fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

 Αριθμός 523/2005
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Ελευθέριο Ζάμπρα, Πρόεδρο Εφετών, Ιωάννη Παζαρίδη και Γεώργιο Κοντό, Εισηγητή, Εφέτες και με Γραμματέα το Δημητριό Πατσιούλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17  Φεβρουάριου 2005, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1] _________   _________  του _________  , 2] _________  συζ. _________  _________  , το γένος _________   _________  και 3] _________  _________  συζύγου _________  , κατοίκων όλων Πειραιά, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: _________   _________  του _________  , κατοίκου Πειραιά, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεόδωρου Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την αριθ εκθ καταθ 5009/2003 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ 3005/2004 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενοι με την από 27-7-2004 (αριθ εκθ καταθ 795/2004) έφεσή τους.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η υπό κρίση από 27-7-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 795/27-7-04 έφεση κατά της υπ’ αριθμ.3005/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του Κ.Πολ,Δ., επί αγωγής εκ της σχέσεως της οροφοκτησίας (άρθρ. 17 αριθμ.2 Κ.Πολ.Δ.), του ήδη εφεσιβλήτου κατά των εκκαλούντων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεώς της ούτε άλλος λόγος απαραδέκτου αυτής. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθει αν είναι βάσιμη και από την ουσιαστική της άποψη (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.1, 520 παρ.1, 524 παρ.1, 532, 533 και 654 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, με την από 9-6-2003 (αριθ. εκθ. κατ. 5009/11-6-2003) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθεσε ότι είναι ιδιοκτήτης διαμερίσματος, πολυωρόφου οικοδομής, κείμενης στον Πειραιά και επί της οδού _________  και διεπομένης από τις διατάξεις του , ν.3741/1929 ,και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., και ότι οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες, κατασκευαστής της οικοδομής ο πρώτος εξ’ αυτών, πατέρας δε και σύζυγος αντιστοίχως των άλλων δύο, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων στην ίδια οικοδομή επέφεραν αυθαιρέτως και παρανόμως στους κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους αυτής μεταβολές, συνιστάμενες ειδικότερα στην καθαίρεση της κλίμακας και του πλατύσκαλου που οδηγούσαν από τον τέταρτο στον πέμπτο όροφο και στην κοινόχρηστη ταράτσα προς όφελος του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου και στη μετατροπή του υπογείου σε διαμέρισμα το οποίο χρησιμοποιούν κατ’ αποκλειστικότητα οι ίδιοι. Εζήτησε δ’ ακολούθως με την αγωγή να αναγνωρισθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των ανωτέρω μερών της πολυωρόφου οικοδομής να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα τους κατάσταση, άλλως να επιτραπεί στον ίδιο να προβεί με δαπάνες τους στην εν λόγω επαναφορά και να απαγορευθεί στους εναγομένους κάθε μελλοντική ενέργεια που θα παρεμποδίζει αυτόν στη χρήση των ως είρηται κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την προειρημένη ειδική διαδικασία, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του ως νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή και αναγνωρίζοντας τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των επιδίκων μερών της πολυωρόφου οικοδομής υποχρέωσε τους εναγομένους να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην προτέρα τους κατάσταση και να αποδώσουν τα ανωτέρω μέρη της οικοδομής στην κοινή χρήση. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως παραπονούνται με την υπό κρίση έφεσή τους οι εναγόμενοι, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνιση αυτής και την απόρριψη της ενδίκου αγωγής.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1002 και 1117 του A. Κ., 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/19294 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 54 του Εισ. Ν. Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, οι αυλές κ.λ.π., καθώς και κάθε άλλο πράγμα, που χρησιμεύει στην κοινή των ιδιοκτητών χρήση. Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ.1, 5 και 13 του ως άνω ν.3741/1929. Αν αυτό δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την ανωτέρω δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες τότε ισχύει ό προσδιορισμός που προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ή από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις. Κάθε συνιδιοκτήτης οριζοντίου ιδιοκτησίας δικαιούται, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της οικοδομής, υπό τον όρο να μην βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό τους. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, υπαγομένης στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελευθέρως με σύμβαση, που καταρτίζεται συμβολαιογραφικούς με τη σύμπραξη όλων και μεταγράφεται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικός αδιαίρετα, (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου  διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του Α.Κ., οπότε οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητος δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενεστέρως στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό. Επομένως ο κανονισμός της πολυκατοικίας έχει ισχύ νόμου ως προς τις σχέσεις των συνιδιοκτητών και οι διατάξεις του (μεταξύ των οποίων και αυτές που αφορούν τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής) δεν καταργούνται ούτε από ενδεχόμενη αχρησία του ούτε από την κατ’ επανάληψη παραβίασή τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες , κανένας δε από τους ιδιοκτήτες οριζοντίου ιδικοκτησίας δεν μπορεί να αποκτήσει με χρησικτησία δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλυτέρας από τη μερίδα του χρήσεως επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών ούτε να απολέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση των ως άνω μερών. Περαιτέρω με το κανονισμό εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν από τους αναφερομένους στο άρθρο 3 του ν. 3741/1929. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αν με κάποιο όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του . Γι’ αυτό δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε ( Α.Π. 602/2001, 432/2001 και 847/2001 Ελ. Δικ. σελ. 153, 443 και 760 αντιστοίχως, Α.Π. 968/1997 ΝοΒ 1998.343, Α.Π. 329/1996, ΕλΔικ37ό78, ΑΠ599/1995 Ελ Δικ 37347, ΑΠ 121/1993 ΝοΒ 42389,ΑΠ1349/1990Ελ Δικ33 324).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ οροφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ.2 του αυτού Κώδικος, οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που έχουν ως αντικείμενο την προσβολή και παρεμπόδιση της χρήσεως κοινοχρήστων πραγμάτων και μερών του ακινήτου και τις γενόμενες μετατροπές και προσθήκες στην πολυκατοικία. Η αγωγή με την οποία διώκεται επίλυση διαφοράς που έχει ανακύψει από τη σχέση ως οροφοκτησίας μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων εκδικαζόμενη κατά την ως είρηται ειδική διαδικασία δεν υπάγεται σε καμία από τις κατηγορίες του άρθρου 220 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και κατά συνέπειαν για το παραδεκτό αυτής δεν είναι αναγκαίο να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων (Α.Π.602/2001 ο.π., ΑΠ 1372/97 Ελ. Δικ. 40.134, Α.Π.91/1990 Ε.Δ.Π. 1990.24 Εφ. Πειρ.91/2004 Πειρ.Νομ.2004.160). Στις διαφορές αυτές από τη σχέση της οροφοκτησίας κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να στραφεί με αγωγή κατά του ιδιοκτήτου ορόφου ή διαμερίσματος που παραβαίνει τις απαγορευτικές διατάξεις και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Επίσης στις διαφορές αυτές νομιμοποιείται να ενάγει και να ενάγεται, παραλλήλως προς τον ψιλό κύριο και ο επικαρπωτής, του οποίου το  δικαίωμα είναι εμπράγματο, ομοίας δε εκτάσεως προς εκείνο του ιδιοκτήτου (Α.Κ.1142), αφού η διάταξη του άρθρου 1173 του Α.Κ. αναγνωρίζει στον επικαρπωτή διαμερίσματος ή ορόφου τα δικαιώματα και τις ενοχικής φύσεως αξιώσεις εκ της οροφοκτησίας ( Ολ. Α.Π. 8/2002 ΝοΒ 2003.649).

Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία., χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Α.Π. 922/1998 ο.π.). Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι. δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται με ειδικά περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσης και παγιωθείσης  καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Περαιτέρω, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. Α.Π. 8/2001 Ελ. Δικ. 42.382, Ολ. Α.Π. 62/1990 Ελ. Δικ. 32.501, Α.Π. 681/2000 Ελ. Δικ. 42.110, Α.Π. 409/2000 Ελ. Δικ. 41.1315, Α.Π. 922/1998 Δημ Νομος, Α.Π. 2252/1996 Ελ. Δικ. 38.1795).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανώμοτη κατάθεση του ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού που έχουν ίδια αριθμό με την εκκαλουμένη απόφαση, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ομολογίες αυτών που περιέχονται στις προτάσεις των ή συνάγονται απ’ αυτές απεδείχθησαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. 1961/1976 προσυμφώνου αγοράς ποσοστού 598/000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής συμβάσεως του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ματθαίου Βενιέρη , που έχει νομίμως μεταγραφεί, ο πρώτος των εναγομένων, _________  _________  , ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή αποτελουμένη από πέντε οροφοδιαμερίσματα , επί οικοπέδου εκτάσεως 144,084 τετραγωνικών μέτρων, κειμένου στον Πειραιά και ειδικότερα στη θέση «_________  » ή «_________  » της Πειραϊκής Χερσονήσου και επί της οδού _________  , το οποίο ανήκε, ως προικώο, με την έννοια που είχε ο όρος αυτός υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου, στους γονείς του ενάγοντος _________  ,και _________  _________  και συγκεκριμένα στον πρώτο εξ αυτών κατά ψιλή και κυριότητα και στη δευτέρα κατ’ επικαρπία. Το εργολαβικό αντάλλαγμα του εργολάβου πρώτου εναγομένου, ο οποίος είναι και αδελφός της μητέρας του ενάγοντος, ορίσθηκε με την ίδια σύμβαση σε ποσοστό 598/οοο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου. Ακολούθως οι γονείς του ενάγοντος, με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ’ αριθμ. 2083/28-7- 1976 συμβολαιογραφική πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασαν στον πρώτο εναγόμενο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, σε εκτέλεση του προδιαληφθέντος προσυμφώνου, ποσοστό 598/οοο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, συνέστησαν δ’ επί πλέον με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη οριζόντια ιδιοκτησία επί της υπό ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής και κανονισμό πολυκατοικίας και διένειμαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ειδικότερα συμφωνήθηκε να περιέλθουν στον πρώτο των εναγομένων ο ισόγειος όροφος και οι δεύτερος, τέταρτος σε Α’εσοχή και πέμπτος σε Β’εσοχή όροφοι, που αντιστοιχούν στα μεταβιβασθέντα σ’ αυτόν 598/οοο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, στους γονείς δε του ενάγοντος κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία, σύμφωνα με την προρρηθείσα διάκριση, οι πρώτος και τρίτος όροφοι της οικοδομής. Με το άρθρο 2 της ανωτέρω συστατικής της οροφοκτησίας και του κανονισμού πράξεως καθορίσθησαν ως κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων συνεστήθη κοινή και αδιαίρετη ιδιοκτησία, μεταξύ άλλων «….το οικόπεδον, εφ’ ου ανεγείρεται η οικοδομή, μετά των πρασιών και των ακαλύπτων χώρων, το λεβητοστάσιον της κεντρικής θερμάνσεως με την αποθήκην πετρελαίου (ντεπόζιτο). Η κυρία είσοδος, το κλιμακοστάσιον με τον προθάλαμον εισόδου και τα πλατύσκαλα…………. ».Με το ίδιο άρθρο απαγορεύθηκε οποιαδήποτε μετατροπή, αφαίρεση ή προσθήκη επί των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας, χωρίς την έγκριση των συνιδιοκτητών. Επίσης στην πράξη συστάσεως της οριζοντίου ιδιοκτησία και στο άρθρο 13 αυτής ορίζεται ότι η υπό ανέγερση οικοδομή θα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο (σε Α εσοχή) και πέμπτο (σε Β εσοχή) ορόφους, όπως αυτοί εμφαίνονται σε κάτοψη στα συνημμένα στο υπ’ αριθμ. 1961/1976 προσύμφωνο από 26­2-1976 σχεδιαγράμματα κατόψεως του πολιτικού μηχανικού _________  _________  και περιγράφονται συνοπτικώς ως εξής: 1) ο υπόγειος όροφος αποτελείται από τον ακάλυπτο χώρο και τους κοινοχρήστους χώρους, ήτοι από μια αποθήκη, αποθήκη καυσίμων και λεβητοστάσιο και αρχή κλιμακοστασίου, 2) ο ισόγειος όροφος «περιλαμβάνει το μεν κοινοχρήστους χώρους, έργα, πράγματα και εγκαταστάσεις και τοιαύτα είναι η κυρία είσοδος, το κλιμακοστάσιον, το πλατύσκαλον, το φρέαρ ανελκυστήρος και εις φωταγωγός, το δε μίαν οριζόντιον ιδιοκτησίαν ή διαμέρισμα     η οποία καταλαμβάνει ολόκληρον τον ισόγειον όροφον και  έχει επιφάνεια 78,9 τ.μ., 3) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος υπέρ το ισόγειο όροφοι «περιλαμβάνουν         το μεν κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους, έργα, πράγματα και εγκαταστάσεις και τοιαύτα είναι το συνεχιζόμενον φρέαρ ανελκυστήρος, η συνεχιζομένη κλίμαξ, το πλατύσκαλον και εις φωταγωγός, το δε μίαν οριζόντιον ιδιοκτησίαν ή διαμέρισμα έκαστος όροφος…….. που καταλαμβάνει ολόκληρον τον όροφον και έχει επιφάνεια 91,1 τ.μ., 4) ο τέταρτος υπέρ το ισόγειο όροφος σε Α εσοχή, «περιλαμβάνει το μεν κοινοχρήστους και κοινοκτήτους χώρους, έργα, πράγματα και εγκαταστάσεις και τοιαύτα είναι το συνεχιζόμενον φρέαρ ανελκυστήρος, το πλατύσκαλον, η συνεχιζομένη κλίμαξ και εις φωταγωγός, το δε μίαν οριζόντιον ιδιοκτησίαν ή διαμέρισμα που καταλαμβάνει ολόκληρον τον όροφον και έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 65,2 τ.μ. και 5) ο πέμπτος υπέρ το ισόγειο όροφος ,σε Β’ εσοχή, «περιλαμβάνει το μεν κοινοχρήστους και κοινόκτήτους χώρους, έργα, πράγματα και εγκαταστάσεις και τοιαύτα είναι το συνεχιζόμενον φρέαρ ανελκυστήρος, το πλατύσκαλον, η συνεχιζομένη κλίμαξ και εις φωταγωγός, το δε μίαν οριζόντιον ιδιοκτησίαν ή διαμέρισμα  που καταλαμβάνει ολόκληρον τον όροφον και έχει ιδιόκτητη επιφάνεια 35,8 τ.μ.. Υπό το ως άνω περιεχόμενο της συστατικής της οριζοντίου ιδιοκτησίας και του κανονισμού πράξεως είναι προφανές ότι στους κοινοκτήτους και κοινοχρήστους χώρους της περί ης ο λόγος πολυωρόφου οικοδομής περιλαμβάνονται το υπόγειο και ο συνεχόμενος ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, οι κλίμακες και τα πλατύσκαλα και μέρος της βεράντας της Β’ εσοχής του πέμπτου ορόφου (πέραν του τμήματος που ανήκει στην οριζόντιο ιδιοκτησία του αντιστοίχου ορόφου) προς την οδό _______, διαστάσεων 2,5 X 3,75 μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο από 26-2-1976 σχεδιάγραμμα κατόψεως του πολιτικού μηχανικού _________  _________  . Παρά το σαφή και αναμφισβήτητο προσδιορισμό των ανωτέρω μερών της οικοδομής ως κοινοκτήτων και κοινοχρήστων τοιούτων με τις προεκτεθείσες ρητές διατάξεις της συστατικής της οροφοκτησίας και του κανονισμού πράξεως, ο πρώτος των εναγομένων εργολήπτης και κατασκευαστής, ως προελέχθη, της οικοδομής, προέβη, κατά την κατασκευή αυτής, η οποία ολοκληρώθηκε περί το έτος 1978, στην ενοποίηση των οροφοδιαμερισμάτων του τετάρτου και πέμπτου ορόφου, που περιήλθαν ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην ιδιοκτησία του, διαμορφώνοντας ένα ενιαίο διώροφο διαμέρισμα με εσωτερική κλίμακα (μεζονέτα), στο οποίο και συμπεριέλαβε και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και συγκεκριμένα την κλίμακα που οδηγεί από τον τέταρτο στον πέμπτο όροφο της οικοδομής και το πλατύσκαλο αυτής. Με την ενέργειά του αυτή όμως απέκλεισε τους γονείς του ενάγοντος, συνιδιοκτήτες, κατά τα προεκτεθέντα, οριζοντίων ιδιοκτησιών της αυτής οικοδομής, από τη χρηση των προειρημένων κοινοκτητων και  κοινόχρηστων χώρων καθώς και της κοινόχρηστης βεράντας του πέμπτου ορόφου, αφού κατέστησε αδύνατη την πρόσβαση σ’ αυτή μέσω της κοινόχρηστης κλίμακας και του πλατύσκαλου, τα οποία συμπεριέλαβε στο ενοποιημένο πλέον διαμέρισμα του τετάρτου και πέμπτου ορόφου. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος ήδη από το χρόνο κατασκευής της οικοδομής επέφερε τροποποιήσεις στον κοινόχρηστο χώρο του υπογείου αυτής και συγκεκριμένα μετέφερε στον ακάλυπτο χώρο της την αποθήκη καυσίμων και το λεβητοστάσιο, και στην προβλεπομένη από τον κανονισμό θέση τους κατεσκεύασε κουζίνα και τουαλέττα, ενώ ο υπόλοιπος χώρος του υπογείου παρέμεινε ενιαίος, χρησιμοποιούμενος απ’ όλους τους συνιδιοκτήτες ως αποθηκευτικός χώρος. Περαιτέρω ο πρώτος των εναγομένων με το υπ’αριθμ.6131/1994 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Κανακίδου, που έχει μεταγραφεί νομίμως, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής στη δευτέρα εναγομένη, θυγατέρα του Ζαφείρια _________  , την πλήρη και αποκλειστική ‘κυριότητα των διαμερισμάτων του τετάρτου και πέμπτου ορόφου, όπως αυτά ενοποιήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, και επικοινωνούν με την ενσωματωθείσα σ’ αυτά κοινόχρηστη κλίμακα, η οποία και μνημονεύεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως εσωτερική κλίμακα επικοινωνίας αυτών. Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. 7097/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασε στον υιό του _________  _________  (μη διάδικο), την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, ενώ με το υπ’ αριθμ. 8378/2002 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας συμβολαιογράφου, που επίσης έχει μεταγραφεί νομίμως μεταβίβασε, ο εν λόγω εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς στην τρίτη εναγομένη, _________  _________  την επικαρπία του ισογείου ορόφου της οικοδομής και στον εγγονό του (υιό της δευτέρας εναγόμενης) _________  _________  (μη διάδικο), την ψιλή κυριότητα του ιδίου ορόφου. Εξάλλου η μητέρα του ενάγοντος _________  _________  , η οποία μετά την κατάργηση των περί προικος διατάξεων του προϊσχύσαντος δικαίου με το ν. 1329/1983, είχε αποκτήσει την πλήρη κυριότητα των προαναφερομένων οροφοδιαμερισμάτων των πρώτου και του τρίτου ορόφων της οικοδομής, με το υπ’ αριθμ. 31056/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτη Γκέγκιου, που έχει μεταγραφεί νομίμως, μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, στον ενάγοντα την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και στον έτερο υιό της _________  _________  (μάρτυρα των εναγομένων στην παρούσα δίκη) την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, παρακρατώντας την επικαρπία και των δύο αυτών διαμερισμάτων. Ήδη στην ως άνω πολυώροφη οικοδομή διαμένουν στο ισόγειο αυτής ο πρώτος και η τρίτη των εναγομένων, επικαρπώτρια αυτού, στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ο ενάγων, ψιλός κύριος αυτού, στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου η μητέρα του ενάγοντος, επικαρπώτρια αυτού, και στο ενοποιημένο διαμέρισμα του τέταρτου και του πέμπτου ορόφου η δευτέρα εναγομένη, ιδιοκτήτρια αυτού, ενώ το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου έχει εκμισθωθεί από τον επικαρπωτή αυτού πρώτο εναγόμενο σε τρίτο. Ο κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος του υπογείου, χρησιμοποιούμενος, ως προεξετέθη, αρχικώς απ όλους τους συνιδιοκτήτες, από το έτος 1986 χρησιμοποιήθηκε, με την ανοχή και της συνιδιοκτήτριας μητέρας του ενάγοντος, ως κατοικία του προαναφερθέντος υιού του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων και αδελφού της δευτέρας, εξ αυτών, _________  _________  . Ακολούθως οι εναγόμενοι, περί το έτος 1990, κατά παράβαση της συστατικής της οροφοκτησίας και του κανονισμού ως άνω πράξεως μετέβαλαν πλήρως τον κατ’ αυτήν χαρακτήρα του υπογείου ως κοινοκτήτου ,και^ κοινοχρήστου πράγματος, διαμορφώσαντες αυτό σε ιδιόκτητο.’ :> διαμέρισμά τους, το οποίο εξόπλισαν με έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές ‘ κ.λ.π., και το χρησιμοποιούν έκτοτε κατ’ αποκλειστικότητα. Με την ενέργειά τους αυτή απέκλεισαν παρανόμως τον ενάγοντα από τη χρήση του υπογείου και συγχρόνως παρεκώλυσαν την πρόσβαση τούτου στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, η οποία γινόταν μέσω της θύρας που υπάρχει στο υπόγειο και οδηγεί στο χώρο αυτό. Έτσι η μόνη δυνατότητα προσπελάσεως του ενάγοντος και των λοιπών συνιδιοκτητών προς τον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας είναι η διέλευσή του από μια δευτερεύουσα χαμηλή θύρα που υπάρχει κάτω από κλιμακοστάσιο στο υπόγειο της οικοδομής. Επί πλέον ο ενάγων και οι λοιποί ως άνω συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, πλην της δευτέρας εναγομένης, εξακολουθούν να μην έχουν δυνατότητα χρήσεως της κοινοχρήστου κλίμακος μεταξύ τετάρτου και πέμπτου ορόφου και προσβάσεως μέσω αυτής στην κοινόχρηστη βεράντα του εν λόγω ορόφου, όπου μάλιστα ^ινάι τοποθετημένη και η κεντρική κεραίας τηλεοράσεως, προς εξυπηρέτηση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών, και τούτο διότι παραμένει η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, κατά τα προλεχθέντα, με την ενσωμάτωση της ως είρηται κοινόχρηστης κλίμακας και του πλατύσκαλου στο ενοποιημένο διαμέρισμα των αντιστοίχων ορόφων και την αποκλειστική χρησιμοποίησή τους από την ιδιοκτήτρια αυτών δευτέρα εναγομένη. Ο ενάγων από το έτος 1997 που απέκτησε την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του και εγκαταστάθηκε σ’ αυτό επαναπατριζόμενος από τις Ηνωμένες Πολιτείας της Αμερικής, όπου διέμενε επί είκοσι πέντε έτη, διαμαρτυρήθηκε κατ’ επανάληψη προς τους εναγομένους για τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειές των και την αποστέρηση της χρήσεως των αντιστοίχων κοινοκτήτων και κοινοκτήτων χώρων και εζήτησε την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προβλεπομένη από τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τον  κανονισμό της πολυκατοικίας κατάσταση. Οι εναγόμενοι όμως δεν ανταποκρίθηκαν στις επανειλημμένες προφορικές του εκκλήσεις και στα -” εύλογα αιτήματά του για απόδοση στην κοινή χρήση των παρανόμως στην αποκλειστική τους χρήση υπαχθέντων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας και έτσι, μετά την ανταλλαγή και εξωδίκων εγγράφων δηλώσεων μεταξύ των, επακολούθησε η άσκηση της ενδίκου αγωγής.

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω και προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο από τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ακόμη δε και από ομολογίες των εναγομένων, η υπό κρίση αγωγή είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν, αφού πλήρως αποδεικνύονται τα γεγονότα που θεμελιώνουν την δι’ αυτής ασκουμένη αξίωση του ενάγοντος για προστασία των εξουσιών και δικαιωμάτων του επί των επιδίκων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της οικοδομής. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και με ανάλογες προς τις προεκτεθείσες σκέψεις δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του ως νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα των επιδίκων μερών της πολυωρόφου οικοδομής και υποχρεώνοντας τους εναγομένους να αποδώσουν αυτά στην κοινή των συνιδιοκτητών της οικοδομής χρήση, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των εναγομένων με την υπό κρίση έφεση τυγχάνουν αβάσιμες και απορριπτέες.

Ειδικότερα οι εναγόμενοι συνομολογούν μεν τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χαρακτήρα των επιδίκων μερών της πολυωρόφου οικοδομής και την υπαγωγή αυτών (κλιμακοστασίου και πλατύσκαλου) στην κοινή αυτών χρήση, ισχυρίζονται όμως προς απόκρουση της αγωγής ότι η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε με τη συναίνεση άλλως τη σιωπηρή αποδοχή των γονέων του ενάγοντος, οι οποίοι παραιτήθηκαν σιωπηρές από το δικαίωμά τους προς χρήση των εν λόγω κοινοχρήστων πραγμάτων, άλλως δε ότι η άσκηση του δικαιώματος των αυτού είναι’? καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα υπό του άρθρου 281 του Α.Κ. διαγραφόμενα όρια. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των εναγομένων και οι αντίστοιχοι τρίτος (περί συναινέσεως και τροποποιήσεως του κανονισμού), τέταρτος (σιωπηράς αποδοχής και παραιτήσεως) και πέμπτος (περί καταχρήσεως δικαιώματος) λόγοι της κρινομένης εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού δεν απεδείχθησαν τα γεγονότα που επικαλούνται προς θεμελίωσή τους. Συγκεκριμένα δεν απεδείχθη συμφωνία ή συναίνεση των συνιδιοκτητών για την κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρος του κλιμακοστασίου και του πλατύσκαλου και την ενσωμάτωση τούτων στο ενοποιημένο διαμέρισμα του τετάρτου και πέμπτου ορόφου. Ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι τέτοια συμφωνία για να ήταν έγκυρη και να είχε έννομες συνέπειες θα έπρεπε να έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ο κανονισμός της πολυκατοικίας έχει ισχύ νόμου στις σχέσεις των συνιδιοκτητών και οι διατάξεις δεν καταργούνται με προφορικές συμφωνίες ούτε από ενδεχόμενη αχρησία τους ούτε από την κατ’ επανάληψη παραβίασή τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες. Και είναι μεν αληθές ότι οι γονείς του ενάγοντος από της κατά το έτος 1978 εγκαταστάσεώς των στην πολυκατοικία και εν συνεχεία (από το έτος 1983) μόνη η μητέρα αυτού ως αποκλειστική κυρία των διαμερισμάτων του πρώτου και τρίτου ορόφου μέχρι της κατά το έτος 1997 μεταβιβάσεως τούτων κατά ψιλή κυριότητα στους υιους της, δεν άσκησαν το δικαίωμά τους προς χρήση των επιδίκων κοινοχρήστων μερών της οικοδομής και δεν ζήτησαν την αποκατάσταση του κοινοχρήστου χαρακτήρος αυτών, σύμφωνα με την πράξη συστάσεως της οριζοντίου ιδιοκτησίας και τον κανονισμό της πολυκατοικίας, πλην όμως η συμπεριφορά τους αυτή και η ανοχή την οποία επέδειξαν, οφειλομένη στο στενό συγγενικό τους δεσμό με τους εναγομένους και στην επιθυμία τους να μη διαταραχθούν οι καλές μεταξύ των σχέσεις, δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραίτηση από τα αντίστοιχα δικαιώματά τους και ως αποδοχή των αυθαιρέτων και παρανόμων ενεργειών των εναγομένων, που αντιτίθενται ευθέως στις ρητές διατάξεις του κανονισμού και του ν. 3741/1929. Εάν πράγματι αυτοί είχαν συναινέσει εξ αρχής στην άρση του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου χαρακτήρος των επιδίκων μερών της πολυκατοικίας και κυρίως του κλιμακοστασίου, και στην υπαγωγή αυτών στην αποκλειστική χρήση των εναγομένων, ή είχαν εκ των υστέρων αποδεχθεί την μεταβολή αυτή, θα έπρεπε να έχει επακολουθήσει τροποποίηση των αντιστοίχων διατάξεως της πράξεως συστάσεως της οροφοκτησίας και του κανονισμού, που ήταν λίαν ευχερής λόγω του μικρού αριθμού των οροφοϊδιοκτητών και των μεταξύ των καλών σχέσεων, ώστε να υπάρξει εναρμόνιση τούτων προς την συναινετικώς διαμορφωθείσα νέα πραγματική κατάσταση και να αποφευχθούν μελλοντικές αμφισβητήσεις και έριδες μεταξύ αυτών ή των διαδόχων των. Τέτοια τροποποίηση όμως της προειρημένης συμβολαιογραφικής πράξεως δεν έλαβε χώρα, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι γονείς του ενάγοντος και δικαιοπάροχοί του δεν συμφώνησαν και δεν αποδέχθηκαν τις παράνομες ενέργειες των εναγομένων ούτε παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους προς χρήση των επιδίκων μερών της πολυκατοικίας , αλλ’ απλώς αδράνησαν στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων τους, στα πλαίσια των καλών σχέσεών τους με τους εναγομένους και της αποφυγής των μεταξύ των διενέξεων. Μόνη όμως η αδράνεια αυτών για μακρό χρονικό διάστημα δεν αρκεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των, ακόμη και αν δημιούργησε στους εναγόμενους την καλόπιστη πεποίθηση ότι το δικαίωμα αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί. Τούτο δε διότι η αδράνειά τους δεν συνοδεύεται και από άλλα περιστατικό αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο των ιδίων όσο και των εναγόμενων, από τα οποία να γεννάται στους τελευταίους η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η, δια της ασκήσεώς του, επιδιωκομένη ανατροπή της δημιουργηθείσης και παγιωθείσης καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες και να καθιστά μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τέτοια περιστατικά δεν επικαλούνται οι εναγόμενοι αλλά προσπαθούν να θεμελιώσουν τη σχετική ένστασή τους στη μακρόχρονη αδράνεια των γονέων του ενάγοντος και στην ανοχή που αυτοί επέδειξαν στη διαμορφωθείσα υπέρ των ιδίων (εναγομένων) κατάσταση. Τη συμπεριφορά όμως αυτή των γονέων του ενάγοντος δεν μπορούν οι εναγόμενοι στην προκειμένη περίπτωση να την επικαλούνται προς απόκρουση του επιδίκου δικαιώματος αυτού και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση προς την διαμορφωθείσα με τις παράνομες ενέργειές τους πραγματική κατάσταση, ιδιαιτέρως δε καθόσον αφορά το πλατύσκαλο και το κλιμακοστάσιο, τα οποία είχαν ενσωματωθεί στο διαμέρισμα του τετάρτου και πέμπτου ορόφου πριν ακόμη οι γονείς του ενάγοντος εγκατασταθούν στην πολυκατοικία. Τέλος οι εναγόμενοι δεν ισχυρίζονται ότι η επιδιωκομένη με την αγωγή ανατροπή της υφισταμένης πραγματικής καταστάσεως δεν είναι ευχερής και θα επιφέρει επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επαχθέστερες από εκείνες που υφίσταται ήδη ο ενάγων με την αποστέρηση της χρήσεως του κοινοχρήστου χώρου του υπογείου και της δυνατοτητος προσβάσεως του, μέσω του  επιδίκου κλιμακοστασίου, στη βεράντα του πέμπτου ορόφου, ο κοινόκτητος και κοινόχρηστος χαρακτήρας της οποίας συνομολογείται και από τους εναγομένους.

Εξάλλου ο ισχυρισμός των τελευταίων που προβάλλεται με το δεύτερο της εφέσεως, ότι δηλαδή η αγωγή είναι αόριστη διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή εάν πέραν της κοινοχρήστου ως άνω βεράντας υπάρχει και δώμα στην πολυκατοικία η χρήση του οποίου επίσης εμποδίζεται με την κατάργηση της κοινόχρηστης κλίμακας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το περιστατικό που αυτοί επικαλούνται δεν είναι αναγκαίο για την κατά νόμο θεμελίωση της αγωγής και συνεπώς η αναφορά του δεν ήταν απαραίτητη γα την πληρότητα του δικογράφου αυτής. Τέλος η ένδικη αγωγή, που είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, αρμοδίως εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 17 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της, έχει ως αντικείμενο διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών πολυωρόφου οικοδομής η οποία προκύπτει από τη σχέση της οροφοκτησίας, και αφορά την αδιαίρετη και αναγκαστική συνιδιοκτησία των διαδίκων επί των κοινοχρήστων μερών της πολυωρόφου οικοδομής και ειδικότερα το επί της οροφοκτησίας στηριζόμενο δικαίωμα του ενάγοντος προς χρήση των επιδίκων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών αυτής. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την προβληθείσα ένσταση των εναγομένη περί καθ’ ύλην αναρμοδιότητος αυτού, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, κατά τον οποίο η αγωγή έχει το χαρακτήρα της αρνητικής τοιαύτης του άρθρου 1108 του Α.Κ. και ως εκ τούτου υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο έκτος και τελευταίος λόγος της εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων καθόσον αφορά τις επεμβάσεις των εναγομένων επί του κοινοχρήστου χώρου του υπογείου, τις οποίες οι ίδιοι αρνούνται όμως αυτές πλην όμως αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύθηκαν ανωτέρω και κυρίως από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η πιστότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη. Συγκεκριμένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η μετατροπή του κοινοχρήστου υπογείου σε πλήρως εξοπλισμένο και απολύτως λειτουργικό διαμέρισμα και η υπαγωγή τούτου στην αποκλειστική χρήση των εναγομένων. Η κατάσταση δε αυτή δεν ανατρέπεται από την προσχηματική και παραπλανητική, ενόψει της αγωγής, ενέργεια των εναγομένων να αφήσουν για ένα διάστημα ξεκλείδωτη την πόρτα του υπογείου και να επιτρέψουν την πρόσβαση σ’ αυτό και των λοιπών συνιδιοκτητών, αφού η ενέργεια αυτή είχε προσωρινό χαρακτήρα και δεν αποσκοπούσε πράγματι στην αποκατάσταση του κατά τον κανονισμό κοινοχρήστου χαρακτήρος του επίμαχου χώρου του υπογείου.

Συμπερασματικά και σε ακολουθία με όλα τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του / εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ( άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δικάζει κατ αντιμωλίαν των διαδίκων.
Δέχεται κατά το τυπικό μέρος της και
Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση. Και
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο  ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 7 Απριλίου 2005 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο την 19 Μαΐου 2005 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων των δικηγόρων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ