fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 331 /2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ζωή Καραχάλιου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και απο τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουάριου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ :  ________ ________  του  ________ , κατοίκου Κερατσινίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : _______ συζ.  ________ ________ , το γένος  ________ , κατοίκου Περάματος, ατομικά και ως έχουσας την προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της  ________  και της ανηλίκου αβάπτιστης θυγατέρας της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Στελιάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν, α) η εφεσίβλητη  ________ ________  την απο 10-2-2010 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1307/ 2010 αγωγή και β) ο εκκαλών  ________ ________  την από 19-2-2010 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1702/ 2010 αγωγή, επί των οποίων (αγωγών) εκδόθηκε η με αριθ. 3123/ 2011/ 2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος – ενάγων και ήδη εκκαλών  ________ ________ , με την από 24-8-2011 και με αριθ. εκθ. καταθ. 878/ 2011 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 24η-5-2012 και κατόπιν αναβολής, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 24-8-2011 (αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 878/ 24-8-2011) έφεση του ηττηθέντος εναγομένου-ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ αριθμ. 3123/ 2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3, 672-676 και 681Β ΚΠολΔ, και η οποία, αφού συνεκδίκασε την από 10-2-2010 αγωγή της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης κατά του εναγόμενου, ήδη εκκαλούντος και την από 19-2-2010 αγωγή του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος κατά της εναγόμενης, ήδη εφεσίβλητης, έκανε εν μέρει δεκτές αυτές, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έλαβε χώρα στις 27-7-2011 (βλ. την από 27-7-2011 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευαγγέλου Μιχελάκη επί του κοινοποιηθέντος στον εκκαλούντα αντιγράφου της εκκαλούμενης απόφασης) και η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 24-8-2011,εντός δηλαδή της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσεται από το νόμο, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου (άρθρα 147, 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1 και 591 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1, 532 και 681 Β του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις διαφορές που αφορούν την επιδίκαση διατροφής και επιμέλεια τέκνων, η αντέφεση μπορεί να ασκηθεί με τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, χωρίς να τηρηθεί καμία άλλη προδικασία (674§1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή αν στρέφεται κατά των κεφαλαίων της εκκαλουμενης απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή των κεφαλαίων που συνέχονται κατ’ ανάγκη με αυτά (ΕφΠατρ 260/91 ΑρχΝ 43, 654). Κεφάλαια, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικία, για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε διάταξη της απόφασης (ΑΠ 132/2004 ΝοΒ 2004.1547, ΑρχΝ 2005.89) ΕφΛαρ. 337/2000 Δικογραφία 2001.11, ΕφΠειρ. 18/1997 ΕλΔνη 40.41, Σ.Σαμουήλ η Έφεση εκδ. Ε παρ. 617).

ΙΙ.Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη με την από 10-2­2010 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 1307/ 11-2-2010) αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), την οποία άσκησε ατομικά, αλλά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της ________ ________ , ηλικίας επτά (7) ετών και της αβάπτιστης θυγατέρας της, ηλικίας εννέα (9) μηνών, ως έχουσα την προσωρινή επιμέλεια αυτών, κατά του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος ζήτησε : 1) να ανατεθεί στην ίδια αποκλειστικά η οριστική άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων, που απέκτησε από το νόμιμο γάμο της με τον εναγόμενο , με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (σύζυγός της και πατέρας των ανηλίκων τέκνων της) : α) να της καταβάλλει ως διατροφή σε χρήμα της ίδιας ατομικά, το ποσό των 1.133 ευρώ μηνιαίως και β) να της καταβάλλει για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της  ________  και του αβάπτιστου θήλεος, των οποίων έχει την προσωρινή επιμέλεια, ως ανάλογη συμμετοχή του στη διατροφή αυτών, το ποσό των 1.433 ευρώ και 1.133 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα, όλα δε τα παραπάνω ποσά εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, από την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφλησή τους, επειδή η ίδια από εύλογη αίτια διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή τους και δεν επαρκούν τα εισοδήματα της για τη διατροφή της, ενώ τα ανήλικα τέκνα τους δεν μπορούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους από τα εισοδήματα της περιουσίας τους, αφού δεν διαθέτουν περιουσία, και λόγω της ηλικίας τους αδυνατούν να εργαστούν, ενώ ο εναγόμενος δύναται ,κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, να καλύψει τις διατροφικές τους ανάγκες.

Ο ενάγων, εναγόμενος στην παραπάνω αγωγή, ήδη εκκαλών, με την από 19-2-2010 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 1702/ 19-2-2010) αγωγή του ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), την οποία άσκησε κατά της εναγομένης, ενάγουσας στην παραπάνω αγωγή (ήδη εφεσίβλητης), ζήτησε να ρυθμιστεί ,κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, το δικαίωμα της προσωπικής του επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του ,που απέκτησε από το νόμιμο γάμο του με την εναγομένη, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση και μετά της οποίας διαμένουν τα ανήλικα τέκνα. Επίσης, ζήτησε να απειληθεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μηνός για κάθε παράβαση των περί επικοινωνίας διατάξεων της εκδοθησομένης απόφαση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, συνεκδίκασε τις προαναφερόμενες αγωγές, οι οποίες είναι νόμιμες, στηριζόμενες η μεν πρώτη από 10-2­2010 αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 340, 341,345, 1389, 1390,1391, 1392, 1485, 1486, 1489 παρ. 2,1493,1496 εδ. 1, 1498, 1510-1513, 1514, 1516 παρ. 2, 1518 ΑΚ, η δε δεύτερη από 19-2-2010 αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 1520 ΑΚ,950 παρ. 2, 947 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ’ ουσίαν, απορρίπτοντας, αναφορικά με την από 10-2-2010 αγωγή, τις προβληθείσες από τον εναγόμενο ενστάσεις διακινδύνευσης της δικής του διατροφής και ελαττωμένης διατροφής , ως ουσιαστικά αβάσιμες. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο εναγόμενος-εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του, κατά το μέρος που η εκκαλούμενη έκανε εν μέρει δεκτή την από 10-2-2010 αγωγή της ενάγουσας- εφεσίβλητης για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, ώστε ακολούθως να απορριφθεί στο σύνολό της η από 10-2-2010 αγωγή .

Η εφεσίβλητη με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, άσκησε αντέφεση παραπονούμενη, κατά το μέρος που η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την από 10-2-2010 αγωγή της και ζητά την εξαφάνιση της απόφασης, ώστε να γίνει καθ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή της. Η κατά τα παραπάνω νομοτύπως ασκηθείσα αντέφεση είναι παραδεκτή κατά το απορριφθέν μέρος της αγωγής, καθόσον αυτή προσβάλλει τα ίδια με την έφεση κεφάλαια της εκκαλουμένης, που είναι οι περί διατροφής διατάξεις της ίδιας και των ανηλίκων τέκνων της, ως προς τις οποίες μεταβιβάσθηκε στο εφετείο η υπόθεση στο σύνολο της, αφού επρόκειτο για προερχόμενες από την ίδια ιστορική και νομική αιτία αξιώσεις (ΕφΘεσ 200/1994 Αρμ 1994 1075), η επιδίκαση των οποίων αποτελούσε και αίτημα της αγωγής. Επομένως, πρέπει αυτή, να ερευνηθεί κατ ουσίαν, συνεκδικαζομένη υποχρεωτικώς με την έφεση, αφού δεν νοείται χωριστή εκδίκαση αυτής, ενόψει της φύσεως της αντεφέσεως, ως ιδιόμορφου ενδίκου μέσου παρεπομένου της εφέσεως, (ΟλΑΠ 180/1979 ΝοΒ 27/1113, ΕφΘεσ 2518/1995 ΕλΔνη 38/1163, ΕφΑΘ 6339/1979 ΝοΒ 28/807).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 και 1493 του ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Το μέτρο δε της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία και την απρόσοδη ακόμη (ΟλΑΠ 9/1991) των συζύγων (άρθρα 1389, 1390). Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η τελευταία, κανόνες των παραπάνω άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ (ΟλΑΠ 9/1991). Η διατροφή, στην περίπτωση αυτή, προκαταβάλλεται σε χρήμα κατά μήνα και προσδιορίζεται λαμβανομένων, επί πλέον, υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης (ΟλΑΠ 2/1994 ΕλΔ/νη 95-352). Όμως, για τη θεμελίωση αυτής της αξίωσης (διατροφής) απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 του ΑΚ, είτε, κατ επέκταση, η διακοπή να προήλθε από την πλευρά του υποχρέου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 1217/2007, ΑΠ 613/1999, ΕφΔωδ. 169/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΟ 83/2007 ΝΟΜΟΣ). Εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης είναι οποιοδήποτε γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει τη διάσπαση της συμβίωσης. Ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει. Η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και σε κοινή υπαιτιότητα (ΑΠ 1031/1993 ΕΕΝ 1994-612, ΕφΔωδ. 169/2007). Το εύλογο ή μη της αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβίωσης κρίνεται κυρίως ενόψει αφ’ ενός του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1386 του ΑΚ αμοιβαίας υποχρεώσεως των συζύγων για συμβίωση “εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος” και αφ’ ετέρου των εισαγομένων, με το άρθρο 1387 του ίδιου κώδικα, αρχών ρυθμίσεως του συζυγικού βίου, ότι “οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου και η ρύθμιση από τους συζύγους του κοινού βίου τους πρέπει να μην εμποδίζει την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει την σφαίρα της προσωπικότητάς του” (ΑΠ 1217/2007, ΑΠ 565/2002 Χρ. ΙΔ 2002-612). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή μόνο όταν η διάσταση επήλθε για λόγους που αποκλειστικά ανάγονται στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου, που επιθυμεί την εξακολούθηση της. Τέτοια, όμως, περίπτωση δεν συντρέχει όταν η διακοπή της συμβιώσεως έγινε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, είτε με την πρόθεση αυτών να λύσουν συναινετικά το γάμο, είτε για άλλη αιτία, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον υπόχρεο, που επιθυμεί την διακοπή, για την οποία υπάρχει πλέον εύλογος αιτία στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, χωρίς τη συνδρομή περίστασης που να επιβάλλει την παύση ή τη μείωση της διατροφής αυτού (βλ. ΑΠ 662/1990 ΑρχΝ 1990­649). Τέλος, ο σύζυγος ο οποίος είναι υπόχρεος σε διατροφή του συζύγου του, οφείλει να καταβάλλει τη διατροφή και αν ακόμη αναγκάσθηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συζύγου του (ΑΠ 1207/2008 Δ 2008-1063). Στην τελευταία περίπτωση, αν το παράπτωμα τούτο συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του δικαιούχου της διατροφής περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης αυτού διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή), μετ’ ένσταση του εναγομένου για την πληρότητα της οποίας απαιτείται αφ’ ενός η παράθεση των παραπτωμάτων του δικαιούχου συζύγου και αφ’ ετέρου αντίστοιχο αίτημα και επί πλέον προσδιορισμός, από τον ενιστάμενο σύζυγο, του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης διατροφής (ΑΠ 1207/2008, Ο.Π., ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1346/1995 ΕΕΝ 1997­426). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων,  ________ ________  και  ________ ________ , που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, πλην της από 21-9-2010 υπεύθυνης δήλωσης της  ________ ________ σε έντυπο του άρθρου 8 του ν. 1599/86, η οποία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δοθέντος ότι αναφέρεται σε περιστατικά που έχουν σχέση με την ένδικη διαφορά και δόθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, (χωρίς να προκύπτει άλλος σκοπός χρήσεως) για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη (ολΑΠ 8/1987 ΕλλΔνη 28.628), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά . Οι διαδικοι τέλεσαν νόμιμό θρησκευτικό γάμο στον Πειραιά στις 24-11-2001 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον  ________ , που γεννήθηκε στις 4-12­2003 και ένα αβάπτιστο ακόμη θήλυ τέκνο, που γεννήθηκε στις 24-4-2009. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν υπήρξε απαρχής αρμονική, εξαιτίας της συμπεριφοράς του εναγομένου συζύγου, η οποία δεν ήταν σύμφωνη με τις γενικώς παραδεκτές σύγχρονες αντιλήψεις περί της έγγαμης συμβίωσης. Εξάλλου στη μη ομαλή συζυγική ζωή των διαδίκων, συνετέλεσε και η διαρκής επέμβαση της μητέρας του εναγομένου την έγγαμη συμβίωσή τους. Έτσι λόγω των ανωτέρω προβλημάτων, στις 20-4-2003 και ενώ διένυε τους πρώτους μήνες κυήσεως για το ανήλικο τέκνο τους  ________ , η ενάγουσα αποχώρησε από τη συζυγική οικία. Έκτοτε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων είχε διασπασθεί, ενώ με την υπ’ αριθμό 4149/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ανατέθηκε προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην ενάγουσα. Στη συνέχεια, στις 11-6-2006 η ενάγουσα με το ανήλικο τέκνο τους  ________ , επέστρεψε εκ νέου στη συζυγική οικία και οι διάδικοι επανασυνδέθηκαν, στην προσπάθειά τους να προσφέρουν στο ανήλικο τέκνο τους μια ήρεμη και φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Όμως και πάλι υπήρξαν προβλήματα και δημιουργήθηκαν εντάσεις και διαπληκτισμοί μεταξύ των διαδίκων, που συνεχίσθηκαν ακόμη και όταν η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης για το δεύτερο τέκνο τους, συχνά δε τέτοιοι διαπληκτισμοί είχαν αντικείμενο τον τρόπο διαπαιδαγώγησης του ανηλίκου τέκνου τους και τον διαφορετικό τρόπο αντίληψης του θέματος από τους διαδίκους, της υιοθέτησης δε εκ μέρους του εναγομένου της άποψης της μητέρας του περί αυστηρής διαπαιδαγώγησης αυτού. Επίσης ο εναγόμενος εξακολουθούσε να αδιαφορεί για τα προβλήματα της οικογένειας, απουσίαζε αδικαιολόγητα από τη συζυγική οικία, περνώντας πολλές ώρες στην οικία της μητέρας του ,παράλληλα συμπεριφερόταν απαξιωτικά, με ψυχρότητα και αδιαφορία προς την ενάγουσα σύζυγό του, ενώ είχε ήδη γεννηθεί και το δεύτερο τέκνο τους και η ενάγουσα είχε ανάγκη από τη βοήθειά του, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο σωματικά και ψυχικά από αυτή. Τον Ιούλιο του έτους 2009 ,η ενάγουσα είχε μεταβεί μαζί με τα ανήλικα τέκνα της στις  ________ Χανίων για θερινές διακοπές, όταν δε επέστρεψε στις 9-9-2009 στη συζυγική οικία ,ο εναγόμενος είχε αλλάξει την κλειδαριά της πόρτας της οικίας και έτσι η ενάγουσα εγκατέλειψε τη συζυγική οικία μαζί με τα ανήλικα τέκνα της. Έκτοτε (9-9-2009) διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα η αλλαγή της κλειδαριάς της συζυγικής οικίας από τον εναγόμενο και η αποπομπή ουσιαστικά της ενάγουσας απ’ αυτή, με σαφήνεια προκύπτουν από την κατάθεση της μαρτυρος της ενάγουσας, που δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου. Επομένως η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου συζύγου, ο οποίος κατα τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, επέδειξε μία συμπεριφορά απαράδεκτη και ανάρμοστη, η οποία δεν συνάδει προς τις νομικές και ηθικές βάσεις του γάμου, διότι είναι αντίθετη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτόν, ως κατ εξοχήν ηθική σχέση. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος σύζυγος, κατά παράβαση των εκ του γάμου απορρεουσών υποχρεώσεων του προς σεβασμό, αγάπη, αφοσίωση, απουσίαζε αδικαιολόγητα από τη συζυγική οικία, επεδείκνυε αδιαφορία προς την σύζυγό του, η δε συμπεριφορά του απέναντι της ήταν απαξιωτική και προσβλητική. Η ίδια η ενάγουσα δεν συντέλεσε σ’ αυτή τη διακοπή με υπαίτιο παράπτωμα της, που να συνιστά λόγο διαζυγίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Επομένως ,η ενάγουσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο από εύλογη αιτία και για το λόγο αυτό δικαιούται κατ’ αρχήν πλήρους διατροφής σε χρήμα, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, λαμβανομένων υπόψη και των διαφοροποιήσεων που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωσή της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων ως συζύγων V ‘ και το συσχετισμό των οφειλόμενων εκατέρωθεν συμβολών ,προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας (ΑΠολ 2/1994 ΕλλΝη 35.352, ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 37.97). Οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί αδιαφορίας και ψυχρότητας εκ μέρους της ενάγουσας και απαράδεκτης συμπεριφοράς της ,που προκάλεσαν την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, δεν αποδείχθηκαν. Όλα τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο με τις κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις του και τους λόγους της κρινόμενης έφεσης πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν κατά την κρίση του παραπτώματα της ενάγουσας συζύγου του, και θεμελιώνουν λόγο διαζυγίου, όπως οι έριδες που προκλήθηκαν σχετικά με την επικοινωνία του εναγομένου με το ανήλικο τέκνο του  ________  ή οι μηνύσεις που υποβλήθηκαν εκ μέρους του κατά της ενάγουσας και μελών της οικογένειάς της για σωματικές βλάβες που του προκάλεσαν, αναφέρονται στο χρονικό διάστημα προ της επανασύνδεσης των διαδίκων, δηλαδή από 20-4-2003 έως 11-6-2006 και δεν ασκούν επομένως έννομη επιρροή. Συνεπώς, η παραδεκτώς και ορισμένως υποβληθείσα από τον εναγόμενο εν μέρει καταλυτική ένσταση της ελαττωμένης διατροφής της ενάγουσας (βλ. Βασ. Βαθρακοκοίλη σε ΕΡΝΟΜΑΚ υπό το άρθρο 1495 ,σελ. 806), είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου την από 25-9-2009 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επί της οποίας, κατόπιν συνεκδικάσεως με την προφορικώς ασκηθείσα ανταίτηση του καθ’ ου, ήδη εναγόμενου, περί ρυθμίσεως του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 383/2010 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία, εκτός άλλων, ανέθεσε προσωρινά στην ενάγουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, επιδίκασε προσωρινή μηνιαία διατροφή ποσού 700 ευρώ για την ίδια ατομικά και ποσού 600 ευρώ και 400 ευρώ αντίστοιχα για καθένα από τα ανήλικα τέκνα τους, ρύθμισε δε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου με τα ανήλικα τέκνα του. Επομένως, νόμιμα εκπροσωπούνται από την ενάγουσα τα ανήλικα τέκνα της στην παρούσα δίκη διατροφής (άρθρ. 1516 Α.Κ).Ήδη η ενάγουσα έχει ασκήσει κατά του εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 22-3-2010 (αριθμ. κατ. 3168/2010) αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρού κλονισμού της εγγάμου σχέσεως, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, διέμειναν με την ενάγουσα μητέρα τους, με την οποία και εξακολουθούν να κατοικούν, έχοντας αναπτύξει μαζί της ισχυρό ψυχικό δεσμό, χρήζουν δε αυτά της άμεσης φροντίδας και περιποιήσεως της. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε και όπως συνομολογεί και ο εναγόμενος, ο οποίος δεν αξίωσε, αλλά αντίθετα συναίνεσε να αναλάβει η μητέρα τους την επιμέλεια των ανηλίκων, η ενάγουσα παρέχει τα εχέγγυα για την σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τους σε ένα ομαλό και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω, όπως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν αμφισβητείται με λόγο έφεσης, το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων επιβάλλει η αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου τους να ανατεθεί οριστικά στην ενάγουσα, ως την πλέον κατάλληλη να αναλάβει τη φροντίδα τους, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι με τον τρόπο αυτό, καλύπτεται η αδήριτη ανάγκη των εν λόγω τέκνων, ενόψει και της μικρής ηλικίας τους, για μητρική στοργή και στήριξη, ενώ διασφαλίζεται το ενδιαφέρον και η ενεργός συμμετοχή του εναγομένου- πατέρα τους στη διαδικασία της ανατροφής τους, δεδομένου ότι αυτός διατηρεί την άσκηση των λοιπών λειτουργιών της γονικής μέριμνας αυτών (των τέκνων) από κοινού με την ενάγουσα-μητέρα τους. Ο εναγόμενος- πατέρας θα επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα του κατά τον οριζόμενο στην εκκαλούμενη απόφαση τρόπο και όρους, όπως δεν αμφισβητείται με την κρινόμενη έφεση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 1625/2000) ήταν 38 ετών (έτος γεν. 1972), είναι αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού με το βαθμό του Α’ καπετάνιου. Εκ της ως άνω ασκούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας του, οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανέρχονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά μέσο όρο στο ποσό των 4.000 ευρώ (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2008, την από 26-3-2010 βεβαίωση αποδοχών της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία  ________ , καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2010). Ο τελευταίος είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 82 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή  ________ , το οποίο αποτελούσε τη συζυγική οικία, ενός ακινήτου στην περιοχή της Πεντέλης και ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής  ________ , το έτος κυκλοφορίας του οποίου δεν προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας, επειδή δε διαμένει σε ιδιόκτητη οικία δεν επιβαρύνεται με καταβολή ενοικίου. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, δεν βαρύνεται δε με την κατά νόμο διατροφή άλλου προσώπου ,πλην της εν διαστάσει συζύγου και των ανηλίκων τέκνων του, ενώ έχει να αντιμετωπίσει τις δαπάνες διατροφής, ένδυσης και ψυχαγωγίας του. Ακόμη, ο εναγόμενος καταβάλει ετησίως το ποσό των 1.390,32 ευρώ ετησίως για ιδιωτική ασφάλιση ζωής του (βλ. την από 2-2­2010 βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας « ________ »), το ποσό των 108,58 ετησίως για ιδιωτική ασφάλιση ζωής του ανηλίκου  ________  (βλ. την από 2-2-2010 βεβαίωση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας) και το ποσό των 649,13 ευρώ ετησίως για ιδιωτική ασφάλιση ζωής του ανηλίκου αβάπτιστου τέκνου του (βλ. την από 2-2-2010 βεβαίωση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας). Όμως η σχετική δαπάνη και η ασφάλιση ζωής του εναγομένου και των τέκνων του δεν κρίνεται ότι είναι απολύτως αναγκαία, αφού υφίσταται ασφάλεια από την εργασία του και επομένως τα ως άνω ποσά δεν θα αφαιρεθούν από τα εισοδήματά του (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη στο άρθρ. 1487, σελ. 750), αλλά απλώς συνεκτιμώνται ως επί πλέον βιοτικές ανάγκες του (βλ. Εφ. Λαμ. 98/2009 Α’ Δημ. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Θεσ 1896/1999 Αρμ. 1999-1062). Η ενάγουσα από την άλλη πλευρά, ηλικίας 34 ετών (γεννηθείσα το έτος 1976), από τον Αύγουστο του έτους 2008 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2010 δεν εργαζόταν, αλλά ελάμβανε, όπως η ίδια αναφέρει στην αγωγή, ως επίδομα μητρότητας από τον ΟΑΕΔ το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, ενώ έκτοτε εργάζεται ως πωλήτρια σε σούπερ μάρκετ, λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 1.000 περίπου ευρώ. Από τις αρχές Μαρτίου 2010 έχει μισθώσει διαμέρισμα για να διαμένει με τα τέκνα της στο Πέραμα, καταβάλλοντας μηνιαίως το ποσό των 420 ευρώ μηνιαίως για μίσθωμα (βλ. το προσκομιζόμενο από 1-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, θεωρημένο νόμιμα από τη Δ.Ο.Υ Αιγάλεω). Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ,ούτε βαρύνεται με τη διατροφή κατά νόμο άλλου προσώπου ,πλην των ανηλίκων τέκνων της, ενώ έχει να αντιμετωπίσει τις συνήθεις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας της οικίας στην οποία διαμένει και τις δαπάνες για τη διατροφή, συντήρηση και ψυχαγωγία της. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνάμεις και των δύο συζύγων και τις ανάγκες της ζωής της δικαιούχου ενάγουσας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια της συμβιώσεως με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, καθώς και τις νέες προσωπικές ανάγκες της από τη χωριστή διαβίωση, που είναι συνηθισμένες, το Δικαστήριο κρίνει, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι η ανάλογη μηνιαία διατροφή, την οποία δικαιούται η ενάγουσα από τον εναγόμενο σύζυγό της, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία (ενάγουσα) συμπορεύεται στο δικαίωμα διατροφής με τα ανήλικα τέκνα της (άρθρο 1492 του ΑΚ, βλ. ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 42.682, ΕφΠειρ.951/2004), ανέρχεται σε 500 ευρώ, μηνιαίως, ποσό το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και τη συντήρησή της και αποτελεί την αναλογία που ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και αντίστοιχα θα απολάμβανε εκείνη στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσής τους, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των συνεισφορών των διαδίκων, που δικαιούται ν’ αξιώσει η ενάγουσα μετά τη διακοπή. Το ως άνω ποσό δύναται ο εναγόμενος να καταβάλλει με βάση την ως άνω οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, χωρίς να διακινδυνεύσει η ιδία αυτού διατροφή. Περαιτέρω τα από την ενάγουσα εκπροσωπούμενα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της εγέρσεως της αγωγής (Φεβρουάριος 2010) ηλικίας επτά (7) και 1,5 ετών αντίστοιχα και στερούνται εισοδημάτων και περιουσίας, ενώ λόγω της ηλικίας τους αδυνατούν να εργασθούν. Το πρώτο εκ των ανηλίκων ήταν τότε και στη συνέχεια μαθητής Δημοτικού Σχολείου και φοιτά στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο « ________ », με μηνιαία δίδακτρα 290 ευρώ, ενώ για τη φύλαξη της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων σε παιδικό σταθμό καταβάλλονται δίδακτρα 250 ευρώ μηνιαίως (βλ. την από 24-9-2010 βεβαίωση του παιδικού σταθμού  ________ ). Οι συνήθεις μηνιαίες δαπάνες για το ανήλικα, που αφορούν στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες (τροφή, ένδυση, υπόδηση, ψυχαγωγία), καθώς και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη – , πέραν της καλυπτόμενης από τον ασφαλιστικό φορέα του εναγομένου, – (βλ. ενδεικτικά τις υπ’ αριθμ. 1995/10-5-2010, 2098/23-6-2010, 2231/22-9-2010 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της παιδιάτρου  ________ ________ ), όπως αυτές (ανάγκες) προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων τους, ενόψει και της μεταβολής των συνθηκών σχετικά με τις ανάγκες αυτών ,καθώς και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν τα ανήλικα τέκνα τους (βλ. την από 17-6-2010 ιατρική γνωμάτευση της παιδιάτρου  ________ ________ για το αβάπτιστο θήλυ τέκνο τους ,την από 31-5-2006 έκθεση νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά « ________ » και την από 27-7­2006 ιατρική βεβαίωση της παιδιάτρου  ________ ________ για τον ανήλικο  ________  ), ανέρχονται στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως για τον ανήλικο  ________  και στο ποσό των 500 ευρώ για το ανήλικο εκ μέρους του εναγομένου θήλυ αβάπτιστο τέκνο τους. Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και η παροχή της προσωπικής εργασίας και φροντίδας της ενάγουσας για την ανατροφή των ανηλίκων, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα (ΑΠ 397/1993, ΕφΑΘ 10762/1997 ΕλλΔνη 1998-1354), όπως επίσης και η δαπάνη ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης, θέρμανσης, καθώς και η παροχή στέγης. Για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους διαδίκους πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητάς τους στο σύνολο των εισοδημάτων που προαναφέρθηκαν. Ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν εκατέρωθεν, πρέπει να γίνει αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, καθόσον με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες των δικαιούχων ανηλίκων τέκνων, αλλά μόνο το μέρος το οποίο κατά την άποψη της ενάγουσας πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο πατέρα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού (εναγομένου) και τις δικές της (βλ. ΕφΔωδ 382/2009 Α’ Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ. 68/2005 Αρμ. 2006.1074, ΕφΘεσ. 1101/2002 Αρμ. 2003,38), η υποβληθείσα δε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που επαναφέρεται με λόγο έφεσης ένσταση συνεισφοράς και της μητέρας των ανηλίκων που αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό (Εφ.Θεσ 2944/ 2004 Αρμ. 2005, 886) αλυσιτελως προβάλλεται. Με τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή των ανηλίκων τέκνων του, που προσδιορίζεται με τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για τον ανήλικο  ________  και το ποσό των 320 ευρώ για το ανήλικο αβάπτιστο θήλυ τέκνο, για το επίδικο χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, ήτοι αρχής γενομένης από 12-2-2010 (βλ. την υπ’ αριθμ. 7546/ 12-2-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου Μπουτεράκου). Τα ως άνω ποσά είναι σε θέση να καταβάλλει ο εναγόμενος, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση σε συσχετισμό με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας, χωρίς να διακινδυνεύσει η διατροφή του και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου ότι η διατροφή των ως άνω ανηλίκων μπορεί να ικανοποιηθεί σε μεγαλύτερο ποσοστό από τη μητέρα τους (άρθρ. 1491 ΑΚ), κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ,αφού προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της εν λόγω ένστασης αποτελεί η αδυναμία του εναγομένου να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, λόγω διακινδύνευσης της δικής του διατροφής. Το υπόλοιπο μέρος της δικαιούμενης διατροφής των ανηλίκων οφείλει να το επιβαρυνθεί η μητέρα τους, η οποία έχει την οικονομική δυνατότητα να το προσφέρει με το ως άνω εισόδημά της και με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την φροντίδα και περιποίηση των ανηλίκων.

Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, έπρεπε η από 10-2-2010 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 1307/11-2-2010) αγωγή της ενάγουσας ,ήδη εφεσίβλητης – αντεκκαλούσας να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναφορικά με τα κεφάλαια της οφειλόμενης διατροφής στην ίδια την ενάγουσα και στα ανήλικα τέκνα της, κατά τα οποία και μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο η υπόθεση, λόγω της ασκηθείσας έφεσης και αντέφεσης, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλλει στην ενάγουσα μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα διατροφή ποσού 500 ευρώ για την ίδια ατομικά και ποσού 500 ευρώ και 320 ευρώ αντίστοιχα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, όλα δε τα παραπάνω ποσά για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ,ήτοι από 12-2­2010 ,με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφλησή τους

ΙV. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε μεν ότι η ενάγουσα από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωση, αλλά επιδίκασε: α) σ’ αυτήν ατομικά μηνιαία διατροφή, ύψους 600 ευρώ, αντί να της επιδικάσει μηνιαία διατροφή ύψους 500 ευρώ, β) επιδίκασε ως μηνιαία διατροφή για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων ________ το ποσό των 550 ευρώ, αντί να επιδικάσει το ποσό των 500 ευρώ και γ) επιδίκασε ως μηνιαία διατροφή για το αβάπτιστο ανήλικο τέκνο των διαδίκων το ποσό των 350 ευρώ, αντί να επιδικάσει το ποσό των 320 ευρώ, για το ίδιο χρονικό ως άνω διάστημα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι αυτό είναι βάσιμοι οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους επιδιώκεται ο περιορισμός των επιδικασθέντων, ως μηνιαία διατροφή της ενάγουσας και των ανηλίκων τέκνων, ποσών και αβάσιμοι οι λόγοι της αντέφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της κρινόμενης έφεσης και της αντέφεσης προς έρευνα, πρέπει : Α) να απορριφθεί η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της εφεσίβλητης, χωρίς να επιβληθεί δικαστική δαπάνη σε βάρος της αντεκκαλούσας, γιατί ο καθ’ ου δεν κατέθεσε γι’ αυτή χωριστές προτάσεις, ούτε και υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε άλλη δαπάνη για την απόκρουσή της και Β) να γίνει δεκτή η έφεση, ως και ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση αναφορικά με την από 10-2-2010 (αριθμ. κατ. 1307/11-2-2010) αγωγή και κατά το μέρος αυτής που αφορά τη μηνιαία διατροφή που οφείλει ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους. Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν κατά το παραπάνω μέρος, ενόψει αυτών που προαναφέρθηκαν να γίνει εν μέρει δεκτή η παραπάνω αγωγή, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Έτσι πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα, ως διατροφή της ίδιας ατομικά το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους το ποσό των 500 ευρώ για τον ανήλικο  ________  και το ποσό των 320 ευρώ για το ανήλικο θήλυ αβάπτιστο τέκνο τους, μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα ,για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ,ήτοι από 12-2-2010 ,με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφλησή τους .Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της σχέσεώς τους ως συζύγων (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ), πλην του ποσού των 150 ευρώ ,που έχει ήδη προκαταβληθεί από τον εναγόμενο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων: α) την από 24-8-2011 (αριθμ. κατ. 878/2011) έφεση και β) την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση.-

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την αντέφεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την αντέφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αριθμ. 3123/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μόνο αναφορικά με την από 10-2­2010 και με αριθμ. καταθ. δικογράφου 1307/2010 αγωγή και κατά το μέρος αυτής που αφορά τη μηνιαία διατροφή που οφείλει ο εκκαλών-εναγόμενος να καταβάλλει στην εφεσίβλητη-ενάγουσα για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν κατά το παραπάνω μέρος.

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-2-2010 και με αριθμ. καταθ. δικογράφου 1307/2010 αγωγή κατά το παραπάνω μέρος.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, α) ως μηνιαία διατροφή της ίδιας ατομικά, το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και β) ως μηνιαία διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, των οποίων έχει την οριστική επιμέλεια και για λογαριασμό τους ,το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για τον ανήλικο  ________  και το ποσό των τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ για το αβάπτιστο θήλυ τέκνο τους, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ,ήτοι από 12-2-2010 ,με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφλησή τους .

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, εκτός από το ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ, που έχει ήδη προκαταβληθεί.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 30 Απριλίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία