fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ 614/2013

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 5ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Πρόεδρο Εφετών, Άννα Φωτοπούλου, εισηγήτρια και Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Εφέτες και από το Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του    καλούντος-εκκαλούντος:      ________ ________του ________, κατοίκου Προκοπίου Εύβοιας, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Χρήστος Οικονομάκης, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Της καθής η κλήση – εφεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, «________», και    το διακριτικό τίτλο «________ », που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Νίκος Δούναβης, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 30.5.2005 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2177/2005, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Το δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 476/2006 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 4.4.2007 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 3231/2007.

Το δικαστήριο τούτο εξέδωσε την 5333/2008 απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή την έφεση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Η εναγομένη με την από 1.12.2008 αίτησή της προς τον Άρειο Πάγο ζήτησε την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 542/2010 απόφαση, με την οποία, αφού αναίρεσε τηνπιο πάνω απόφαση παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Ήδη η υπόθεση έρχεται και πάλι προς συζήτηση με την από 1.6.2011 και με αριθμ. καταθ. 1258/2011 κλήση του ενάγοντος, η οποία γράφτηκε στο πινάκιο, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δήλωσή τους κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 ίδιου κώδ. στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη καλών- εκκαλών, με την από 30.5.2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ισχυρίστηκε ότι στις 14.11.1996 προσελήφθη από την εναγομένη τεχνική εταιρία ως χειριστής μηχανημάτων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η οποία του γνωστοποιήθηκε την 1.9.2002. Ότι στις 28.3.2005, μετά από αρμονική μεταξύ τους συνεργασία, του γνωστοποιήθηκε ότι έπρεπε να μετατεθεί στο Βόλο και ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στο εκεί εργοτάξιο της εναγομένης προς ανάληψη εργασίας στις 4.4.2005 και ώρα 7.00 π.μ. Ότι στις 31.3.2005, επειδή έπασχε από «περιεδρικό απόστημα», η ΑΥΕ του ΙΚΑ του χορήγησε αναρρωτική άδεια 15 ημερών. Ότι παρόλα αυτά η εναγομένη στις 4.4.2005 με εξώδικη δήλωσή της του ανακοίνωσε ότι θεωρούσε ότι αυτός κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και αποχώρησε οικειοθελώς, αφού δεν εμφανίστηκε προς ανάληψη υπηρεσίας στο Βόλο. Στην πραγματικότητα όμως, η εναγομένη του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να τον προειδοποιήσει, και για το λόγο αυτό ζητεί να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 9.834,4 ευρώ, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, νομιμοτόκως δε από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 476/2006 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε ο ενάγων την από 4.4.2007 έφεση, με την οποία παραπονείται για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ζητεί την εξαφάνιση αυτής προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 5333/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία δέχτηκε αυτή τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε η εφεσίβλητη – εναγομένη, την από 1.12.2008 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την 542/2010 απόφασή του, έκανε δεκτή την αίτηση, αναίρεσε την εν λόγω απόφαση στο σύνολό της, για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με την ορθότητα του δικανικού συμπεράσματος του και παρέιεμψε την υπόθεση για να δικαστεί στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ήδη, με την από 1.6.2011 κλήση του ενάγοντα-εκκαλούντα, νόμιμα εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής (ΚΠολΔ 581 παρ. 1) . Επομένως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση στο τμήμα της παραπομπής συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ίδιου κώδ., μετά την αναίρεση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το βάσιμο των λόγων της, η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 4.4.2007 έφεση, εφόσον ουδείς των διαδίκων επικαλείται ότι έλαβε χώρα επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα επίδοση αυτής (άρθρα 495 παρ.1,2, 498, 511, 513 παρ.ΐβ, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.2 και 591 παρ.1 τ ου ΚΠολΔ) .

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν.4558/1930, «αποχή υπαλλήλου από της εργασίας οφειλομένη εις βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειαν προσηκόντως αποδεδειγμένην ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύση της συμβάσεως εκ μέρους αυτού». Με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930 καθορίστηκαν τα όρια μέσα στα οποία μπορεί η διάρκεια μίας ασθένειας να θεωρείται βραχεία. Έτσι αποτελεί ασθένεια βραχείας διάρκειας αυτή, που διαρκεί ένα μήνα για υπαλλήλους, που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, τρεις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πέραν των τεσσάρων ετών, όχι όμως και πέραν των δέκα ετών, τέσσερις μήνες για υπαλλήλους, που υπηρετούν πέραν των δέκα ετών, όχ l όμως και πέραν των δεκαπέντε ετών και έξι μήνες για αυτούς, που υπηρετούν για χρόνο ανώτερο των δεκαπέντε ετών. Περαιτέρω από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του λόγω ασθένειας του, καθ’ υπέρβαση των χρονικών ορίων, που τίθενται από τις ΤΓιο πάνω διατάξεις, η λύση ή μη της εργασιακής συμβάσεως κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά τα άρθρα 200 και 288 ΔΚ. Ειδικότερα, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, έπειτα από εκτίμηση της αιτίας της αποχής, της διάρκειας της, της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του μισθωτού και γενικά των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, απόκειται στο δικαστή να κρίνει αν αυτή η αποχή, κατά αντικειμενική κρίση, δηλαδή ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού για λύση ή μη της συμβάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεως του μισθωτού για τη λύση από αυτόν της εργασιακής συμβάσεως (Ολ. 32/1988, ΑΓΤ 420/2010, Τ.Ν.Π.-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1589/2009 ΔΕΕ, 2010, 731, ΑΠ 182/2008 Τ.Ν.Π-ΝΟΜΟΣ) . Αλλα στοιχεία τα οποία βοηθούν στη σχετική κρίση, είναι ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού στον εργοδότη, η προηγούμενη εν γένει συμπεριφορά του, η ικανοποιητική ή η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του και η συχνότητα των απουσιών του. Πέρα, όμως, από τα παραπάνω, δεν απαγορεύεται στον εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ασθένειας του εργαζομένου (ΑΠ 1201/1998 ΔΕΝ 1999.289), τηρώντας όμως τις νόμιμες προϋποθέσεις για την καταγγελία της (ΑΠ 420/2010 , ΑΠ 2057/2006, ΑΠ 1219/2005, Τ.Ν.Π- ΝΟΜΟΣ). Δεν τίθεται δε ως προϋπόθεση, ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις ούτε από άλλη διάταξη νόμου, να έχει γνωστοποιηθεί εγκαίρως από το μισθωτό στον εργοδότη του η ασθένειά του, για να μη θεωρηθεί η εξαιτίας της ασθένειας απουσία του, η οποία δεν υπερέβη τα ανωτέρω χρονικά όρια, ως καταγγελία εκ μέρους του της συμβάσεως εργασίας. Άσχετο δε ζήτημα αποτελεί το ότι η ως άνω γνωστοποίηση, επιβαλλόμενη κατά τις αρχές της καλής πίστεως (άρθρα 336 εδ. β’, 288, 281 ΑΚ), είναι ενδεχόμενο να δημιουργήσει εις βάρος του, υποχρέωση αποζημιώοεως του εργοδότη (ΑΠ 1364/1992 Ελλ. Δνη 35, 1311).

Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδεlξης, που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά συνεδρίασής του, από την υπ’ αριθμό 1588/14.3.2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, Σταυρούλας Παύλου Λαγιάκου, η οποία δόθηκε νομότυπα μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. σχετική ανακοίνωση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), καθώς επίσης από τις υπ’ αριθμό 4713 και 4714/10.3.2006 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης· ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, Χριστίνας Ζερίτη, οι οποίες δόθηκαν νομότυπα, ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμό 5985 Β’/8.3.2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ουρανίας Δημητρακοπούλου) , καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 0 ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από την εναγόμενη τεχνική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους στις 14.11.1996, ως χειριστής μηχανημάτων με τόπο εργασίας την Αττική, αλλά και σε όλη την επικράτεια, αν η εναγόμενη του το ζητούσε. Η σύμβαση αυτή του γνωστοποιήθηκε εγγράφως την 1.9.2002, ο δε ενάγων αποδέχθηκε και το σχετικό   όρο αυτής με  αριθμό    3, περί της δυνατότητας μεταθέσεώς του,    κατά το χρόνο  της κατάρτισής    της. Σε εκ τέλεση  της  συμβάσεως αυτής εργαζόταν από τις 07.30 π.μ,   μέχρι     τις 15.30 μ . μ . με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.361,32 ευρώ. Ο ενάγων μέχρι το 2003 δεν είχε κανένα πρόβλημα και ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του. Κατά το τέλος του έτους 2003 όμως, είχε εμφανίσει κάποιες απουσίες, τις οποίες δεν είχε δικαιολογήσει με σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, γι’ αυτό η εναγομένη του απέστειλε την από 14.1.2004 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία, αφού του επεσήμανε τις αδικαιολόγητες απουσίες του, τον καλούσε να τηρεί με σχολαστικό τρόπο τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας του, άλλως θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά της, ενόψει δε του ότι δεν συμμορφώθηκε ο ενάγων και εξακολούθησε τις αδικαιολόγητες απουσίες, του απέστειλε και πάλι εξώδικη διαμαρτυρία, με ημερομηνία 1.6.2004, με παραπλήσιο με την πρώτη περιεχόμενο. Έτσι, από τον Ιανουάριο του 2C05, ο ενάγων συμμορφούμενος προς τις υποδείξεις της εναγομένης, όποτε ήταν ασθενής και χρειάστηκε να λείψει από την εργασία του, προσκόμιζε σχετική αναρρωτική άδεια. Στις 28.3.2005 η εναγόμενη, ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι μετατίθεται στο Βόλο και ότι πρέπει να εμφανιστεί στο εκεί εργοτάξιό της το πρωϊ της 4.4.2005. Προς το σκοπό αυτό εκδόθηκαν δύο έγγραφα που φέρουν την ίδια ημερομηνία και στα οποία το κείμενο είναι ίδιο, με μόνη διαφορά ότι στο ένα έγγραφο, που προσκομίζει η εναγομένη, αναγράφεται επιπλέον ένα κείμενο σχετικά με την παραλαβή του εγγράφου το οποίο υπογράφει ο ενάγων, ενώ στο σημείο της αποδοχής ή όχι της μετάθεσής του στο Βόλο δεν φέρει την υπογραφή του. Το άλλο έγγραφο που προσκομίζει ο ενάγων δεν αναγράφει τίποτα σχετικά με την παραλαβή του εγγράφου, φέρει όμως στο σημείο αποδοχής της μετάθεσής του στο Βόλο την υπογραφή του ενάγοντα. Από τη διαφορά όμως αυτών των εγγράφων, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε την μετάθεση, που του ανακοίνωσε η εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 31.3.2005 και περί ώρα 14.00 το μεσημέρι απέστειλε με ΦΑΞ το με ίδια ημερομηνία έγγραφο παραπομπής ασφαλισμένου του ΙΚΑ στην ΑΥΕ, προς το οποίο ο αρμόδιος γιατρός Τίτος Θεόδωρος, υπέβαλε παράκληση για χορήγηση σ’ αυτόν αναρρωτικής άδειας 10 ημερών, ως πάσχοντα από περιεδρικό απόστημα. Στη συνέχεια, ο ενάγων τηλεφώνησε στην εναγομένη εταιρία για να επιβεβαιώσει εάν η τελευταία έλαβε το ΦΑΞ. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη ενημερώθηκε από τον ενάγοντα ότι αυτός δεν μπορούσε να μεταβεί στο Βόλο στις 4.4.2005 αφού η αναρρωτική άδεια έληγε στις 10.4.2005. Η εναγομένη, όμως, θεώρησε την μη εμφάνισή του κατά την ως ανω ημερομηνία στο Βόλο, ως οικειοθελή αποχώρηση και του απέστειλε την από 4.4.2005 εξώδικη δήλωση, μ ε την οποία του δήλωνε ότι η άρνησή του να μεταβεί στο Βόλο και να εργαστεί στο εκεί εκτελούμενο έργο, θεωρείται από μέρους της κατ αγγελία της μεταξύ τους σύμβαση εργασίας-οικειοθελής αποχώρηση- χωρίς να του καταβάλει για το λόγο αυτό αποζημίωση απόλυσης. Την ίδια ημέρα, που η εναγομένη απέστειλε την ως άνω εξώδικη δήλωση, η Α.Υ.Ε. εξέδωσε την με αριθμό 296/4.4.2005 απόφαση, σύμφωνα με την οποία, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για εργασία από τις 31.3.2005 μέχρι τις 10.4.2005, με τη διάγνωση ότι από τις 31.3.2005 έπασχε από περιεδρικό απόστημα. Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον ίδιο θεράποντα ιατρό στις 11.4.2005,    άλλο έγγραφο παραπομπής στην Α.Υ.Ε, προκειμένου να γνωματεύσει για χορήγηση άδειας στον ενάγοντα, ως πάσχοντα από περιεδρικό συρίγγιο-φλεγμονή με την παράκληση για άδεια από 11.4.2005έως 14.4.2005. Το έγγραφο αυτό ο ενάγων το έστειλε με ΦΑΞ στην εναγομένη και στη συνέχεια τηλεφώνησε για να επιβεβαιώσει αν το έλαβε. Τέλος, στις 19.4.2005 εκδόθηκε και τρίτο έγγραφο από τον ίδιο θεράποντα ιατρό για παραπομπή του ενάγοντα στην Α.Υ.Ε, προκειμένου να γνωματεύσει για χορήγηση αναρρωτικής άδειας στον ενάγοντα, ως πάσχοντα από περιεδρικό συρίγγιο -φλεγμονή, με την παράκληση για άδεια από 15.4.2005 για ένα μήνα. Την ίδια ημέρα ο ενάγων έστειλε με ΦΑΞ το ως άνω έγγραφο και τηλεφώνησε στη συνέχεια στην εναγομένη για να επιβεβαιώσει ότι αυτή το έλαβε. Ακολούθησε γνωμάτευση του Ι.Κ.Α Υποκ/μα Περάματος, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για εργασία από 15.4.2005 έως 29.4.2005 με κλινικά ευρήματα περιεδρικό συρίγγιο-απόστημα γλουτών. Εν τω μεταξύ ο ενάγων, στις 15.4.2005 κοινοποίησε στην εναγομένη την από 14.4.2005 εξώδικη-δήλωση γνωστοποίηση σ’ αυτήν, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδείκνυαν την  κατασταση της υγείας του, και συγκεκριμένα τα ως άνω από 31.3.2005 και από 11.4.2005 παραπεμπτικά έγγραφα στην Α.Υ.Ε, καθώς και φωτοτυπία της 41ης σελίδας του βιβλιαρίου ασθένειας του, όπου υπάρχει η εγγραφή του ΤΜΥ Περάματος, με στοιχεία Α.Υ.Ε. 296/4.4.2005, με διάγνωση περιεδρικό απόστημα, ανίκανος για εργασία από 31.3.2005 έως 10.4.2005, τα οποία αποδείκνυαν την κατάσταση της υγείας του, δηλώνοντάς της συγχρόνως ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του, είναι κακόβουλη και καταχρηστική αφού ο ίδιος είχε αποδεχθεί την μετάθεσή του και ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν χωρίς διακοπή και  ότι αναμένει την με ψυχραιμία εξέταση του θέματος και την ανάκληση της εξώδικης δήλωσής της περί καταγγελίας της σύμβασης. Την ίδια ημέρα που κοινοποίησε το ως άνω εξώδικο, ο ενάγων, εισήλθε στο Γενικό νοσοκομείο Πειραιά- Τζάνειο, για να χειρουργηθεί για περιεδρικό συρίγγιο, από το οποίο έπασχε για πολύ καιρό, αλλά την επόμενη ημέρα εξήλθε, με την κατάσταση της υγείας του αμετάβλητη. Το εξιτήριο αυτό το έστειλε με ΦΑΞ στην εναγομένη. Πριν την αποστολή της ως άνω εξώδικής δήλωσής του, ο ενάγων, στις 11.4.2005 προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας στη Ν. Ιωνία, όπου ορίστηκε ημέρα συζήτησης η 9.5.2005 και την ημέρα αυτή προσήλθε από την πλευρά της εναγομένης η λογίστρια ______  ______. Κατά τη συζήτηση της προσφυγής αυτής, προέκυψε ότι ο ενάγων, από τις 31.3.2005 έως 29.4.2005, βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια και δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στην εργασία του στο Βόλο, δήλωσε όμως, ότι παρόλα αυτά, επιθυμεί να ακολουθήσει τις εντολές της επιχείρησης και να μεταβεί στο Βόλο για παροχή υπηρεσιών. Η επιθεωρήτρια συνέστησε στην εναγομένη ότι αφού ο εργαζόμενός-ενάγων-   αποδέχεται να ε ργαστεί στο Βόλο, να  ανακαλέσει    την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντα     και να τον    επαναπροσλάβει.    Από όλα   τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η μη εμφάνιση του ενάγοντα στο Βόλο, οφείλεται στην ως άνω ασθένειά του, για την οποία του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε ανύποπτο χρόνο, δηλ. προ της κοινοποίησης της μετάθεσής του, ο ενάγων είχε λάβει αναρρωτική άδεια με την Δ.Υ.Ε. 156/2005 από 14.2.2005 έως 28.2.2005 για θρόμβωση αιμορροΐδων και με την Δ . Υ . Ε . 198/2005 από 1.3.2005 έως για θρόμβωση αιμορροΐδων και περιεδρικό συρρίγγιο. Συνεπώς, η απουσία του ενάγοντα από την εργασία του ήταν απολύτως δικαιολογημένη, οφείλετο στην εν λόγω ασθένειά του, η δε εναγομένη τελούσε εν γνώσει του προβλήματος της υγείας, που αντιμετώπιζε ο ενάγων, ο οποίος είχε δικαίωμα αναρρωτικής άδειας τριών μηνών, αφού είχε συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία στην εναγομένη, αλλά η τελευταία, που δεν επιθυμούσε την επάνοδό του στην εργασία του, τον απέλυσε κατά την διάρκεια της ασθένειάς του και αγνόησε την άδεια αναρρώσεως και θεραπείας, που νόμιμα είχε λάβει αυτός από το IΚΑ πολύ πριν συμπληρωθούν οι τρεις μήνες αδείας, που εδικαιούτο. Έτσι, η εργασιακή σχέση των διαδίκων λύθηκε μετά από καταγγελία της εργοδότριας εναγομένης και ο ενάγων δικαιούται μετά ταύτα αποζημιώσεως απολύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 Ν. 2112/20 και 2 και 5 Ν. 3198/55. Ο ενάγων είχε υπηρεσία στην εναγομένη 8 έτη και 5 μήνες, και ως εκ τούτου δικαιούται ως αποζημίωση τις τακτικές αποδοχές 5 μηνών με τις αναλογίες επιδομάτων εορτών και αδείας που ανέρχονταν ανά μήνα σε 1.690,19 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την επαναγόμενη και συνολικά δικαιούται το ποσό των -9.834,4 ευρώ (1.690,19 ευρώ X 14:12 X 5).

Περαιτέρω, όμως, δεν προέκυψε ότι η καταγγελία της συμβάσεως με τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε από μέρους της εναγομένης προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντα, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι αυτός έλαβε αναρρωτική άδεια εκκρεμούσης της μεταθέσεώς του, καθώς και ότι απούσιαζε συνεχώς, κατά τον προηγηθέντα αυτής χρόνο, και έτσι αυτός δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση και συνεπώς το σχετικό κονδύλι πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμο.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως κατ’ ουσία αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσία και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί κατ’ ουσία (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει η ένδικη αγωγή, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.834,4 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος·, πρέπει να καταδικασθεί η εναγόμενη σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, μετά από κατανομή αυτών ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός από τους διαδίκους, κατά τα καθοριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 476/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσία.

Δέχεται την αγωγή κατά ένα μέρος.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων οκτακόσιων τριάντα τεσσάρων ευρώ και τεσσάρων λεπτών του ευρώ (9.834,4), με το νόμιμο τόκο, από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγομένη σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15.1.2013 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19.2.2013, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία