fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ TOY ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Αριθμός 16/2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ευδοκία Καρακώστα και τη Γραμματέα Πατρούλα Χρσνόπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2013 ττροκειμένου να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «________ », που εδρεύει στο Αιγάλεω, νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Βάνα,

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Αντωνίου Χρονόπουλου του Αλέξανδρου, κατοίκου Περιστερίου, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παυλάκου.

Η ενάγουσα με την από 14-6-2011 αγωγή της προς το Δικαστήριο αυτό (αρ. έκθ. κατάθεσης 184/18-6-2011), η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο π)ς 13^/11/2012 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, -ζητεί να γίνει αυτή δεκτή για όσους λόγους επικαλείται σε αυτήν.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι, όπως παραστάθηκαν, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα εταιρία στην κρινόμενη αγωγή της ιστορεί ότι ως πρακτορείο διανομής τύπου προμήθευε καθημερινά από το 1999 τον εναγόμενο με την ιδιότητά του ως αδειούχου εφημεριδοπώλη, αντίστοιχη ένωση εφημεριδοπωλών με το σύνολο των προς διανομή εντύπων. Ότι παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος υποχρεούνταν να αποδίδει καθημερινά στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των πωλουμένων εντύπων μετά την αφαίρεση του ποσοστού προμήθειας της αμοιβής του και παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα αφενός ανελλιπώς συνέχιζε την καταβολή των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών για λογαριασμό του στα ασφαλιστικά του ταμεία και την απόδοση των ποσοστών που δικαιούνται οι εκδότες των εντύπων από την πώλησή τους, αφετέρου τον σχλούσε από το 2009 προς τούτο, διακόπτοντας την 29η/7/2010 τον εφοδιασμό του με έντυπα, αυτός επιδεικνύοντας αντισυμβατική και αντιτιθέμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά, παραβιάζει εν γνώσει του την οικονομική του υποχρέωσή του να αποδίδει στο πρακτορείο τα ποσά που ανήκουν σε αυτό από τα πωληθέντα στα σημεία πώλησης της γεωγραφικής ευθύνης του έντυπα και παρακρατεί αδικαιολόγητα το συνολικό ποσό των 10842,72 ευρώ, που δεν του ανήκει, προερχόμενο αϊτό ανεξόφλητες από αυτόν εκκαθαρίσεις έως και την 31 ή/12/2010, απεικονιζόμενο στην καρτέλα κίνησης πελατών που τηρεί η ενάγουσα σύμφωνα με τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις για τον εναγόμενο, στο οποίο ποσό ουδέποτε εναντιώθηκε αυτός και ως προς το οποίο τη ζημιώνει με την ανωτέρω άδικη, υπαίτια και ζημιογόνο συμπεριφορά του. Για το λόγο αυτόν η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, λόγω της τελεσθείσας εκ μέρους του σε βάρος της αδικοπραξίας, άλλως επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από την επομένη της έκδοσης της τελευταίας μηνιαίας εκκαθάρισής του, ήτοι από 1 ης/1/2011, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Το τέλος δικαστικού ενσήμου που αναλογεί στο αντικείμενο της αγωγής με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις καταβλήθηκε (βλ. τα με αριθμούς 326843, 612449, 679273 και 358901 αγωγόσημα σειράς Α’ με τα επ’ αυτών ένσημα) και το δικαστήριο είναι αρμόδιο για να δικάσει τη διαφορά. Φέρεται επομένως παραδεκτά για συζήτηση ενώπιον του η αγωγή, με την προκειμένη τακτική διαδικασία και είναι επαρκώς ορισμένη. Όσον αφορά στη νομιμότητά της λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με τα λεπτομερώς αναλυόμενο στο δικόγραφο της αγωγής σχετικά με τις συμφωνίες και τη λειτουργία αυτών στη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας Πρακτορείο διανομής τύπου  στην Ελλάδα και του εναγόμενου ως αδειούχου  εφημεριδοπώλη, που προωθεί προς πώληση έντυπα στην γεωγραφική περιοχή ευθύνης  του, η οποία έχει οριοθετηθεί από την επαγγελματική του ένωση, έχει κριθεί (ΟλΑΠ 2/2012 σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2147/2013) ότι η μεταξύ τους σύμβαση έχει μικτό χαρακτήρα, αφού φέρει τα στοιχεία των συμβάσεων πώλησης, εντολής και παρακαταθήκης, καθώς η· πώληση των εντύπων στους τελικούς αποδέκτες λάμβανε χώρα στο όνομα και για   λογαριασμό της ενάγουσας ως πρακτορείου έναντι προμήθειας κα. περαιτέρω ο εναγόμενος ως εντολοδόχος της ενάγουσας  για την είσπραξη και απόδοση του τιμήματος της πώλησης των εφημερίδων και των λοιπών εντύπων, που αυτή του έστελνε προς πώληση, είχε την υποχρέωση να φυλάσσει, την εισπραττόμενη, ξένη ως προς αυτόν, αξία των πωλούμενων εντύπων και να την αποδίδει στο πρακτορείο σε τακτά χρονικά διαστήματα μετά την παρακράτηση από τον ίδιο της συμφωνηθείσας αμοιβής του και των εξόδων για την αποστολή και επιστροφή των εντύπων. Κατά συνέπειαν εφόσον το εισπραχθέν από τον εναγόμενο τίμημα πώλησης μετά την αφαίρεση της προμήθειάς του αποτελεί ξένο πράγμα γι’ αυτόν, η μη απόδοσης  του, εκτός από παραβίαση συμβατικής του υποχρέωσης, συνιστά και αδικοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δημιουργώντας του ευθύνη προς αποκατάσταση της προξενηθείσας ζημίας, αφού η επικαλούμενη συμπεριφορά του εναγόμενο μπορεί να έχει συνέπειες ανεξάρτητες της ως άνω συμβατικής σχέσης, της οποίας αποτελεί επακόλουθο (βλ. και Εφ,ΑΘ. 5843/2000 ΔΕΕ 2001.173), καθόσον οι υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις που η ενάγουσά αποδίδει σε αυτόν μπορούν να νοηθούν και χωρίς την ύπαρξη της ήδη υπάρχουσας συμβατικής σχέσης μεταξύ τους (βλ. και Εφ,Πειρ. 1219/2000 Πειρ.Νομολ. 2001,66, Εφ,Θεσ. 643/1995 Αρμ. 1995.460, ΔΕΕ 1995.515, πρβλ. Α.Π.. 1268/1994), στοιχειοθετώντας υπεξαίρεση. Ως εκ τούτου εκ των ιστορούμενων στην αγωγή περιστατικών συνάγεται συρροή περισσοτέρων αξιώσεων της ενάγουσας, ήτοι ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ώστε η ικανοποίηση της μιας αξίωσης να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν η τελευταία έχει μεγαλύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται το επιπλέον (Ολ ΑΠ 9671/1973 ΝοΒ 22.505, ΑΠ 1145/2003 ΔΕΕ 2004.1179, ΑΠ 212/2000 ο.π, ΑΠ 1709/1999 ΕλλΔνη 41.1035, ΕφΑθ 4948/2004 ΕλλΔνη 2006.928, ΕφΑθ 3534/2003 ΕλλΔνη 2004,  585, ΕφΑθ 6026/2001 ΕλλΔνη 2004.819, ΕφΑΘ 655412002 ΕλλΔνη 2005.278, ΕφΑθ 108/1998 ΈλλΔνη 39.1968), η δε αγωγή είναι νόμιμη σύμφωνα με τα άρθρα 361, 298, 303, 330, 719, 724, 822, 914 340, 346 AK, 907, 908‘περ. δ΄’, 951 και 176 ΚΠολΔ, εκτός από την  επικουρική βάση αυτής, με την οποία η ενάγουσα επικαλείται την εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η αγωγή του αδικαιολόγητου  πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον αν λείπουν ο. προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή από αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θεμελιώνεται επί των αυτών πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. όπως στην προκειμένη περίπτωση, που η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου, πλουτισμού στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά που στηρίζεται η κύρια βάση της (βλ. ΑΓ1 ”922/2007 δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 712/2001 ΕλλΔνη 43.762, ΑΠ 1440/2000 ΕΕΝ 20O2:2’53> ΑΠ1322/Τ996 ΕλλΔνη 38.1045). Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η: κρινόμενη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραληφτεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και. λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 386 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: H ενάγουσα εταιρία έχει αδειοδοτηθεί και λειτουργεί δυνάμει της υπ’ αρ, 3244/Ε3/567/10-2-1999 απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ως Πρακτορείο εφημερίδων, περιοδικών καϊ λόπτών εντύπων, ο δε εναγόμενος ως κατέχων άδεια άσκησης του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη Αθηνών από το σωματείο του, την «______________» κατά τις διατάξεις της τταρ. 2 του άρ. 54 του ΑΝ 1093/1938, της τταρ. 1 τού άρ. 1 του Ν.Δ, 2943/1954, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 937/1979 καΊ την τροποποίησή της με το άρθρο 18 του Ν. 2747/1999 και πριν την κατάργηση του με το. νόμο 4093/2012 (φ£Κ Α’ 222/12.11.2012), οι οποίοι νόμοι διέπουν το δικαίωμα πώλησης εντύπων, από το 1999 προμηθευόταν από την ενάγουσα Τα έντυπα που αυτή διακινεί προκειμένου να τα διανείμει στα σημεία πώλησης της περιοχής ευθύνης του, η οποία ήταν η Λεωφόρος Αλεξάνδρας. Για τη συνεργασία τους η ενάγουσα τηρούσε χρεωπιστωτικό λογαριασμό, ο οποίος απεικονίζεται στην καρτέλα πελάτη που αποτελεί απόσπασμα των βιβλίων του πρακτορείου της ενάγουσας. Επιπλέον αυτής, οι συναλλαγές της ενάγουσας με τον εναγόμενο αποτυπώνονταν στα ημερήσια δελτία εκκαθάρισης άνευ φορολογικής σήμανσης, όπου καταγράφεται καθημερινά η ημερήσια χρέωσή επιστρεφόμενων εντύπων και στα μηνιαία δελτία εκκαθάρισης, που αποτελούν επίσημα φορολογικά στοιχεία και παραδίδονταν σε αυτόν, όπως και σε όλους τους συνεργαζόμενους με αυτήν εφημεριδοπώλες, Ωστόσο, ο εναγόμενος την 29/1/2009 εμφάνιζε υπόλοιπο ανεξόφλητου Λογαριασμού προς την ενάγουσα ύψους 6103,89 ευρώ,  μη συμπεριλαμβανομένων τόκων που προερχόταν, από τη μη απόδοση εκ μέρους του στην ενάγουσα του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των πωληθέντων έντυπων μετά την αφαίρεση του ποσοστού προμήθειας του ως αμοιβής του, που δικαιούνταν να κρατήσει και που υπολογίζεται, βάσει, ποσοστού 20%. επί της αποφορολογημένης αξίας των πωληθέντων εντύπων μετά την αφαίρεση του ποσοστού προμήθειάς του ως αμοιβής του,  που δικαιούνταν να κρατήσει και που υπολογίζεται βάσει ποσοστού 20% επί της αποφορολογημένης αξίας των πωληθέντων εντύπων  και την πρόσθεση του ποσού των 1,01 ευρώ για τις κρατήσεις υπέρ τρίτων.

Αντίθετα η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε εισπράξει από αυτόν τα οφειλόμενα ποσά, οφειλόμενα ποσά, η ίδια τα εξοφλούσε στις συμφωνηθείσες ημερομηνίες στους εκδότες των εντύπων, και συνέχιζε να τον προμηθεέι με έντυπα . Για το λόγο αυτών του κοινοποίησε την 26/2/2009 με την υπ’αριθ. 6068 Α’/28-2-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Πρασίνου την από 9/2/2009 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση- δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων της (προσκομιζόμενα), τάσσοντας του προθεσμία πέντε ημερών από τη λήψη της για την καταβολή σε αυτή του ποσού, χωρίς ο εναγόμενος να ανταποκριθεί, αλλά ούτε και να αμφισβητήσει ότι επρόκειτο για δική του οφειλή ή το ύψος του ποσού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να του κοινοποιηθεί με την. υπ’ αρ 8387 Α717-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού, επιμελητή Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Πράσινου η από 9/2/2009 νέα εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση προς καταβολή – δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων της ενάγουσας, κοινοποιούμενη και στην ένωση εφημεριδοπωλών Αθηνών* για ποσό που πλέον είχε ανέλθει στις 9609 ευρώ, και στη συνέχεια την 1477/2010 με βάση το από 10/7/2010 υπόήριπο λογαριασμού του να του κοινοποιηθεί με την υπ’ αρ. 10269 Α/14-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Πράσινου η αττό 13/7/2010 νέα εζώδϊκη διαμαρτυρία- πρόσκληση προς καταβολή – δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων της ενάγουσας, κοινοποιούμενη και στην ένωση εφημεριδοπωλών Αθηνών, για ποσό οφειλής του που πλέον είχε διαμορφωθεί, προφανώς κατόπιν καταβολών, στις 7035,37 ευρώ και που επίσης δεν αμφισβήτησε, μετά δε την παρέλευση άπρακτης της τεθείσας με αυτήν προθεσμίας για καταβολή, Π ενάγουσα έπαυσε την 2977/2010 να εφοδιάζει με έντυπα τον εναγόμενο. Ήδη, το συνολική οφειλώμενο ποσό από αυτόν μετά την τελευταία μηνιαία εκκαθάριση την 31712/2010 ανέρχεται στις 10842,72 ευρώ, όπως εμφαίνεται και στο υπ’ αρ. 051134/31-12-2010 σειράς ΣΤ” παραστατικό εκκαθάρισης έκδοσης της ενάγουσας στο όνομα του εναγόμενου,  ποσό που ουδέποτε αμφισβήτησε ότι οφείλει ο ίδιος, παρά μόνο με την από 19/11/2012 εξώδικη δήλωσή του – πρόσκληση προς την ενάγουσα, που της κοινοποιήθηκε την 23711/2012 με την υπ’ αρ. 4956 Γ723-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο ‘Πρωτοδικείο Πειραιά Δημητρίου Ραπατζίκου, ήτοι αφού είχε ξεκινήσει, το δικαστικό αγώνα της η ενάγουσα διεκδικώντας το ποσό αυτό από το εναγόμενο, αφού η διαμαρτυρία του τελευταίου έγινε μετά την αναβολή εκδίκασης της ένδικης αγωγής την 13η/11/2012 ενώπιον τούτου του δικαστηρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκομίζει ο εναγόμενος, αυτός φαίνεται ότι μεταβίβασε την εργασία του στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στην οποία αφορά η ένδικη διαφορά, στο ________ ________  με το από 30/10/2009 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, από 1η5/11/2009, γεγονός μεν που γνωστοποίησε η ________ στην ενάγουσα με αποστολή του υπ’ αρ. 7826/5-11-2009 εγγράφου της με φαξ, όπως και με το υπ’ αρ. 7890/30-11-2009 έγγραφό της, στο οποίο ωστόσο , επισημαίνεται ότι επρόκειτο ο ________  ________ να έλθει σε επικοινωνία  αρμόδια τμήματα της ενάγουσας προκειμένου να συνεννοηθεί για τον τρόπο αποπλρωμής του χρέους που αναλάμβανε από το δελτίο του ενάγοντα, ενώ στο υπ’ αρ. 7913/10-12-2009 έγγραφό της που ουδέποτε εστάλη με φαξ, όπως υποδεικνύεται από το φωτοαντίγραφο της «transmission report» που το συνοδεύει και προσκομίζοντας γίνεται λόγος για ένα κείμενα που θα υπέγραφε ο ________ για τον τρόπο αποπληρωμής του χρέους αυτού, και τέλος στην προσκομιζόμενη άνευ αποδέκτη από 17/2/2009 υπεύθυνη δήλωσή του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ο ενάγων, του οποίου δεν βεβαιώνεται, το γνήσιο της υπογραφής, δηλώνει ότι συμφωνεί να μεταβιβαστεί η δουλειά του στην περιοχή της; Λεωφόρου Αλεξάνδρας στο ______   _______, για το λόγο δε αυτόν συνετάχθη με το περιεχόμενο αυτό το υπ’ αρ. 7928/17-12-2009 έγγραφο της  _______, μου δεν αποδεικνύεται, όμως ότι  απεστάλη στην ενάγουσα, όπου επιπροσθέτως αναγράφεται ότι τις  επόμενες ημέρες επρόκειτο να της αποσταλούν, όπως και στο έτερο πρακτορείο _________ φόρμες και κατάλογο, που θα έφεραν τις υπογραφές και των  δυο μερών. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος αρνούμενος την αγωγή επικαλείται τη στερητική αναδοχή του χρέους του εκ μέρους του _________  _______, ουδέν στοιχείο όμως προσκομίζεται  από το οποίο να αποδεικνύεται ότι καταρτίστηκε η σχετική σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας ω δανείστριας και του ________ ως αναδοχέα-τρίτου, ούτε ότι σε τυχόν       ‘

τελειωθείσα σύμβαση μεταξύ του εναγομένου και του ______ , αφού δεν προκύπτει σαφώς όπ επήλθε πλήρης σύμπτωση βουλήσεων δυο αυτών μερών, η ενάγουσα ως δανείστρια                   (Βασ. Βαθρακοκοίλης ΕΡΝΟΜΑΚ έκδ. 2003, υπό άρθρο 471 αρ 8 ΕΑ 5740/1987 ΑρχΜομ 30.880), αφού σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των προαναφερομένων προσκομιζόμενων εγγράφων δεν αποδεικνύεται, ο ______ ήρθε σε συμφωνία με την ενάγουσα για τον τρόπο αποπληρωμής της ένδικης οφειλής, ούτε βέβαια 6τ, υπέγραψε σχετικό κείμενο. καθώς το σίτο 5/1/2011 προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό ένωσης δελτίων μου υπογράφεται από τους ______, _______ και ________  ________  έχει τεθεί υποψιν και, συνυπογράφεται από την ________η δε ενάγουσα δεν συμβάλλεται, εν τέλει, δεν αποδεικνύεται ότι έχει συναφθεί σύμβαση στερητικής αναδοχής της οφειλής του εναγομένου από τρίτον, τον ________ , ώστε ο εναγόμενος να απαλλάσσεσαι της  καταβολής του αιτούμενου ποσού, το ύψος του οποίου ουδέποτε αμφισβητείται από τον εναγόμενο και αποδεικνύεται και από την προσκομισθείσα εκτύπωση της καρτέλας του ως πελάτη της ενάγουσας.

Ως εκ τούτου η αναφερόμενη στο υπ’ αρ. 7890/30-11-2009 ως άνω έγγραφο της ΕΕΑ μελλοντική αποπληρωμή του υφιστάμενου χρέους του εναγομένου από τον ________ , δεν αποτελεί σύμβαση αναδοχής (ΕΑ 1353/1979 ΝοΒ 27,989), εφόσον δεν αποδεικνύεται αλλά ούτε και ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι συνέπραξε και αυτή (ΑΚ 471, 477), κατά συνέπεια πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10842,72 ευρώ, που της οφείλει από τη μεταξύ τους υφιστάμενη ενοχική σχέση και που κατέχει για λογαριασμό της {άρθρο 719 σε Διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας

Δέχεται την αγωγή,

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα δυο ευρώ και εβδομήντα δυο λεπτών (10842,72) του ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 8/9/2011,

Κηρύσσει την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή εν μέρει για το ποσό των πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου τη δικαστική δαπάνη ενάγουσας, που ορίζει 300 ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και ,δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο Περιστέρι στο ακροατήριό του την 6/2/2015   χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι, παρουσία της γραμματέως.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία