fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός απόφασης 145/2011
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ηλία Ξηροτύρη , Πρωτόδικη , τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Αγγελική Πετροπούλου .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας : Της εταιρείας με την επωνυμία « ______ και Σία ΕΕ»  διακριτικό τίτλο «_________  Ε.Ε», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μαρώση .

Των εναγόμενων :        1) _________   _________  , κατοίκου Μελβούρνης Αυστραλίας (________), 2) _________  _________  του _________   , κατοίκου Μελβούρνης Αυστραλίας (________), 3) της εταιρείας με την επωνυμία «_________  LTD» που εδρεύει στη Μελβούρνη Αυστραλίας (_________) και εκπροσωπείται νόμιμα , οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο .

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή της , που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό 2619/2008, προσδιορίστηκε δικάσιμος η 14-11 -2008 και γράφτηκε στο πινάκιο.
Επί της ως άνω αγωγής , η οποία κατά τη δικάσιμο της 14ης-11- 2008 εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων , κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης λόγω κωλύματος της Δικαστή από την οποία είχε συγκροτηθεί το Δικαστήριο τούτο κατά την ανωτέρω δικάσιμο , το οποίο προέκυψε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο . Η υπ’ αρ. 563/3-2-2010 πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς , με την οποία φέρθηκε προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση η ως άνω αγωγή κατά τα άρθρα 307 του ΚΠολΔ και 3 παρ. 1 του ν. 3327/2005, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 1032/2010, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο .

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ , «αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό , η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου , στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση …». Η διάταξη αυτή , με την οποία καθιερώνεται νόμιμη κλήτευση με πλασματική επίδοση στον εισαγγελέα , όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό , εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση με το νόμο 1334/1983 της από 15 Νοεμβρίου 1965 διεθνούς συμβάσεως της Χάγης , η οποία δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν , αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική αυτή επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα , όπως ορίζει το κατά τούτο καταργηθέν άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ , δηλαδή ανεξάρτητα από το αν αυτό απεστάλη στο εξωτερικό και παραλήφθηκε από εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση κατά τον οριζόμενο στην προαναφερόμενη σύμβαση τρόπο (άρθρα 15 και 16 της συμβάσεως αυτής), ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως . Ειδικότερα , με τις διατάξεις της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως , η οποία τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από τις 18-9-1983, σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών , έχοντας ειδικότερα την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος , ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , όταν είναι γνωστή η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξεως στο εξωτερικό . Τη σύμβαση αυτή έχει επικυρώσει και το Ηνωμένο Βασίλειο ([Αυστραλία] ΕλλΔνη 29 1029). Κατά την παρ 1 του άρθρου 15 της συμβάσεως αυτής, «αν  μία πράξη δίκης η ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για το σκοπό επίδοσης η κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής και αν ο εναγόμενος δεν προσέλθει , ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως εφ’ όσον χρόνο δεν διαπιστώνεται ότι : α) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχτηκαν σ’ αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφος του . β) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε κάθε μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του» (ΑΠ 462/2002 ΕλλΔνη 44. 449). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 15 της συμβάσεως αυτής , «Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει οτι οι δικαστές του , παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου , μπορούν να εκδώσουν απόφαση , εφ’ όσον συγκεντρώνονται οι κατωτέρω προϋποθέσεις , μολονότι καμία βεβαίωση για την επίδοση ή την κοινοποίηση ή την παράδοση δεν έχει ληφθεί : α) πράξη διαβιβάστηκε σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται σ’ αυτή στη Σύμβαση  β) Μία προθεσμία , που ο δικαστής  εκτίμα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και που δεν θα είναι μικρότερη από έξι μήνες , έχει παρέλθει από την ημερομηνία αποστολής της πράξης . γ) Παρ’ όλες τις επίμονες ενέργειες από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση , δεν μπόρεσε να ληφθεί καμία βεβαίωση». Τέλος , με την Φ. 0546/263/Α.Σ. 277/Μ 2797/18 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1993 (ΦΕΚ Α’91) απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών ανακοινώθηκε ότι στις 21-12-1989 κατατέθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών των Κάτω Χωρών η δήλωση που προβλέπεται απο το ως ανω άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης , και η οποία έχει ως έξης . «Οι δικαστές της Ελληνικής Δημοκρατίας τυγχάνουν αρμόδιοι να καθορίζουν εαν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 (α) , (β) και (γ) της εν λόγω Συμβάσεως έχουν πληρωθεί, μολονότι δεν έχει ληφθεί πιστοποίηση είτε επίδοσης ή κοινοποίησης είτε παράδοσης». Εν προκειμένω νομίμως φέρεται προς αυτεπάγγελτη επανασυζητηση και έκδοση απόφασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 254 και 307 του ΚΠολΔ , όπως το τελευταίο ισχύει μετά την προσθήκη σε αυτό του τελευταίου εδαφίου του με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3327/2005 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 81 του ν. 3659/2008, κατόπιν της υπ’ αρ. 563/3-2-2010 πράξεως της Προέδρου του Τριμελούς . Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς , με την οποία,,,., διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο και ορίστηκε  νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης , η από 1-3-2008 (αρ κατ . 2619/2008) αγωγή , η οποία προσδιορίσθηκε και συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης-11-2008 , χωρίς να εκδοθεί επ’ αυτής απόφαση λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος της Δικαστή που συγκρότησε το Δικαστήριο τούτο κατά την ως άνω δικάσιμο . Από δε το προσκομιζόμενο από 4-6-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Αλεξάνδρας Κλάγκου προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω πράξεως της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης , επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ενάγουσα , η οποία εκπροσωπήθηκε από την  πληρεξούσια δικηγόρο της κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση (βλ . τα από 10-12-2010 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου), ενώ με το υπ’ αρ. πρ. Φ. 683/ΑΣ 1521/10-12-2010 έγγραφο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Μελβούρνη Αυστραλίας βεβαιώνεται ότι οι εναγόμενοι , παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της ως άνω προξενικής αρχής και το γεγονός ότι τα προς επίδοση έγγραφα είχαν αποσταλεί σε αυτήν (προξενική αρχή) από τις 8-3-2010 (τα με Α.Π. 26, 27 και 28/2010/8-3-2010 έγγραφα), οι ενδιαφερόμενοι (εναγόμενοι) δεν προσήλθαν μέχρι και την ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση αγωγής (10-12-2010), να τα παραλάβουν . Ενόψει , όμως , του ότι κατά την προηγούμενη συζήτηση , της οποίας η πιο πάνω συνιστά συνεχεία (άρθρα 254 παρ. 1, 307 ΚΠολΔ, ΕφΑΘ 1683/2004 αδημοσίευτη), η μεν ενάγουσα είχε , και τότε , παρασταθεί μετά του νομίμου εκπροσώπου της που διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο της την Ιωάννα Μαρώση και είχε καταθέσει νομίμως έγγραφες προτάσεις , οι δε εναγόμενοι δεν είχαν εμφανιστεί ούτε στη δικάσιμο εκείνη κατά την οποία η υπόθεση είχε εκφωνηθεί από τη σειρά του πινακίου (βλ . τα από 14-11-2008 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου), η μη εμφάνιση και παράσταση αυτών (εναγομένων) κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης συνεπάγεται την ερημοδικία τους , σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας , το δε Δικαστήριο θ προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες , δεδομένου ότι αφενός μεν τα προς επίδοση έγγραφα διαβιβάστηκαν σύμφωνα με τους τρόπους που προβλέπονται στην ως άνω Σύμβαση , αφετέρου δε από το χρόνο αποστολής τους μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών , χωρίς οι ενδιαφερόμενοι (εναγόμενοι), που έχουν γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό , να προσέλθουν να τα παραλάβουν , παρά τις επίμονες ενέργειες των αρμοδίων αρχών (άρθρα 254, 270 παρ 1 εδ ε’ 307 ΚΠολΔ , 15 παρ. 2 [α], [β] καιl [γ] της Συμβάσεως της Χάγης).

Η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της , ισχυρίζεται ότι κατήρτισε εγγράφως στον Πειραιά με τον πρώτο εναγόμενο , ο οποίος ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά , αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων , την από 2-11-2007 σύμβαση , με την οποία , μεταξύ άλλων , αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους αντισυμβαλλομένους (εναγόμενους) της την κυριότητα διακοσίων (200) αντικλεπτικών συστημάτων , ενώ οι τελευταίοι , κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή (σύμβαση), να καταβάλουν το τίμημα συνολικού ύψους 30.940 ευρώ (26.000 ευρώ + 4.940 ευρώ ΦΠΑ). Ότι για το εν λόγω αντικλεπτικό σύστημα αυτή κατέχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη . Ότι για την επίλυση κάθε διαφοράς που αφορά στην ανωτέρω σύμβαση ορίσθηκαν πως είναι αρμόδια τα Δικαστήρια του Πειραιά . Ότι αυτή υπαναχωρεί από τη σύμβαση , καθόσον οι εναγόμενοι , παρά τις οχλήσεις της , δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβάλει σε αυτήν το τίμημα . Με αυτό το ιστορικό ζητεί , περιορίζοντας παραδεκτά κατά ένα μέρος το κάτοψη φιστικά αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ), αφενός μεν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν , εις ολόκληρο έκαστος , έναντι της αποζημίωσης που θα καθοριστεί κατά την εύλογη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για τη ζημία που υπέστη από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης , το ποσό των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, αφετέρου δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή , να της καταβάλουν , εις ολόκληρο έκαστος , για την ως άνω αιτία , το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ , αμφότερα (τα ποσά) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση . Ζητεί, τέλος , να απαγγελθεί σε βάρος καθενός από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων , λόγω της εμπορικής τους ιδιότητας και της εμπορικότητας της διαφοράς , προσωπική κράτηση , διάρκειας δώδεκα (12) μηνών , ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας μετά την τελεσιδικία της και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.

Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 42, 43, 44 ΚΠολΔ). Είναι ορισμένη και νόμιμη , στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 340, 345 346, 361, 383, 387, 389 – 396, 481 επ., 513 επ. ΑΚ , 1 ΕμπΝ, 2 ΒΔ της 2/14.5.1835, 5 επ. Ν. 1733/1987, 2, 58 επ. Ν. 1607/1986, 176, 907 επ., 1047, 1049 παρ. 1 ΚΠολΔ . Πρέπει , επομένως , η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν , δεδομένου ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αίτημα τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ . το υπ αρ. 10678329 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Γ’ Πειραιώς με τα όπισθεν αυτού επικολλημένα ένσημα του ΤΝ και ΤΠΔΠ).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που περιέχονται στα από 14-11-2008 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου , η οποία (ένορκη κατάθεση) παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη , καίτοι τα ανωτέρω πρακτικά δεν έχουν υπογραφεί από την Δικαστή που διηύθυνε τη συζήτηση εκείνη , παρά μόνον απο τη Γραμματέα , χωρίς να αναφέρεται σε αυτά κάποιο κώλυμα (άρθρο 25 ΚΠολΔ), αφού κατά την προκειμένη διαδικασία λαμβάνονται συμπληρωματικώς υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου , μεταξύ των οποίων και ανυπόγραφα , όπως τα ως ανω πρακτικά , έγγραφα (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ , ΟλΑΠ 15/2003 ΕλλΔνη 44. 937, ΑΠ 1821/2006 ΝοΒ 2007. 687), και των έγγραφων που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα , είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα , είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων , αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα είναι δικαιούχος εκμετάλλευσης ευρεσιτεχνίας που αφορά σε αντικλεπτικό σύστημα με την ονομασία Α-1, το» οποίο έχει καταχωρηθεί αρμοδίως , κατέχει δε και το δικαίωμα εκμετάλλευσης του στο εξωτερικό (βλ . τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που με επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα). Το εν λόγω σύστημα είναι ενα κύκλωμα αυτοματισμού , που μέσω μιας ηλεκτρονικής πλακέτας και με τις ανάλογες συνδεσμολογίες σε συγκεκριμένα σημεία του αυτοκινήτου αποτρέπει ενδεχόμενη προσπάθεια κλοπής αυτού . Με το από 2-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό , που καταρτίστηκε στον Πειραιά μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου , ο οποίος ενεργούσε ατομικά αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων , συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα (πωλήτρια) πωλεί και μεταβιβάζει στους εναγόμενους (αγοραστές) διακόσια (200) από τα ως άνω αντικλεπτικά συστήματα έναντι τιμήματος ύψους εκατόν τριάντα (130) ευρώ για κάθε ένα από αυτά πλέον του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ ), ότι τα έξοδα μεταφοράς και οι σχετικοί κίνδυνοι βαρύνουν τους εναγόμενους μετά την έξοδο των εμπορευμάτων από την Ελλάδα . Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα εν λόγω προϊόντα θα παραδοθούν στους αγοραστές μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης (της προθεσμίας αυτής δυναμένης να παραταθεί σε περίπτωση ανάερης βίας), υπό την προϋπόθεση ότι το 30% της αξίας αυτών θα καταβληθεί έως την 11η-11-2007, ενώ η καταβολή του υπολοίπου του οφειλόμενου τιμήματος θα γίνει όταν θα παραδοθούν τα εμπορεύματα (letter of credit) με την κατάθεση του σχετικού χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας . Απαγορεύθηκε , επίσης , στους εναγόμενους οποιαδήποτε πράξη αντιγραφής του εν λόγω προϊόντος (αντικλεπτικού συστήματος), ενώ ορίσθηκαν και οι λεπτομέρειες αναφορικά με τις μελλοντικές προμήθειες των αγοραστών και του δικαιώματος των τελευταίων να πωλούν τα εμπορεύματα αυτά στην αγορά της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας . Συνομολογήθηκε δε ότι μετά την παρέλευση εξι μηνών από την σύναψη της επίδικης σύμβασης , υπό τον όρο ότι οι εναγόμενοι θα τηρούσαν επακριβώς τους όρους του συμφωνητικού , θα αποκτούσαν το δικαίωμα στη χρήση του σήματος και της εν λόγω ευρεσιτεχνίας για πέντε χρόνια στις ως άνω αγορές . Τέλος , ορίσθηκε ότι αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση κάθε διαφοράς που αφορά στο επίδικο συμφωνητικό είναι τα Δικαστήρια του Πειραιά . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι , αν και οι εναγόμενοι στις 12-11-2007, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας , παρέλαβαν χάριν δειγματισμού δύο (2) από τα διακόσια (200) αντικλεπτικά συστήματα που είχαν αγοράσει από την ενάγουσα , δεν κατέβαλαν στην τελευταία , παρά τις οχλήσεις αυτής , την αξία των πωληθέντων προϊόντων . Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε και τους προσκάλεσε τηλεφωνικώς να καταβάλουν το οφειλόμενο τίμημα μέχρι και την 1 -2-2008 , δηλώνοντάς τους πως σε αντίθετη περίπτωση δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκπλήρωση της σύμβασης . Περί τούτων κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ο μάρτυρας απόδειξης _________  _________   (βλ . τα από 14-11-2008 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου). Η τελευταία μετά την άπρακτη πάροδο της ως άνω προθεσμίας υπαναχώρησε , με την υπό κρίση αγωγή , από την επίδικη σύμβαση ζητώντας να της επιδικασθεί και (εύλογη) αποζημίωση για τη ζημία της από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (διαφέρον εκπλήρωσης). Συγκεκριμένα τα διακόσια (200) αντικλεπτικά συστήματα που αγοράσθηκαν από τους εναγόμενους , εξαιτίας της αναβάθμισης και βελτίωσης του προϊόντος εκ μέρους της ενάγουσας , δεν ήταν πλέον εφικτό να πωληθούν από αυτήν (ενάγουσα) μετά την 1η– 2-2008 , με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ζημία από τη μη διάθεσή τους στην αγορά , η οποία (ζημία) αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ , δεδομένου ότι η τιμή πώλησης θα μπορούσε να ανέλθει στο ποσό των ενενήντα πέντε (95) ευρώ για κάθε ένα από αυτά (αντικλεπτικά συστήματα) και κατά συνέπεια το καθαρό της κέρδος από την πώληση ενός εκάστου εξ αυτών στο ποσό των εξήντα (60) ευρώ (ΟλΑΠ 22/1995 ΕλλΔνη 36. 1538), λαμβανομένου υπόψη πως το κόστος κατασκευής καθενός από αυτά ανερχόταν στα τριάντα πέντε (35) ευρώ (200 αντικλεπτικά συστήματα X 60 ευρώ καθαρό κέρδος από την πώληση εκάστου = 12.000 ευρώ). Το εν λόγω χρηματικό ποσό πρέπει να μειωθεί στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα κριτήρια του πταίσματος των εναγομένων , του βαθμού αυτού (δόλος) και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων (βλ . Β. Βαθρακοκοίλη , ΕΡΝΟΜΑΚ , Τόμος Β’, εκδ. 2003, άρθρο 387, αρ. 1, σ. 379-380). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ ουσίαν βάσιμη κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα . Όσον αφορά στο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει πως η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλεσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα . Γι’ αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο . Πρέπει επίσης να απαγγελθεί σε βάρος καθενός από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων , ενόψει της εμπορικότητας της διαφοράς και της εμπορικής ιδιότητας των τελευταίων, αφού αυτοί μετέρχονται εμπορικές πράξεις (αγορα προς μεταπώληση) και έχουν ως κύριο επάγγελμα την εμπορία , προσωπική κράτηση , διάρκειας τριών (3) μηνών , ως μέσο αναγκαστικής εκτε σης της παρούσας απόφασης μετά την τελεσιδικία της (ΟλΑΠ 23/2005 ΕλλΔνη 46. 718, ΑΠ 1722/2001 ΕΕΝ 2003. 136, βλ . Β. Βαθρακοκοιλη , ΚΠολΔ , Συμπληρωματικός Τόμος , εκδ. 2006, άρθρο 1047, αρ. 5, σ. 1088) Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας , κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος , πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων που δικάσθηκαν ερήμην κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρα 178, 184, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει , τέλος , να ορισθει το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης κατά της παρούσας απόφασης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των εναγόμενων που δικάσθηκαν ερήμην (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των εναγομένων.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσιων πενήντα (250) ευρώ .

Δέχεται εν μέρει την αγωγή .

Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν , εις ολοκληρο έκαστος , στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση .

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή .

Απαγγέλλει σε βάρος καθενός από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων προσωπική κράτηση , διάρκειας τριών (3) μηνών , ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης μετά την τελεσιδικία της.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας , το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ .

Κρίθηκε , αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 10-1-2011, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και η πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία