δικαιούμαι να λάβω δυνάμει της υπ’ αριθμ. 239/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τα κάτωθι ποσά : α) 14.350,89 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) 13.262,50 ευρώ για τόκους, γ) 1.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά ποσό ευρώ 28.612,94 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, πλην τόκων μέχρι εξοφλήσεως και εξόδων και αιτούμαι να καταταγώ στο συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης για την ως άνω απαίτησή μου πλέον τόκων και εξόδων κατά την προσήκουσα τάξη». Οι ως άνω αναγγελίες, με τις οποίες οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των καθ’ ων η ανακοπή ζητούσαν την προνομιακή κατάταξη αυτών ως εργαζομένων στην καθ’ ης ο πλειστηριασμός οφειλέτιδα εταιρεία για τα προαναφερόμενα ποσά είναι ορισμένες διότι σ’ αυτές (αναγγελίες) είχαν επισυναφθεί και τα αναφερόμενα στον προσβαλλόμενο πίνακα έγγραφα, όπως αντίγραφα αγωγών, προτάσεων, στα οποία αφορούσαν την παροχή εξαρτημένης εργασίας του δεύτερου, τρίτου και τετάρτου των καθ’ ων στην καθ’ ης οφειλέτιδα εταιρεία και είχαν κατατεθεί οι προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. 96/2005, 146/2005 και 239/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου (διαδικασία εργατικών διαφορών) (βλ. τις υπ’ αριθμ. 15.547/19.04.2006, 15.548/19.04.2006 και 15.549/19.04.2006 πράξεις κατάθεσης εγγράφων πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου). Μάλιστα, οι προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, στις οποίες γίνεται εξειδίκευση των απαιτήσεων των εργαζομένων είχαν συγκοινοποιηθεί και στην καθ’ ης οφειλέτιδα εταιρεία (βλ. τις υπ’ αριθμ. 7986/19.04.2006, 7987/19.04.2006, 7988/19.04.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου  Μαλλίδη). Συγκεκριμένα, στην υπ’ αριθμ. 96/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (διαδικασία εργατικών διαφορών) περιγράφονται οι απαιτήσεις του _______ _______ από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και το προνόμιο του, αναφέρεται η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε από την καθ’ ης οφειλέτιδα εταιρεία στις 15.07.1978 και εργαζόταν πενθήμερο και το ωράριο του ήταν καθημερινά από 07.00′ έως 15.00 μέχρι τις 31.12.1999 οπότε απολύθηκε. Ότι οι απαιτήσεις του δεύτερου των καθ’ ων από μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 01.01.1998 έως 30.06.1998 ανέρχονται στο ποσό των 3.819,88 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του δώρου Πάσχα), για το χρονικό διάστημα από 01.07.1998 έως 31.12.1998 στο ποσό των 4.528,72 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου επιδόματος αδείας και δώρου Χριστουγέννων), για το χρονικό διάστημα από 01.01.1999 έως 30.06.1999 στο ποσό των 4.026,64 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του δώρου Πάσχα) και για το χρονικό διάστημα από 01.07.1999 έως 31.12.1999, στο ποσό των 4.740,58 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου επιδόματος αδείας και δώρου Χριστουγέννων) και συνολικά στο ποσό των 17.115,82 ευρώ, εντόκως από το τέλος κάθε μήνα όπου έπρεπε να καταβληθεί η κάθε μηνιαία διαφορά μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, στην υπ’ αριθμ. 146/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (διαδικασία εργατικών διαφορών) περιγράφονται οι απαιτήσεις του _______ _______ από την

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.