fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ
Ειδική διαδικασία

Αριθμός Απόφασης 70/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ειρήνη Κουτρουμπή, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Χαλκίδας Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Παρασκευή Αγγελή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουάριου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ________  ________   συζ. ________  , κατοίκου Ν. Αρτάκης Εύβοιας, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Πατσουράκου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «________   ΑΕ», που εδρεύει στο Βαθύ Αυλίδας, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 170/12-12-2013, προσδιορίστηκε η συζήτησή της αρχικώς για τη δικάσιμο της 25-09-2014 και κατόπιν αναβολής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το σχετικό πινάκιο και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, εάν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικώς ή εν μέρει από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο μιας άλλης δίκης, η οποία είναι εκκρεμής ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο δύναται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσιδίκως ή αμετακλήτως η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απρόσβλητη απόφαση. Από τη διατύπωση και την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΕφΠατρ 787/2006 ΑχΝομ 2007. 101, ΕφΑΘ 5913/2003 ΕλλΔνη 2006. 860) και η οποία έχει θεσπισθεί προς αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, αλλά και για την ικανοποίηση της αρχής της οικονομίας της δίκης (ΕφΑΘ 6771/1999 ΕλλΔνη 41. 1389, ΕφΠειρ 396/1989 ΝοΒ 28, 522, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση, Τ. Β’, 1994, υπό το άρθρο 249, αριθ. 5), σαφώς συνάγεται ότι: α) εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ιδίου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των ιδίων ή διαφόρων προσώπων, επί σκοπώ εναρμονίσεως της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή εξ άλλου λόγου, που αφορά στην ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΕφΑΘ 6470/1991 ΕλλΔνη 33. 910), β) η αναβολή ή, κατά νομική ακριβολογία, αναστολή της δίκης (ΑΠ 215/1999 ΕλλΔνη 40. 635, ΕφΑΘ 6771/1999 όπ. π.), χωρεί μετά από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όταν υφίσταται εκκρεμές στα ως άνω δικαστήρια ή τη διοικητική αρχή προδικαστικό ζήτημα της δίκης που διεξάγεται ενώπιον του. Δηλαδή, εάν το ζήτημα αυτό συναρτάται με κάποια έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση ή την εξακολούθηση της ισχύος του επιδίκου δικαιώματος και προβλέπεται, περαιτέρω, ότι η αυτοτελής, στη δεύτερη αυτή δίκη, διάγνωση του ττροδικαστικού ζητήματος θα γίνει ταχύτερα και ασφαλέστερα και κατ’ αυτόν τον τρόπο θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης που θα αναβληθεί και γ) όταν ο νόμος απαιτεί την εξάρτηση της αναβολής από άλλες έννομες σχέσεις, προϋποθέτει ύπαρξη δεσμού νομικής αναγκαιότητας ανάμεσά τους, ώστε να μην είναι δυνατή η διάγνωση της επίδικης διαφοράς χωρίς να κριθεί η υποκείμενη έννομη σχέση (Β. Βαθρακοκοίλης, όπ, π., Τ. Β’, 1994, υπό το άρθρο 249, αριθ. 2). Πάντως, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει δέσμευση δεδικασμένου από την απόφαση του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η άλλη δίκη, αλλά αρκεί οποιαδήποτε άλλη πραγματική εξάρτηση της προς διάγνωση διαφοράς, όπως στην περίπτωση που η απόφαση του άλλου δικαστηρίου θα συνεκτιμηθεί απλώς στα πλαίσια της αποδεικτικής διαδικασίας (ΕφΑΘ 3320/2003 ΕλλΔνη 44. 1410, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 35. 492, Β. Βαθρακοκοίλης, όπ. π., Τ. Β’, 1994, υπό το άρθρο 249, αριθ. 9). Η με βάση τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ εκδοθείσα απόφαση είναι μη οριστική (ΑΠ 217/2005 ΕλλΔνη 47. 450, ΕφΑΘ 632/1994 ΕλλΔνη 37. 393), δυναμένη να ανακληθεί οποτεδήποτε, η δε σχετική κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 215/1999 όπ. π.). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει, με την κρινόμενη αγωγή της, ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εναγόμενης εταιρείας στις 25-01-2000, προσελήφθη ως υπάλληλος γραφείου στην επιχείρησή της και προσέφερε τις υπηρεσίες της σ’ αυτή, αδιαλείπτως, μέχρι την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας που έλαβε χώρα την 05-10- 2007. Ότι, επί της υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης 128/2011 αγωγής της, με την οποία ζητούσε, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της επ’ απειλή χρηματικής ποινής, εξεδόθη η υπ’ αριθ. 17/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας έγιναν δεκτά τα προεκτιθέμενα αιτήματα. Ότι η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 123/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Ότι η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε στις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης, έχει επομένως καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από 01-01-2013 έως 30-09-2014. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.508,48 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01-01- 2013 έως 30-09-2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας που κάθε επιμέρους ποσό ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης ζητά να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης. Με τα ανωτέρω ως περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρα 16 περ. 2 και 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, συνάγεται ότι η ενάγουσα έχει ασκήσει, την από 07-04-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31/15-04-2014 αγωγή της κατά της νυν εναγομένης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αιτείται μεταξύ άλλων την αναγνώριση της ακυρότητας της νέας, από 31-01-2014, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης, έχει δε οριστεί δικάσιμος η 23-04-2015. Ενόψει του ότι η εναγομένη ισχυρίζεται, προς αντίκρουση της υπό κρίση αγωγής, ότι η υπερημερία της έχει αρθεί δυνάμει της από 31-01-2014 δεύτερης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, και δεδομένου ότι η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας στην ενάγουσα για το υπό κρίση χρονικό διάστημα εξαρτάται και από το εάν ήρθη ή όχι η υπερημερία της εναγομένης δυνάμει της ως άνω καταγγελίας, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα επί της υπό κρίση αγωγής και συνιστά αντικείμενο της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31/15-04-2014 αγωγής της οποίας εκκρεμεί η εκδίκασή της, συνάγεται με ασφάλεια ότι υφίσταται δεσμός προδικαστικότητας και εξάρτησης της διάγνωσης της διαφοράς που φέρεται προς διάγνωση με την υπό κρίση αγωγή από την κρίση επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31/15-04-2014 αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω, για λόγους οικονομίας της δίκης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 1994, υπό αρθρ. 222, αριθμ.8,9), πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η αναβολή (ορθότερα αναστολή) της εκδίκασης της υπό κρίση αγωγής στο σύνολό της, μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως επί της από 07-04-2014, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31/15-04-2014 αγωγής της νυν ενάγουσας κατά της νυν εναγόμενης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Εξάλλου, δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται διότι η απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρο 191 § 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕ! κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την αναβολή της υπό κρίση, από 11-12-2013, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 170/12-12-2013 αγωγής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 07-04-2014, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31/15-04- 2014 αγωγής της νυν ενάγουσας κατά της νυν εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Χαλκίδα, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, στις 7-4-2015 παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιών τους δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ