fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ  ΜΕΤΡΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ:8219/2016

ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ : 1987/329/11-1-2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ελένη Κεχαγιά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, όπως αυτή ορίσθηκε από τον Προϊστάμενο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν κλήρωσης.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Οκτωβρίου 2016, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέως, για να δικάσει την αίτηση:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1. _______  _______   του _______  , ΑΦΜ _______  , 2. _______  _______   του _______  , 3. _______   _______   του ______, κατοίκων απάντων Ιεράπετρας Κρήτης, περιοχή _______  , που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Κανακάκη (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 34956), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΙΑ _______ Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα, οδός _______  , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου- Δημητρίου Φραγκίσκου (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 32472), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.

Οι αιτούντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 11-1-2016 αίτηση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 1987/329/11-1-2016 και προσδιορίστηκε για την 15η-2- 2016 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι σε βάρος της καθ’ ης έχουν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 2922/2015 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν στην αίτηση και ειδικότερα ότι δυνάμει συμβάσεων τοκοχρεωλυτικών δανείων, που καταρτίστηκαν την 14η-6-2007 μεταξύ της πρώτης των αιτούντων ως δανειολήπτριας, της δεύτερης και του τρίτου ως εγγυητών, και της καθ’ ης, η πρώτη των αιτούντων έλαβε από την τελευταία δύο στεγαστικά δάνεια. Το πρώτο για την εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού δανείου, ποσού 87.575 ελβετικών φράγκων και το δεύτερο για αποπεράτωση – βελτίωση κατοικίας, ποσού 32.425 ελβετικών φράγκων, έκαστο των οποίων έπρεπε να αποπληρωθεί σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με βάση την ισοτιμία μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ κατά το χρόνο πληρωμής της κάθε δόσης. Ότι έκτοτε, εξαιτίας της μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ και συγκεκριμένα της σημαντικής ανατίμησης του πρώτου έναντι του δεύτερου, το ποσό των μηνιαίων δόσεων του δανείου σε ευρώ έχει υπέρμετρα αυξηθεί, όπως αντίστοιχα και το οφειλόμενο ποσό σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου. Ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ως ανυπόστατη κατ’ άρθρο 806 ΑΚ, καθόσον η καθ’ ης ουδόλως χορήγησε στην πρώτη ως δάνεισμα το ποσό των 120.000 ελβετικών φράγκων, ουδέποτε έλαβε χώρα μεταβίβαση του εν λόγω ποσού και συνεπώς δεν υφίσταται δανειακή σύμβαση για το ποσό αυτό και ότι η καθ’ ης λογιστικά μόνο δημιούργησε μια εικονική εκταμίευση των δήθεν δανείων χορηγηθέντων σε ελβετικά φράγκα, άλλως η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη λόγω αοριστίας της παροχής κατ’ άρθρο 372ΑΚ, διότι ο προσδιορισμός της οφειλής τους με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία που προκύπτει από την διατραπεζική αγορά συναλλάγματος και την τιμή πώλησης από την αντίδικο συναλλάγματος συνιστά διαμόρφωση της παροχής κατ’ απόλυτη κρίση της καθ’ ης, δεσμεύοντας υπερμέτρως την ελευθερία τους, άλλως ότι η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη λόγω καταχρηστικότητας των όρων της κατά παράβαση των άρθρων του ν. 2251/1994, άλλως ότι η ένδικη σύμβαση είναι αισχροκερδής κατά τις διατάξεις των άρθρων 178,179 ΑΚ, άλλως καταχρηστική λόγω της απειρίας τους ως προς τις οικονομικές και τραπεζικές συναλλαγές, καθώς η ανωτέρω επενδυτική σύμβαση δανείου σε συνάλλαγμα δεν έλαβε χώρα κατόπιν ενημέρωσης και διαπραγμάτευσης από ειδικό υπαλληλικό προσωπικό και οι ίδιοι δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, άλλως η επίδικη δανειακή σύμβαση είναι ακυρώσιμη λόγω πλάνης ως προς το είδος της σύμβασης που θα συνήπταν και τον συναλλαγματικό κίνδυνο που θα αναλάμβαναν, άλλως ότι η επίδικη σύμβαση θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (συναλλαγματική ισοτιμία) σε βάρος τους. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, όπως αναπτύσσεται στην αίτηση, οι αιτούντες ζητούν να ρυθμιστεί προσωρινά η κατάσταση και συγκεκριμένα να αναπροσαρμοστούν οι μηνιαίες δόσεις του δανείου με βάση την ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατά το χρόνο της εκταμίευσης του δανείου, ήτοι 1/1,6553, να υποχρεωθεί η καθ’ ης να μην προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων και να καταδικασθεί στη δικαστική τους δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο η αίτηση παραδεκτούς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (25, 683 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (682 επ. ΚΠολΔ), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 731, 732 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αιτούντων και της καθ’ ης κατέθεσαν τα ΠΟ254631 Α2-10-2016 και Π0258098/12-10-2016 2016 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων, αντίστοιχα, κατ’ άρθρο 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013.

Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων _______  _______   και _______  _______  , και τα έγγραφα που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το σημείωμα και τα έγγραφα, που επικαλείται η καθ’ ης, διότι κατατέθηκαν εκπρόθεσμα την 17η-10-2016, ήτοι μετά την ορισθείσα προθεσμία της 14ης-10-2016, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των ______ και των ________ συμβάσεων στεγαστικών τοκοχρεωλυτικών δανείων με ρήτρα συναλλάγματος ελβετικού φράγκου, που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, εκ των οποίων η πρώτη σύμβαση με σκοπό την εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού δανείου και η δεύτερη με σκοπό την αποπεράτωση-βελτίωση κατοικίας, η καθ’ ης τραπεζική εταιρία προέβη σε δανεισμό προς την πρώτη αιτούσα, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν η δεύτερη και ο τρίτος, του ποσού των 87.575 ελβετικών φράγκων και 32.425 ελβετικών φράγκων, αντίστοιχα. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της καθ’ ης οι αιτούντες έχουν παραχωρήσει υπέρ της δανείστριας καθ’ ης δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο για το οποίο χορηγήθηκε το δάνειο βελτίωσης, ήτοι σε ένα διαμέρισμα με στοιχεία Α1 του Α’ ορόφου, που βρίσκεται επί της οδού _______   στο Χαϊδάρι Αττικής. Το προϊόν του δανείου εκταμιεύθηκε την 29η.6.2007, με βάση την τιμή αγοράς του ελβετικού φράγκου από την καθ’ ης κατά την ημερομηνία εκταμίευσης, ανερχόμενη σε 1/1,6553. Σύμφωνα, δε, με τους ειδικούς όρους της παραπάνω σύμβασης το συνομολογούμενο δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, υπολογιζόμενες σε ελβετικά φράγκα, με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια και θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο ίσο με το επιτόκιο LIBOR (London Interbank Offered Rate) ελβετικού φράγκου, διάρκειας ενός μηνός (επιτόκιο αναφοράς), στρογγυλοποιημένο στα τέσσερα δεκαδικά ψηφία, όπως αυτό καθορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης. Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από την εκταμίευση του δανείου μέχρι τη λήξη του μήνα αυτού, συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα ισούται με το LIBOR που θα ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα εκταμίευσης προσαυξημένο κατά 0,90% ποσοστιαίες μονάδες και μετά τη λήξη της περιόδου αυτής και για κάθε μήνα το επιτόκιο θα αναπροσαρμόζεται και θα ισούται με το εκάστοτε LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη εκάστου προηγουμένου μήνα προσαυξημένο κατά 0,90 ποσοστιαίες μονάδες. Πιθανολογήθηκε, ότι η επιλογή της πρώτης αιτούσας να δανεισθεί σε ελβετικό νόμισμα έγινε κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από τη δανείστρια καθ’ ης τραπεζική εταιρία, διότι το συγκεκριμένο επιτόκιο ήταν σημαντικά χαμηλότερο αυτό του δανεισμού σε ευρώ, λόγω της ευνοϊκής ισοτιμίας, με αποτέλεσμα η μηνιαία καταβλητέα δόση του δανείου να είναι μικρότερη. Επιπροσθέτους, πιθανολογήθηκε ότι σταδιακά η ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ άρχισε να αλλάζει σε βάρος του ευρώ και συγκεκριμένα η ισοτιμία (EURO/CHF), με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου, κατά την εκταμίευση ήταν 1,616500 (δηλαδή 1 ευρώ ισούτο με 1,6553 ελβετικά φράγκα), με συνέπεια η μηνιαία δόση του επίμαχου στεγαστικού δανείου να αυξάνεται. Ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση του δανεισθέντος ποσού των ελβετικών φράγκων, όπως απαιτείται με βάση τον παραδοτικό (re καταρτιζόμενο) χαρακτήρα της δανειακής σύμβασης, καθώς και ότι κάθε οφειλή τους προέκυψε μόνο λογιστικά, ώστε η σύμβαση δανείου να είναι ανυπόστατη και να μην θεμελιώνεται καμία αξίωση της καθ’ης σε βάρος τους για την επιστροφή του δανεισθέντος ποσού, δεν πιθανολογήθηκε ως βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσό αυτό του δανείου διοχετεύθηκε για την αγορά διαμερίσματος, που ήταν και ο σκοπός για τον οποίο λήφθηκε. Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό, για την κατάρτιση του δανείου, δεν απαιτείται οπωσδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων, που Αποτελούν το αντικείμενο του δανείου, όπως ρητά αναφέρει η ΑΚ 806, αλλά αρκεί το δάνεισμα να περιέρχεται από την περιουσία του δανειοδότη, στην περιουσία του δανειολήπτη. Το οικονομικό αυτό αποτέλεσμα επέρχεται π.χ. με συμφωνία των μερών, ότι το οφειλόμενο χρέος από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής, λόγω δανείου, με επιταγή, γραμμάτιο εις διαταγήν ή συναλλαγματική, που εκδίδεται ή οπισθογραφείται υπέρ του δανειολήπτη, με εκχώρηση απαίτησης, με πράξη γύρου (πίστωση τραπεζικού λογαριασμού του λήπτη) κ.α. (βλ. ΠΠΑ 3789/2015 ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος τόμος I (2004), σελ. 577, βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, τόμος Γ, ημιτόμος Γ, σελ. 354) και συνεπώς δεν απαιτείται οπωσδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων που αποτελούν αντικείμενο του δανείου, όπως ρητά αναφέρει η ΑΚ 806, αλλά αρκεί ότι το δάνεισμα περιέρχεται από την περιουσία του δανειοδότη, στην περιουσία του δανειολήπτη. Ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι ουδέποτε (ενημερώθηκαν για τους κινδύνους και τις ιδιαιτερότητες του εν λόγω δανεισμού σε ελβετικό φράγκο και πιο συγκεκριμένα για τους κινδύνους από τη μεταβολή της ισοτιμίας, δεν πιθανολογείται ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, διότι αντίθετα, από την κατάθεση της μάρτυρος της καθ’ ης πιθανολογείται ότι προηγήθηκε της υπογραφής της ένδικης σύμβασης τροποποίησης ενημέρωση των αιτούντων από τον αρμόδιο υπάλληλο, για τη λειτουργία της (σύμβασης) μετά τη μετατροπή του νομίσματος του δανείου, την οποία άλλωστε ο υπάλληλος δεν είχε λόγο να αποκρύψει από τους αιτούντες, στους οποίους δόθηκε σχετικός ενδεικτικός πίνακας με την πιθανή διακύμανση των δόσεων με βάση την αλλαγή της ισοτιμίας, ούτε η Τράπεζα είχε συμφέρον να προωθήσει το συγκεκριμένο δάνειο έναντι άλλων. Άλλωστε, η πρώτη αιτούσα ήταν ήδη δανειολήπτρια και συνεπώς, είχε τουλάχιστον στοιχειώδη γνώση της διαδικασίας δανειοδότησης, αναζήτησε μάλιστα τρόπο να βελτιώσει τους όρους της παλαιότερης δανειοδότησης λαμβάνοντας νέο δάνειο, με τη συμφέρουσα τότε ισοτιμία και το επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, προς εξόφληση του παλαιού είναι δε και εργαζόμενη, διατηρώντας κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στην Ιεράπετρα Κρήτης, διαθέτοντας εκ του λόγου αυτού ικανή συναλλακτική εμπειρία και γνώση βασικών οικονομικών εννοιών, την οποία δεν προέκυψε ότι στερούνται οι δεύτεροι και τρίτος που υπέγραψαν ως εγγυητές. Επομένως τα όσα ισχυρίζονται οι αιτούντες για ακυρότητα της σύμβασης ως αισχροκερδούς λόγω της απειρίας της πρώτης, υπέρ της οποίας εγγυήθηκαν, περί τις συναλλαγές και της εκμετάλλευσής της από την καθ’ ης ουδόλως πιθανολογήθηκαν. Με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν πιθανολογείται ότι είναι καταχρηστικός ο όρος της σύμβασης περί εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη από το δάνειο σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, αφού δεν πιθανολογείται ότι αποκλίνει από ουσιώδεις βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη (βλ. ΜΠΑ 5374/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ με παραπομπή σε ΑΠ 561/2014 ΝοΒ 2014.1900). Σημειώνεται ότι τα δάνεια σε συνάλλαγμα δεν είναι ασυνήθη και επιτρέπονται στις τραπεζικές συναλλαγές (Πράξη Διοικητή Τράπεζας της Ελλάδος αριθ. 2325/1994)- ΜΠΑ 5374/2015 ό.π., ενώ οι πράξεις που περιορίζονται στη μετατροπή, βάσει της τιμής αγοράς ή πωλήσεως του σχετικού ξένου νομίσματος, των ποσών του δανείου και των μηνιαίων δόσεων που έχουν συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα (λογιστικό νόμισμα) στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής), [όπως η ένδικη περίπτωση] χρησιμεύουν απλώς και μόνον ως λεπτομέρειες εκτέλεσης των ουσιωδών υποχρεώσεων της σύμβασης δανείου, ήτοι της διάθεσης του κεφαλαίου από το δανειστή και της αποπληρωμής του εν λόγω κεφαλαίου εντόκως από τον δανειολήπτη και α. δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης, εφόσον ο καταναλωτής αποσκοπεί μόνον στη λήψη των κεφαλαίων ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχής υπηρεσίας και όχι, παραδείγματος χάρη, στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος, β. δεν αφορούν στη διαπραγμάτευση ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών, αλλ’ αντιθέτως, δεν έχουν άλλο αντικείμενο από το να καθιστούν δυνατή τη χορήγηση και την αποπληρωμή του δανείου, και γ. δεν συνιστούν χρηματοπιστωτικό μέσο διαφορετικό από την πράξη, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής (προθεσμιακό χρηματοπιστωτικό μέσο), αλλά μόνον λεπτομέρεια αναπόσπαστα συνδεόμενη με την εκτέλεσή της και, συνεπώς, δεν πρόκειται για προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου. Συνακόλουθα, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις σε θέματα αξιολογήσεως ή καταλληλότητας της προς παροχή υπηρεσίας, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39, που μεταξύ άλλων ορίζει ότι, όταν η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορεί να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του (βλ. σχ. Απόφαση ΔΕΕ της 3ης-12- 2015 στην υπόθεση _______  κατά ______ και _______). Επίσης το ίδιο ισχύει για τους ισχυρισμούς τους ότι πλανήθηκαν ως προς το είδος της σύμβασης και ως προς το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν, καθώς και για τους ισχυρισμούς περί εξαπάτησης τους καθώς και της καταχρηστικότητας της συμπεριφοράς της καθ’ ης. Ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι η ένδικη σύμβαση πάσχει ακυρότητας λόγω αοριστίας της παροχής, διότι ο προσδιορισμός της οφειλής τους με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία που προκύπτει από την διατραπεζική αγορά συναλλάγματος και την τιμή πώλησης από την αντίδικο συναλλάγματος συνιστά διαμόρφωση της παροχής κατ’ απόλυτη κρίση της καθής, (372 ΑΚ) δεσμεύοντας υπερμέτρως την ελευθερία τους, δεν πιθανολογήθηκε ως βάσιμος. Ειδικότερα, η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων, καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά και διαμορφώνεται ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα. Πρόκειται επομένως για παράγοντα τρίτο σε σχέση με τους εν προκειμένω συμβαλλομένους, η συμμετοχή του οποίου στην άρση αοριστίας της παροχής αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 372ΑΚ (βλ. ΠΠΘεσ 14236/2015 αδημ.). Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το σύνολο των όρων και ιδίως οι όροι 6,7,8 και 9 των επίδικων συμβάσεων και οι με αριθμό 2 και 3 όροι των προσαρτημάτων για το δάνειο συναλλάγματος κυμαινόμενου επιτοκίου δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης είναι καταχρηστικοί και διαταράσσουν την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος τους, ενώ επιπλέον εμφανίζουν ασάφεια και αοριστία, αφού επιτρέπουν στην καθ’ης να προσδιορίζει μονομερώς το ύψος της εκάστοτε δόσης του δανείου ή του εκάστοτε καταλοίπου του δανείου με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία που η ίδια διαμορφώνει, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, εν προκειμένω στις ίδιες, τα κριτήρια ειδικά και εύλογα με βάση τα οποία προκύπτει η αναφερόμενη συναλλαγματική ισοτιμία και άρα η οφειλή τους, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών τους ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως. Με τους προαναφερόμενους όρους προβλέφθηκε συμβατικά ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται με το ισότιμο ποσό σε ευρώ to οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Με τους όρους αυτούς διευκρινίζεται ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνεται με το σε ευρώ ισάξιο (αντίτιμο) του συναλλάγματος ελβετικών φράγκων, υπολογιζόμενο κατά τα προεκτεθέντα. Ωστόσο η ένδικη σύμβαση υπό τους ανωτέρω όρους, η οποία (σύμβαση) δεν αποτελεί επενδυτικό προϊόν, αφού πρόκειται για μία συνήθη στις τραπεζικές συναλλαγές σύμβαση, έγκειται, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, στα πλαίσια της ελευθερίας σύναψης συμβάσεων, χωρίς οι ανωτέρω όροι να υπερβαίνουν και μάλιστα σημαντικά τα όρια που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ και την παρ, 2 του άρθρου 6 του Ν. 2251/1994 αφού καταχρηστικοί είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων, επιφυλάσσουν στον προμηθευτή δικαιώματα που επιφέρουν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων από τη ρύθμιση του γενικού όρου, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού, επαφίεται στην κρίση του καταναλωτή – δανειολήπτη (αιτουσών) εάν θα συνάψει δάνειο σε ξένο νόμισμα, λαμβανομένων υπόψη του χαμηλού επιτοκίου αυτού, της ευνοϊκής υπέρ του ευρώ ισοτιμίας κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και της πιθανότητας μεταβολής της ισοτιμίας. Περαιτέρω, οι ανωτέρω όροι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αόριστοι και αδιαφανείς, καθόσον από τη γραμματική τους διατύπωση, η οποία είναι απολύτως σαφής και ξεκάθαρη, μη επιδεχόμενη διαφορετικής ερμηνείας, και ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό στο μέσο συναλλασσόμενο, ακόμη και στον αδαή περί τις τραπεζικές συναλλαγές, ότι η ισοτιμία των νομισμάτων συνεχώς μεταβάλλεται, ακόμη και με μεγάλη, κατά καιρούς, διακύμανση, προκύπτει ότι με την απλή ανάγνωσή τους από τους αιτούντες θα μπορούσαν να κατανοήσουν επαρκώς, ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο κατά το ισότιμο σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης όπως και πράγματι συνέβαινε για τόσα έτη, ενώ η ευνοϊκή, υπέρ του ευρώ ισοτιμία του με το ελβετικό φράγκο, κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης μετατροπής, αποτέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και το βασικό κίνητρο βάσει του οποίου οι αιτούντες προχώρησαν στη σύναψή της, αλλά και το αντιστάθμισμα του κινδύνου διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εξάλλου ο προσδιορισμός της μηνιαίας δόσης δεν καθίσταται αόριστος, ώστε να προσάψει στους όρους αυτούς καταχρηστικό χαρακτήρα, αφού προσδιορίζεται επαρκώς και η ακριβής καταγραφή του είναι θέμα απλού μαθηματικού υπολογισμού δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά και διαμορφώνεται ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα, ώστε να είναι δυνατό στον καταναλωτή να προϋπολογίσει την οφειλή του και να ενημερώνεται σε ημερήσια βάση για τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας που τον αφορά με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η ευνοϊκή, υπέρ του ευρώ ισοτιμία του με το ελβετικό φράγκο κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης δανειακής σύμβασης, αποτέλεσε, και το βασικό κίνητρο βάσει του οποίου οι αιτούντες προχώρησαν στη σύναψη της, αναλαμβάνοντας το σχετικό κίνδυνο μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας Συνεπώς δεν πρόκειται για μονομερές δικαίωμα υπέρ του προμηθευτή αλλά για οικονομικό πλεονέκτημα που τέθηκε προκειμένου να εξυπηρετεί αμφότερους τους συμβαλλομένους (ΜΠΘεσ 448/2016 ΤΝΠΔΣΑ). Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί ακύρωσης της σύμβασης κατ’ άρθρο 388 ΑΚ είναι μη νόμιμος καθόσον η εν λόγω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων ενώ η σύμβαση δανείου είναι σύμβαση ετεροβαρής. Εξάλλου, στην, επισυναπτόμενη στην αίτηση κύρια αγωγή αορίστως γίνεται επίκληση της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, χωρίς την έκθεση πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματιστεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει την αξία της αντιπαροχής, ήτοι τη διακύμανση και τις μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων κατά τα παρελθόντα έτη που προηγήθηκαν της τροποποίησης της σύμβασης, ώστε να διαπιστωθεί από τη σύγκριση αυτή αν υπάρχει διαφορά και το μέγεθος της και να προσδιορίσει το επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΠΠΠατρ 651/2015, ΜΠΑ 448/2016 αδημ.). Εξάλλου η αδυναμία αποπληρωμής των δόσεων των δανείων που επικαλούνται οι αιτούντες, συναρτώμενη με τη μείωση των εισοδημάτων τους, την οποία επίσης επικαλούνται, ακόμα και αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, βρίσκονται εκτός της σφαίρας ευθύνης της καθ’ ης, η οποία, πάντως, δεν έχει προβεί σε δικαστικές ενέργειες σε βάρος των αιτουσών και του προσημειωμένου από αυτήν ακινήτου σχετικά με το επίδικο δάνειο παρότι η αιτούσα, όπως η ίδια αναφέρει στις προτάσεις της, δεν καταβάλλει τη δόση του δανείου επί δεκατρείς μήνες. Βάσει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και τα δικαστικά έξοδα, λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα και στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με τη

σύμπραξη της γραμματέως την 5 Δεκεμβρίου 2016.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία