fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 1022/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:   Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματεως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος:       ________   ________  του ________  , κατοίκου Πολιτείας Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου:       ________  ________  , συζύγου ________  , κατοίκου περιοχής ________  , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5264/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2096/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουάριου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς  και τη υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1, ότι αν ο διάόικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 5) στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ. ΑΠ. 1/2008,      2/2006, 4/1994). Όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, τότε πρέπει να επιδίδεται και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κλήση προς συζήτηση από τον αναιρεσίβλητο προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, ώστε να παρέχεται δυνατότητα γνώσης από τον τελευταίο του αντικειμένου της δίκης και διαμόρφωσης της βούλησής του αν θα παραστεί στη δίκη αυτή (βλ. ΑΠ. 770/2006, 1278/2006, 693/201 0). Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2096/2007- αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επισπεύδεται από την νομίμως παριστάμενη αναιρεσίβλητη, με επιμέλεια της οποίας επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αντίγραφο της από 2-7-2009 κλήσης εκείνου με πράξη ορισμού της πιο πάνω δικασίμου (βλ. 7116Β/15-10-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Νικολόπουλου), όχι όμως και αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί για την δικάσιμο της 23-3- 2009, οπότε και ματαιώθηκε. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα προς τον υπογράφοντα. την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο Σπ. Σούρλα, ούτε επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης προς τον αναιρεσείοντα, δεν έχει συντελεσθεί, με μόνη την επίδοση προς αυτόν της κλήσης προς συζήτηση της υποθέσεως, νόμιμη κλήτευσή του και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-2-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 2096/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ