fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 298/2009

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ [ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ]

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Παρέσσα Τσαντεκίδου Πρόεδρο Εφετών, Βασίλειο Μπάση, Εισηγητή και Λουκά Μόρφη,  Εφέτες και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη, Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουάριου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των.

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: _________   _________   του _________  κατοίκου Καλύμνου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη (με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ. _________  _________  του _________  και της _________  κατοίκου Αίγυπτου, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρήστου Μόσχου (με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30-6-2007 και με αριθ. εκθ. κατάθ. 6266/2007 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1189/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή..

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 8-7-2008 και με αριθ. εκθ. καταθ. 806/2008 έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 8-7-2008 (α.α.κ.Π^Ι-7-2008) έφεση του εν μέρει ηττημένου εναγομένου της από 30-6-2007 (α.α.κ. 6266/5-7-2007) αγωγής του εφεσίβλητου κατά της εκκαλούμενης υπ’αριθμ. 1189/4-3-2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 664 έως 676 του ΚΠολΔ (άρθρο 663 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα με εμπρόθεσμη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης (ΚΠολΔ 532 σε συνδ. με 495, 511, ,. 513 παρ. 1 β , 516 παρ. 1,517 εδ. α’, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. υπ’ αριθμ. 6563 β/27-6-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κω Μαρίας Κυράννη). Επομένως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ειδική διαδικασία (ΚΠολΔ 533 σε συνδ. με 522).-

ΙΙ.Ο ενάγων και τώρα εφεσίβλητος στην από 30-6-2007 και υπ’ αύξ. αριθμ. κατάθ. 6266/5-7-2007 αγωγή του, την οποία απηύθυνε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, εξέθεσε τα ακόλουθα : Ότι με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε με τον εναγόμενο, ιδιοκτήτη του αλιευτικού σκάφους «_________ » με αριθμό νηολογίου Καλύμνου _____, προσλήφθηκε για να εργαστεί ως αλιέας στο ως άνω πλοίο αντί μηνιαίων αποδοχών 1.400 ευρώ. Ότι στο πλοίο αυτό υπηρέτησε μέχρι την 24-3-2006, οπότε τραυματίστηκε βαρύτατα κατά τη διάρκεια της εργασίας του υπό τις ειδικότερες συνθήκες, που αναφέρει στην αγωγή. Ότι ο τραυματισμός του οφείλεται στην υπαίτια μη τήρηση από τον εναγόμενο και συνάμα πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών σχετικά με τους όρους ασφαλείας των εργαζόμενων και συγκεκριμένα : α) του άρθρου 3 παρ. 1 α του Π.Δ. 281/1996 «Ασφάλεια – υγεία των εργαζομένων στα αλιευτικά σκάφη – ΕΟΚ», αφού διατάχθηκε να εργαστεί υπό ακατάλληλες καιρικές συνθήκες που έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλειά του, δηλαδή ενόσω έπνεαν ισχυροί άνεμοι, β) του Π.Δ. 17/1996 «Μέτρα ασφάλειας – υγείας εργαζομένων» και του Π.Δ. 396/1994 «προδιαγραφές εξοπλισμών ατομικής προστασίας εργαζομένων», αφού δεν είχε εφοδιαστεί από τον εναγόμενο με ζώνη ασφαλείας και προστατευτικό κράνος. Ότι, εξαιτίας του τραυματισμού του, κατέστη πλήρως και διαρκώς ανίκανος προς εργασία για το επάγγελμα του ναυτικού ή για οποιοδήποτε άλλο κοινωνικά ή οικονομικά ισοδύναμο. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου (τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 720.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται: α) σε ποσό 420.000 ευρώ, που θα κέρδιζε από την εργασία του ως ναυτικός επί είκοσι πέντε έτη μέχρι τη συνταξιοδότησή του [1.400 ευρώ μηνιαίος μισθός X 10 μήνες το έτος εργασία X 25 έτη], σε κεφάλαιο εφάπαξ λόγω του κινδύνου της απαίτησής του από την κατάσταση της περιουσίας του εναγομένου, β) σε ποσό 300.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία και τη δια βίου αναπηρία του, άλλως το ποσό των 300.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, όπως εκτιμάται, σε κεφάλαιο εφάπαξ, καθώς και ποσό 1.400 ευρώ κάθε μήνα από 24-3-2006 μέχρι και 24-3-2031, με το νόμιμο τόκο κάθε μηνιαίας δόσης από τη λήξη της μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του κ.ν. 551/1915 να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 327.401 ευρώ, το οποίο αναλύεται : α) σε ποσό 27.401 ευρώ ως αποζημίωση λόγω πλήρους και διαρκούς ανικανότητας προς εργασία [1.400 ευρώ μηνιαίος μισθός X 72 μήνες (6 έτη X 12 μήνες) = 100.800 ευρώ – 2.935 = 97.865 : 4 = 24.466 + 2.935 = 27.401] και β) σε ποσό 300.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε : α) ότι έχει τοπική και υλική αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής λόγω της κατάρτισης της σύμβασης στην ημεδαπή, της πληρωμής των αποδοχών του ενάγοντος σε ημεδαπό νόμισμα και της ελληνικής σημαίας του πλοίου της ναυτολόγησης του ενάγοντος, β) ότι εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στην επίδικη διαφορά είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ναυτολόγησης και άρα το επίδικο ναυτεργατικό ατύχημα (άρθρο 25 του ΑΚ), γ) ότι η αγωγή είναι παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια και την επικουρική βάση της, εκτός από τη στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας του εναγομένου στην παράβαση των Π.Δ. 17/1996 και 396/1994, με την αιτιολογία ότι το μεν πρώτο Π.Δ. είναι γενικό και δεν προβλέπει ειδικά τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, τα δε προβλεπόμενα από το δεύτερο Π.Δ. μέτρα ασφαλείας (προστατευτικό κράνος, ζώνη ασφαλείας) δεν εφαρμόζονται στο χώρο της αλιείας. Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.401 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 3 παρ. 1 και 4 του ν. 551/1915 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμό 12406 της 5/19-8- 1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Εργασίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Μεταφορών (ΦΕΚ Β’884/19-8-1998), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής του, που συνιστούν παράπονα για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανιστεί άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη κατά την επικουρική βάση της.-

ΙΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7­1920, προκύπτει ότι, επί εργατικού ατυχήματος από βίαιο συμβάν, ο εργάτης ή ο υπάλληλος, ο οποίος, λόγω του επελθόντος ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπέστη πλήρη διαρκή ανικανότητα, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση που περιήλθε σε απόλυτη αδυναμία να ασκεί όχι μόνο το μέχρι τότε επάγγελμά του, αλλά και οποιοδήποτε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο, έτσι ώστε να αποφεύγεται η κοινωνική και οικονομική μετάταξή του, δικαιούται την προβλεπόμενη, κατά περίπτωση, νόμιμη αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει το καθοριζόμενο χρηματικό ποσό. Εργατικό ατύχημα, που απορρέει από βίαιο συμβάν, συνιστά, όπως συνάγεται από τη σαφή διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 551/1915, και η σωματική βλάβη, η οποία έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για εργασία, εφόσον η σωματική βλάβη επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, οφειλόταν σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός και ήταν άσχετη με τη σύσταση του Οργανισμού του παθόντος και με τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένιση και φθορά του, η οποία οφείλεται στη φύση και το είδος της εργασίας του και στους δυσμενείς όρους παροχής της, που συνδέονται με την ίδια (βλ. ΑΠ 1019/1990 ΕΕργΔ 50.378, 226/1987 ΕΝΔ 16.58). Επομένως εμπίπτει στη μορφή του εργατικού ατυχήματος και η πτώση του παθόντος, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, εφόσον η σωματική βλάβη προήλθε από την πτώση (βλ. ΑΠ 832/1984 ΕΝΔ 13.394, 233/1975 Νοβ. 23.1046, Εφ. Πειρ. 1112/1992 ΕΕργΔ 1993.554 = Πειρ. Νομ. 1992.581). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 β και 2 του αυτού ως άνω νόμου, για τον καθορισμό της εν λόγω αποζημίωσης (η οποία, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σε περίπτωση πλήρους διαρκούς ανικανότητας περιλαμβάνει μισθούς έξι ετών) το μεν έτος λογίζεται πλήρες, ο δε μισθός, προκειμένου περί οποιουδήποτε άλλου εργάτη (πλην μαθητευομένων και εργατών, που δεν συμπλήρωσαν το 21° έτος της ηλικίας τους) λογίζεται ίσος με την αντιμισθία, που λήφθηκε πραγματικά απ’ αυτόν κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα, είτε σε χρήματα, είτε σε είδος. Στην περίπτωση αυτή, αν ο παθών απασχολήθηκε για χρονικό διάστημα λιγότερο των δώδεκα μηνών πριν από το ατύχημα, ως βάση του υπολογισμού της αποζημίωσης λαμβάνεται η πραγματική αντιμισθία, την οποία έλαβε από την πρόσληψή του, αυξημένη κατά το ποσό της αντιμισθίας, την οποία κατά το χρονικό διάστημα, που απαιτείται προς συμπλήρωση του δωδεκαμήνου πριν από το ατύχημα, μπορούσε να να λάβει με βάση τη μέση αντιμισθία εργατών ή υπαλλήλων της αυτής κατηγορίας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (βλ. ΑΠ 131/2007 ΤΝΠ/Νόμος = Νοβ. 2007.689 = ΔΕΕ 2007.1351). Εξάλλου, το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνο αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών, που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία (βλ. ΑΠ 1489/1007 ΤΝΠ/Νόμος, ΑΠ 1524/2005 ΤΝΠ/Νόμος). Άλλη αμέλεια, εκτός από την παραπάνω ειδική, δεν λαμβάνεται υπόψη, σε όλες τις περιπτώσεις εργατικού ατυχήματος (χωρίς διάκριση) ούτε εφαρμόζεται σ’αυτές, λόγω της ειδικής ρύθμισης με τις άνω διατάξεις, το άρθρο 300 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1404/1986 ΔΕΝ 1988.301 = ΕΝΑ 1988.523 = Νοβ. 1987.923, Εφ. Πειρ. 193/2007 ΕΝΑ 2007.89, Εφ. Πειρ. 978/2006 αδημ., Εφ. Πειρ. 1112/1992 ΕΕργΔ 1993.554 = Πειρ. Νομ. 1992.581).-

IV. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή του παθόντος από ναυτεργατικό ατύχημα ενάγοντος κατά του εναγομένου εργοδότη του και πλοιάρχου του αλιευτικού σκάφους, στο οποίο επισυνέβη το ατύχημα κατά τη διάρκεια της εργασίας του ενάγοντος και με την οποία (αγωγή) ζητεί κατά την επικουρική της βάση, που έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη από την εκκαλουμένη, η καταβολή αποζημίωσης του άρθρου 3 ν. 551/1915, είναι επαρκώς ορισμένη και επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης, αφού περιέχει τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία. Επομένως η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε τα ίδια, ορθά εκτίμησε το αγωγικό δικόγραφο και ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

V. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε διάδικη πλευρά, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που υπάρχουν στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμώνται καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με το μέτρο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και μεταφράσεις εγγράφων από την αιγυπτιακή στην ελληνική, για τις οποίες τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 53 του Ν.Δ. 3026 της 6/8-10-1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», την υπ’ αριθμ. 18.110/5-10-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αριστείδη Κατωπόδη, που λήφθηκε νόμιμα κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ’ΚΠολΔ (βλ. την από 28-9-2007 κλήση και το επιδοτήριο υπ’ αριθμ. 5185 β/1-10-2007 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κω Μαρίας Κυράννη), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων _________  (επώνυμο) _________  (όνομα) του _________  και της _________  , που γεννήθηκε την 2-5-1970 και είναι αιγυπτιακής υπηκοότητας, εργαζόταν στην Ελλάδα από την 1-7-2002 ως αλιεργάτης λαμβάνοντας διαδοχικά άδειες εργασίας αλλοδαπού. Έχοντας λάβει την υπ’ αριθμ. _________  άδεια παραμονής στην ημεδαπή και από το Τμήμα Απασχόλησης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων την υπ’αριθμ. πρωτ. 9472/5-7-2004 άδεια εργασίας αλλοδαπού για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 30-6-2006, κατάρτισε προφορικά την 15-1-2006 σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας με τον εναγομένο, που ήταν ιδιοκτήτης του αλιευτικού σκάφους «_________  » με αριθμό νηολογίου Καλύμνου _________  . Με τη σύμβαση αυτή ο ενάγων προσλήφθηκε από 1-2-2006, για να εργαστεί ως αλιεργάτης στο ως άνω αλιευτικό σκάφος του εναγομένου μέχρι την 30-9-2006 αντί μηνιαίων αποδοχών 1.400 ευρώ. Το γεγονός ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από 1-2-2006 προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του στο ακροατήριο καθώς και την ένορκη βεβαίωση ου μάρτυρά του ενώπιον συμβολαιογράφου, που ενισχύονται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από αυτόν (ενάγοντα) έγγραφα, δηλαδή : α) την από 3-2-2006 δήλωση του εναγομένου προς το Τμήμα Απασχόλησης της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, στην οποία αναφέρει ότι «Σας δηλώνω ότι θα απασχολήσω από 31-1-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι 30-9­2006 και με την ιδιότητα του αλιεργάτη τον αλλοδαπό με τα παρακάτω στοιχεία : επώνυμο _________  όνομα _________  όνομα πατέρα _________  …», 2) το έντυπο Α2 Ατομική Βεβαίωση Απασχόλησης, που υπέβαλε ο εναγόμενος στον ΟΓΑ με τα στοιχεία του ενάγοντος, για τον οποίο αναφέρει «έναρξη απασχόλησης / άδειας εργασίας 01-02-2006» και «διακοπή απασχόλησης 30-09-2006», 3) την από 1-2-2006 αναγγελία πρόσληψης αυθημερόν του ενάγοντος από τον εναγόμενο προς τον Ο.Α.Ε.Δ. σύμφωνα με τα Ν.Δ. 2656/53 και 763/70. Ακόμα το γεγονός ότι οι σύμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.400 ευρώ προκύπτει από την κατάθεση του μαρτυρά του στο ακροατήριο καθώς και την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του ενώπιον συμβολαιογράφου, που ενισχύονται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αλιεργατών του εναγομένου, δηλαδή την υπ’ αριθμ. 3/28-2-2006 ποσού 1.400 ευρώ για εργασία από 1-2-2006 έως 28-2-2006, την 6/30-3-2006 ποσού 1.400 ευρώ για εργασία από 1-3-2006 έως 30­3-2006, την από 15-4-2006 ποσού 700 ευρώ για εργασία από 1-4­2006 έως 15-4-2006, με δικαιούχο όλες τις παραπάνω αποδείξεις πληρωμής τον αλιεργάτη _________  _________  _________  του πλοίου «_________  » του εναγομένου αλλά και την υπ’ αριθμ. 4/28-2-2006 με δικαιούχο τον ενάγοντα αλιεργάτη ποσού 1.400 ευρώ για εργασία από 1-2-2006 έως 28-2-2006 στο ίδιο πλοίο. Αντίθετη κρίση ως προς τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα δεν συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο, αφού αυτή δεν ενισχύεται από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παραπονείται ότι η εκκαλουμένη, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-2-2006 με μηνιαίο μισθό 1.400 ευρώ και όχι την 15-1-2006 με μηνιαίο μισθό 700 ή 800 ευρώ καθώς και ότι η υπ’ αριθμ. 4/28-2-2006 απόδειξη πληρωμής ποσού 1.400 ευρώ αφορά χρονικό διάστημα εργασίας ενάμισι μήνα (από 15-1-2006 έως και την 28-2-2006), είναι αβάσιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το σκάφος του εναγομένου με πλοίαρχο τον ίδιο περί το απόγευμα της 24-3-2006 βρισκόταν μεταξύ Κρήτης και Αιγύπτου και συγκεκριμένα στη θαλάσσια περιοχή 20-25 ναυτικά μίλια βόρεια του λιμένα Ματρούχ της Αιγύπτου. Η κατάσταση των καιρικών συνθηκών, που επικρατούσαν κατά τον πιο πάνω χρόνο στην ευρύτερη περιοχή της Ιεράπετρας του νομού Λασιθίου Κρήτης, περιγράφεται στο υπ’ αριθμ. 1987/18-9-2007 έγγραφο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας ως εξής : «Καιρός : Αρχικά λίγες νεφώσεις που σταδιακά αυξήθηκαν και τις μεσημεριανές ώρες σημειώθηκαν βροχές και πρόσκαιρη καταιγίδα. Από τις απογευματινές ώρες ο καιρός βελτιώθηκε. Άνεμοι: Αρχικά δυτικοί νοτιοδυτικοί μέτριοι μέχρι ισχυροί (5-6) με ριπές κατά διαστήματα σχεδόν θυελλώδεις (7). Από το μεσημέρι και μετά έγιναν βορειοδυτικοί με την ίδια ένταση». Όμως τα καιρικά φαινόμενα, ου επικρατούσαν νοτιότερα, στην περιοχή στην οποία βρισκόταν το αλιευτικό σκάφος του εναγομένου, δηλαδή πλησίον των χωρικών υδάτων της Αιγύπτου, δεν είχαν κατά περιόδους την ίδια ένταση και επέτρεπαν την αλεία. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι τέσσερα άλλα σκάφη αλίευαν στην ίδια περιοχή, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες των διαδίκων στο ακροατήριο. Έτσι ο εναγόμενος με την ιδιότητά του, ως πλοίαρχος, έδωσε εντολή στους αλιεργάτες του ιδιόκτητου σκάφους του να αρχίσουν τις εργασίες προετοιμασίας για αλιεία ξιφίων. Ο ενάγων ανέλαβε να παίρνει ένα – ένα τα «παράμαλα» (τμήμα πετονιάς που στη μία άκρη βρίσκεται το αγκίστρι και στην άλλη ένα κλιψάκι συνθετικό για να πιάνει στην κεντρική πετονιά) και να τα γαντζώνει με το κλιψάκι πάνω στην κεντρική πετονιά του παραγαδιού, την ώρα που εν κινήσει του σκάφους έπεφτε το παραγάδι στη θάλασσα. Για να μπορεί να εκτελέσει ο ενάγων την εργασία αυτή, έπρεπε να είναι όρθιος στο σκάφος και να απασχολείται με τα δύο του χέρια, καθώς έπρεπε να πιάνει τα παράμαλα και να τα γαντζώνει κάθε τόσο στην κεντρική πετονιά, χωρίς να καθυστερεί, γιατί η κεντρική πετονιά έπεφτε γρήγορα στη θάλασσα. Περί ώρα 20.00 μ.μ., και ενώ ο ενάγων εκτελούσε την παραπάνω εργασία κατ’ εντολή του εναγομένου πλοιάρχου, το σκάφος κλυδωνίστηκε εξαιτίας κύματος, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει ο ενάγων να σταθεί όρθιος και να πέσει αρχικά πάνω σε παρακείμενο βίντζι του σκάφους και στη συνέχεια στο κατάστρωμα και να τραυματιστεί στο κεφάλι και στο δεξί του χέρι και συγχρόνως να χάσει τις αισθήσεις του. Το παραπάνω περιστατικό της πτώσης και οι συνθήκες τραυματισμού του ενάγοντος προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πρωτοδίκως κατ’ ένσταση ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 95%, επειδή «από δική του αμέλεια και άτσαλη κίνησή του παραπάτησε και έπεσε με το χέρι του στο σημείο όπου ξετυλιγόταν η κεντρική πετονιά, με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι του και εν συνεχεία έπεσε στο κατάστρωμα με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο κεφάλι ελαφρά». Όμως ο εναγόμενος δεν επικαλέστηκε πρωτοδίκως ότι ο ενάγων παρέβη αδικαιολόγητα διατάξεις ισχυόντων νόμων ή διαταγμάτων περί των όρων ασφαλείας ή κανονισμών περί αυτών, οι οποίοι να έχουν εκδοθεί από αρμόδια δημόσια αρχή ή να έχουν εκδοθεί από τον ίδιο τον εναγόμενο ως κύριο της επιχείρησης, να έχουν επικυρωθεί από αρμόδια δημόσια αρχή και να έχουν αναρτηθεί κατά τρόπο ευανάγνωστο σε εμφανή μέρη του τόπου εργασίας του ενάγοντος. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη (υπό στοιχείο III στο τέλος) η ένσταση του εναγομένου από το άρθρο 300 ΑΚ, που επαναφέρεται με λόγο έφεσης, είναι αόριστη και επομένως απορριπτέα. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά κατ’αποτέλεσμα απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη και ο λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο υποστηρίζει ότι έπρεπε η ένσταση αυτή να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα προεκτεθέντα ακολουθεί ότι το ατύχημα του ενάγοντος συνιστά ναυτεργατικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 515/1915, δηλαδή οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, που επισυνέβη κατά την εκτέλεση της εργασίας του ενάγοντος και όχι σε ίδιο πταίσμα αυτού ή σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια) του εναγομένου, ώστε ενέχεται ο δεύτερος έναντι του πρώτου μόνο σε αποζημίωση κατ’ άρθρο 3 ν. 551/1915. Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Αμέσως μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος το αλιευτικό σκάφος του εναγομένου έπλευσε προς τον αιγυπτιακό λιμένα ΜΑΤΡΟΥΧ ΣΑΡΚΙ και αποβίβασε περί ώρα 4.30 της 25-3-2006 τον ενάγοντα, o οποίος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο του ΜΑΤΡΟΥΧ υπ αριθμ. 200/100/25-3-2006 έγγραφο Γραφείου Ασφαλείας Ματρούχ). Εκεί διαγνώστηκε ότι ο ενάγων «έπαθε διάσειση και βρίσκεται σε κώμα. Υποφέρει από σπασμούς. Φέρει τραύμα στο μέτωπο και κάταγμα στο κάτω δεξί χέρι. Αιμορραγία στον εγκέφαλο και τραύμα στο μέτωπο δεξιά, κοντά στο στόμα». Ακολούθως λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του ο ενάγων στάλθηκε με ασθενοφόρο στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας Αιγύπτου (βλ. από 25-3-2006 έγγραφο αστυνομικού _________   _________  Α.Τ. Ματρούχ), όπου εισήχθη την 2-4-2006 στο Τμήμα Νευροχειρουργικής και διαγνώστηκε ότι πάσχει από «μετατραυματική εσωτερική αιμορραγία που προκλήθηκε από πολυτραυματισμό και σοβαρή εγκεφαλική κάκωση που οδήγησε σε οξεία επιδείνωση του επιπέδου συνείδησης καθώς επίσης και σύμπλοκο κάταγμα του κατωτέρου άκρου της ωλένης» (βλ. την από 8-11-2006 ιατρική έκθεση Πανεπιστημικαών νοσοκομείων ΑΙΝ ΕΛ ΣΑΜΣ). Νοσηλεύθηκε μέχρι την 3-5-2006, οπότε πήρε εξιτήριο. Στη συνέχεια επανεξετάστηκε : α) την 8-11-2006 οπότε διαπιστώθηκε ότι «έχει πλήρως τις αισθήσεις του, ανοίγει αυθόρμητα τους οφθαλμούς, λέει φράσεις. Εν τούτοις η ομιλία του είναι διαταραγμένη και παρατηρείται εκφραστική δυσφασία μαζί με αμνησία καθώς επίσης αδυναμία χρήσης του δεξιού του χεριού» (βλ. την από 8-11-2006 ιατρική έκθεση των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων ΑΙΝ ΕΛ ΣΑΜΣ), β) την 24-4­2007 οπότε διαπιστώθηκε ότι «Ο παραπάνω ασθενής υπακούει σε εντολές. Δεξιά ημιπάρεση G IV, Αταξία της βραχιονοκεφαλικής αρτηρίας, περισσότερο στο δεξιό άνω άκρο, δυσαρτηρία, με απώλεια της πρόσφατης μνήμης. Κατά την εξέταση ο ασθενής παρουσίαζε δυσμετρία, τρέμουλο και στα δύο άνω άκρα περισσότερο στη δεξιά πλευρά. Δεν μπορεί να σταθεί όρθιος, να βαδίσει για περισσότερο από δέκα βήματα. Ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε αγωγή επανένταξης, σε έντονη φυσιοθεραπεία και να παρακολουθείται από το νευροχειρουργικό τμήμα των εξωτερικών ιατρείων της κλινικής» (βλ. το από 24-4­2007 ιατρικό πιστοποιητικό των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων ΑΙΝ ΕΛ ΣΑΜΣ), γ) την 16-10-2007 οπότε «βρέθηκε να πάσχει από δυσαρτηρία και δεξιά ημιπληγία και επιληπτική κρίση και σπασμούς. Ο ασθενής δεν μπορεί να σταθεί ούτε να περπατήσει και πάσχει από πληγές κατάκλισης. Ο ασθενής δεν είναι ικανός να εργασθεί. Ο ασθενής δεν βελτιώθηκε με φυσιοθεραπείες, γεγονός που οδηγεί σε αγκύλωση των μυών. Ο ασθενής θα χρειάζεται εφεξής δια βίου θεραπεία για επιληψία» (βλ. την από 18-10-2007 ιατρική έκθεση των νοσοκομείων ΕΖΜΠΙΤ ΕΛ ΜΠΟΡΓΚ Αιγύπτου). Από τα παραπάνω ιατρικά πιστοποιητικά προκύπτει και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η πάθηση του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ναυτεργατικό ατύχημα κατέστησε αυτόν πλήρως και διαρκώς ,νίκανο για την άσκηση του ναυτικού του επαγγέλματος καθώς και οποιουδήποτε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου με ποσοστό ανικανότητας 100%. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, χωρίς να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη, όπως ο εναγόμενος ζήτησε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις (ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές εκθέσεις), οι οποίες παρέχουν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, πλήρη δικανική πεποίθηση για την έκταση της ανικανότητας προς εργασία του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του, ώστε να μην ανακύπτει ανάγκη προσφυγής σε ειδικές γνώσεις πραγματογνώμονα ιατρού. Επομένως, ο λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παραπονείται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε το αίτημά του για τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Έτσι ο ενάγων, σύμφωνα με το ν. 515/1915, δικαιούται αποζημίωση για πλήρη διαρκή ανικανότητα προς εργασία και ειδικότερα , δικαιούται να λάβει, συνεπεία του ως άνω ατυχήματος, σύμφωνα με το Νόμο αυτό (άρθρο 3 παρ. 1 ) και τη σύμβαση εργασίας του, κατά την οποία ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 1.400 ευρώ, για αποζημίωση λόγω πλήρους διαρκούς ανικανότητας προς εργασία;27.401 ευρώ [6 έτη επί 12 μήνες ίσον 72 μήνες επί 1.400 ευρώ μηνιαίως ίσον 100.800 ευρώ μείον το ισόποσο σε ευρώ των 1.000.000 δραχμών : 2.934,70 ευρώ σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 12.406 της 5/19-8-1998 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Εργασίας, Εμπορικής Ναυτιλίας και Μεταφορών ίσον 97.865,30 ευρώ επί 1/4 ίσον 24.466,32 ευρώ συν 2.934,70 ίσον 27.401,02 ευρώ]. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ο ενάγων, ως αλλοδαπός, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά κατ’άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 551/1915 να λάβει την αποζημίωση των άρθρων 1 και 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ζητεί με την επικουρική βάση της αγωγής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, διότι από την υπ’ αριθμ. 9472/5-7-2004 άδεια εργασίας αλλοδαπού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων προκύπτει ότι ο ενάγων διέμενε κατά το χρόνο του δυστυχήματος στην Ελλάδα και ειδικότερα στο Καστέλι Κισσάμου. Συνεπώς ο λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παραπονείται ότι η εκκαλουμένη κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω πλήρους διαρκούς ανικανότητας προς εργασία το ποσό των 27.401 ευρώ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά, διότι με αυτήν ζητείται αποζημίωση για πλήρη διαρκή ανικανότητα προς εργασία του ενάγοντος με βάση μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ και όχι μηνιαίες αποδοχές 700 ευρώ που λάμβανε και ενώ ο ενάγων δεν είναι πλήρως ανίκανος για εργασία, αφού δεν προσκομίζει ιατρικά πιστοποιητικά σχετικά με την κατάσταση της υγείας του. Όμως τα πιο πάνω επικαλούμενα περιστατικά, τα οποία σημειωτέον δεν αποδείχθηκαν, δηλαδή ότι ο ενάγων αμειβόταν με μισθό 700 ή 800 ευρώ μηνιαίως και ότι δεν είναι πλήρως ανίκανος προς εργασία, δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης του ν. 551/1915 και η σχετική ένσταση του εναγομένου είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη. Συνεπώς ο λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παραπονείται ότι η εκκαλουμένη κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα προεκτεθέντα ακολουθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.401 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε (το κεφάλαιο περί τοκοδοσίας της εκκαλουμένης δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης). Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα και οι προταθέντες λόγοι είναι αβάσιμοι, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση κατά της εκκαλούμενης υπ’ αριθμ. 1189/4-3-2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, που τα καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 26 Μαρτίου 2009 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 10 Απριλίου 2009 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων. _

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία