ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 30/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Παναγάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και από τον Γραμματέα Γεώργιο Μπύρωση.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του σας 29 Οκτωβρίου 2015, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ________ ________ του ________ , κατοίκου ________ Εύβοιας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ανδρέα Σπανού (ΔΣ Χαλκίδας).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «________ Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «________ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στο ________ Εύβοιας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη (ΔΣ Αθηνών).
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-1-2015 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό εκθ. καταθ. δικογρ. 16/5-2-2015 και προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 11-6-2015 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο πινάκιο, εκφωνήθηκε στη σειρά της και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τούς και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για χο ορισμένο του δικογράφου της αγωγής πρέπει αυτή να περιέχει, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, κατά το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, έτσι ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε Δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο και, επομένως, απορριπτέο ως απαράδεκτο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΓ1 265/2000 ΕλΔ 2000.1303, ΑΠ 871/1999 ΕλΔ 2000.1302, ΑΠ 1363/1997 ΕλΔ 1998.325, ΑΠ 412/1986 ΕλΔ 1987.440, ΑΠ 1296/1983 ΝοΒ 32.1028). Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί, κατά το άρθρο 669 § 2 ΑΚ, δικαίωμα του καταγγέλύντος, που ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται και να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα (ΑΠ 1540/2006 ΕΕΡΓΔ 2007.810). Η άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στο δικόγραφο της αγωγής, στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική, εκ μέρους του εργοδότη, άσκηση του σχετικού δικαιώματος του, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά, από τα oποία, αληθή υποτιθέμενα, να συνάγεται ότι η άσκηση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 958/2007 ΕΕΡΓΔ 2008.357, ΑΠ 1420/2006 ΕΕΡΓΔ 2007.556, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007.1102, ΑΠ 351/2005 ΕΕΡΓΔ 2006.93, ΑΠ 900/2004 ΕλΔ 2004.1656). Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς, ή πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι, που επικαλέστηκε ο εργοδότης, ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους -που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1500/2007 ΕλΔ 2007.1409, ΑΓΙ 958/2007 ό.π., ΑΠ 516/2007 ΕΕΡΓΔ 2008.219, ΑΙΊ 362/2007 ΕΕΡΓΔ 2007.1487, ΑΠ 1689/2006 ΕΕΡΓΔ 2007.1031, ΑΠ 1437/2006 ΔΕΕ 2007.1108, ΑΠ 1420/2006 ό.π., ΑΠ 704/2006 ό.π., ΑΠ 448/2006 ΕΕΡΓΔ 2007.613, ΑΠ 1901/2005 ΕΕΡΓΔ 2006.674, ΑΠ 655/2005 ΕΕΡΓΔ 2007.77). Εξάλλου, το άρ. 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 61 του ν. 4139/13, ορίζει ότι: “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή ίου, καθώς και to μισθό για to διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα vu αφαιρέσει, από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού”. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωση του.» Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ) και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας είναι πράξη παράνομη και υπαίτια που να συνεπάγεται την προσβολή αυτήν. Ειδικότερα στη σχέση από την παροχή εργασίας, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει την καταδίκη του εργοδότη σε καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την άνω> αιτία, με την επίκληση της συνδρομής των όρων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, εάν η ενέργεια του σχετικά με την παροχή εργασίας είναι παράνομη, όπως συμβαίνει και όταν αντίκειται στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ, και υπαίτια, συνάμα δε ουνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ιδιαίτερα όταν μειώνεται η επαγγελματική του αξία και η υπόληψη του (ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53.763, ΑΠ 1026/1993 ΕΕΡΓΔ 1995.829, ΕφΑΘ 5592/1999 ΕλλΔνη 2000.1402, ΕφΘεσ 112/1997 ΔΕΝ 1997.613, ΕφΑΘ 8963/1996 ΕλλΔνη 38.1899, ΕφΑΘ 7027/1991 ΕλλΔνη 34.176, Ζερδελή, Το Δίκαιο της καταγγελίας, ό.π., αρ. 961). Για τη στοιχειοθέτηση της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης πρέπει επομένως ο ενάγων να διαλαμβάνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 1 στοιχ. α ΚΠολδ, στο δικόγραφο της αγωγής το σύνολο των ως προσαραχθέντων στοιχείων, τα οποία αποτελούν τις προϋποθέσεις των ως άνω αξιώσεων του. Όσον αφορά ειδικώς την υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, απαιτείται να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται με τη μορφή είτε του δόλου είτε της αμέλειας, αφού δεν αρκεί να μνημονεύεται στην αγωγή ότι από την παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου επήλθε κάποιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1863/2007 ΝοΒ 2008.878). III. Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 “Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων”, είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ, της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης, β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 ΑΚ, συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ Και γ) Των μελών της Διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ίδιου νόμου. Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και δε διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) εκτός της υποχρεώσεώς του προς καταβολή των αποδοχών του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους κατά τον χρόνο της υπερημερίας του, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλούμενων μάλιστα των ποινών που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ίδιου νόμου (ΑΠ 197/1990 ΕλΔ 90.1028, ΕφΘεσ 2561/2013 ΑΡΜ 2014.1161, ΕφΠαχ 157/2003 ΔΕΕ 2004.1196). Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) ‘Εγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεως του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυοη σωματείου, γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώσει της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς τη συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον που έχει οριστεί από το νόμο ή το καταστατικό να τον εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες της πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του (ΑΠ 84/2010 ΔΕΕ 2011.500). Οι σχετικές διατάξεις δε προστατευτικές του μισθωτού- συνδικαλιστικού στελέχους, έχουν τεθεί προς διαφύλαξή του, όταν, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσεως, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη και οξύνονται οι σχέσεις τους. Έτσι, η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητος της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόληση του, μπορεί να αποκρουσθεί. από τον εργοδότη ως καταχρηστική (αρθρ. 281 ΑΚ), εάν η συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της πιο πάνω (γνήσιας) συνδικαλιστικής δράσεως και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παραβάσεως θεμελιωδών υποχρεώσεων του, ώστε να δημιουργείται αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (εργοδότη), προς το πρόσωπο του. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος είναι έργο των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση του ακύρως απολυθέντος μισθωτού- συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 1 102/2001 ΕλλΔνη 44.456, ΑΠ 91/1995 ΕΕΝ 1996.124, ΑΠ 199/1990 ΕΕΡΓΔ 49.452, ΑΠ 197/1990 ό.π.). IV. Από τις συνδυαζόμενες διατάξεις τ.ου άρθρου 5 του νόμου 2112/1920 και 7 του ν.δ/τος 3198/1955, προκύπτει ότι ο εργοδότης που έχει προσλάβει μισθωτό με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή ^ χωρίς να τηρήσει προθεσμία και χωρίς να καταβάλει αποζημίωση, αν έχει ασκήσει εναντίον του μισθωτού μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του, ή αν έχει απαγγελθεί εναντίον του κατηγορία για αδίκημα σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, αλλά, στη συνέχεια, εάν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση, επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση, το δικαίωμα του μισθωτού για την απόληψη της αποζημίωσης του νόμου 2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Το απαλλακτικό βούλευμα ή η αθωωτική απόφαση δεν επιφέρουν, από τότε του κοινοποιούνται, την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας (με ταυτόχρονη δήλωση του μισθωτού ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση), αλλά η καταγγελία θεωρείται άκυρη, αν ο εργοδότης αρνηθεί, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως, να καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο 2112/1920 αποζημίωση και ο εργοδότης περιέρχεται στη συνέχεια σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, αν αρνηθεί να την αποδεχτεί, μετά από προσφορά πραγματική και προσήκουσα. Πάντως ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής δίκης και την αντίδραση του εργοδότη στην κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η έκτακτη καταγγελία μπορεί να είναι άκυρη ήδη από τη στιγμή της άσκησης της για διάφορους λόγους, όπως, όταν π.χ. ο εργοδότης προβαίνει στην απόλυση γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες εις βάρος του εργαζομένου ή όταν η καταγγελία, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας, δεν γίνεται λόγω της αξιόποινης πράξης που φέρεται ότι διέπραξε ο εργαζόμενος (η οποία χρησιμοποιείται προσχηματικά προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση αποζημίωσης), αλλά για άλλους λόγους, που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (ουνδικαλιστική δράση, διεκδίκηση μισθολογικών αξιώσεων κ.λπ.). Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος και επομένως η καταγγελία είναι άκυρη από ίο χρονικό σημείο άσκησης της και από το σημείο αυτό ο εργοδότης οφείλει μισθούς υπερημερίας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται, για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος, πραγματική προσφορά των υπηρεσιών από την πλευρά του εργαζομένου. Στην περίπτωση παράνομης ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, η ακυρότητα της απόλυσης υφίσταται εξ αρχής, χωρίς να εξαρτάται από την έκβαση της ποινικής δίκης, εφόσον, και στην περίπτωση καταδίκης, δεν αίρεται η καταχρηστικότητα της απόλυσης, οι δε αξιώσεις του μισθωτού, για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και για μισθούς υπερημερίας, γεννώνται από τη καταγγελία και όχι από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης, όπως συμβαίνει για την αξίωση της καταβολής της αποζημίωση (ΟλΑΠ 566/1968 ΕΕΡΓΔ 28.150, ΑΠ 726/1992 ΔΕΝ 48.1159, ΑΠ 1856/1988 ΔΕΝ 1989.734, ΕφΘεσ. 528/2005 ΔΕΕ 2005.1000, ΕφΑΘ 1051/2004 ΕΕΡΓΔ 2004.1157, ΕφΑΘ 7251/2003 ΔΕΕ 2004.701, ΕφΠειρ 610/2003 ΔΕΕ 2003.1105, ΕφΠειρ 137/1994 ΑρχΝ 1994.187, Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, αρ. 819, Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2005, σελ. 587, Καρακατσάνη – Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 1995, § 906). V, Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικαστεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και, συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή αποδοχή τους (ΑΠ 1698/2011 αδημ., ΑΠ 466/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 641/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 752/200/ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). VI. Με το ν. 1082/1980 νομιμοποιήθηκε ο μισθολογικός χαρακτήρας των επιδομάτων εορτών των Χριστουγέννων και Πάσχα, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε η δυνατότητα να καθορισθεί με αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών πάγιο σύστημα για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών. Στο πλαίσιο αυτής της εξουσιοδότησης εκδόθηκαν οι ΥΑ 19430/1980 και ΥΑ 19040/1981 που ρυθμίζουν το νομοθετικό καθεστώς των επιδομάτων εορτών. Αξίωση για το επίδομα έχουν οι μισθωτοί εφόσον η σχέση εργασίας διήρκεσε στη χρονική περίοδο ανάμεσα στις δύο γιορτές. Ως χρονική περίοδος για τον υπολογισμό των επιδομάτων ορίζεται για το επίδομα Πάσχα το διάστημα από 01.01 έως 30.04 και για το επίδομα Χριστουγέννων το διάστημα από την 01.05 έως 31.12 (α. 1 § 2 ΥΑ 19040/1981). Το επιθυμία δε Χριστουγέννων ισούται με 25 ημερομίσθια και το επίδομα Πάσχα με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (α. 1 § 1 ΥΑ 19040/1981). Αν δε, η απασχόληση διήρκεσε λιγότερο χρονικό διάστημα δίνεται αξίωση για μερική καταβολή ανάλογη με το χρόνο διάρκειάς της, που αντιστοιχεί για το επίδομα των Χριστουγέννων για κάθε 19ήμερο διάρκειας της σχέσης εργασίας στα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή σε 2 ημερομίσθια και για το επίδομα Πάσχα για κάθε 8 ήμερο στο 1/15 του μέσου μηνιαίου μισθού ή σε ένα ημερομίσθιο (ά. 1 §3 ως άνω ΥΑ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο της εκτιμάται από το Δικαστήριο, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία την 1-2-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα ναυπηγεία της εναγομένης στο ________ , ως μηχανικός-συντηρητής στο τμήμα συντήρησης και επισκευής οχημάτων και μηχανημάτων, απασχολούμενος με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και νόμιμο ωράριο οκτώ (8) ωρών έναντι συμφωνημένων αποδοχών ημερομισθίου ύψους 86,67 ευρώ. Όχι κατά το διάστημα απασχόλησής του από την εναγόμενη και σε γνώση αυτής ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση στο χώρο της, αφού διατέλεσε από χο έτος 2000 έως και το 2013 μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής χου σωματείου με την επωνυμία «________ » και στη συνέχεια από τις 4-3-2014 μέλος χου Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ότι συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες χου στην εναγομένη μέχρι τις 3-12-2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, χωρίς να χου καταβάλει αποζημίωση απολύσεως, για το λόγο ότι είχε υποβάλει εναντίον του την από 2-12-2014 έγκληση για αξιόποινη πράξη. Ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβη στην αξιόποινη αυτή πράξη και όχι η απόλυσή του βασίστηκε, από μεθόδευση του εναγόμενου, σε ψευδή και προσχηματικό λόγο. Όχι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη για τους λόγους ότι α) δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, καθώς κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία συμμετείχε ως μέλος στο επταμελές διοικητικό συμβούλιο του ______ και β) δεν του καταβλήθηκε αποζημίωση απολύσεως, άλλως ως καταχρηστική (ΑΚ 281) διότι α) έγινε από κακοβουλία και από αισθήματα εκδίκησης στο πρόσωπό χου για το λόγο ότι εμφάνιζε συνδικαλιστική δράση και β) η υποβολή της μήνυσης εκ μέρους της εργοδότριας υπήρξε προσχηματική, και απέβλεπε στην απόλυσή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του, με συνέπεια να του οφείλονται αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησε στην προσωπικότητά του από τις συνθήκες και περιστάσεις της άκυρης απολύσεώς του λόγω της υποβληθείσας προσχηματικής μήνυσης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του από την επομένη της άκυρης καταγγελίας με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην εκδοθησόμενη απόφαση του Δικαστηρίου, καθώς και υποχρεωθεί η εναγόμενη κυρίως, με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 45.093,64 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας, Δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας 2015, Δώρο Πάσχα 2016, χρονικού διαστήματος από την επομένη της καταγγελίας έως και την 4 6 2016, οπότε και με βεβαιότητα αναμένεται να εξακολουθεί άνεργος, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους από ια αναφερόμενα ποσά κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις συνθήκες και περιστάσεις της άκυρης ως καταχρηστικής απολύσεώς του, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επικουρικώς, ζητεί, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής και κριθεί νόμιμη η καταγγελία, να του καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ύψους 11.066,90 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη μέσω της καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο. Τέλος, ζητεί να απειληθεί κατά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης που θα εκδοθεί χρηματική ποινή 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έξι μηνών, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα, η αγωγή, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας και την επικουρικώς σωρευόμενη κατ’ άρθρο 219 ΚΠολΔ (ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 1995.162) αξίωση του ενάγοντος που αφορά στο κονδύλιο της αποζημίωσης ένεκα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ασκήθηκε πααραδεκτώς εντός της αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 (ΑΚ 279, 280) και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, αντίστοιχα, καθόσον η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου σας 5-2-203 5 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 9-2-201 5, όπως προκύπτει από την προσκομιξόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμ. 10522/9-2-2015 έκθεση επιδόσεως Του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας, Ιωάννη Β. Καράπα (άρθρο 215 αρ. 1 ΚΓΙολΔ) και με επικαλούμενο από τον ενάγοντα ως χρόνο άκυρης καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης, της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του, τις 3-12-2014. Περαιτέρω, η αγωγή αρμόδιός εισάγεται, καθ’ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη (άρθρο 216 αρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός από τη βάση αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης από 3-12-2014 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, ως καταχρηστικής (ΑΚ 281) κατά το σκέλος που αφορά την απόλυσή του από λόγους εμπάθειας, μίσους και εκδικητικότητας εκ μέρους της εναγομένης διότι εμφάνιζε συνδικαλιστική δράση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων εκθέτει, επί λέξει, ότι «… η απόλυσή μου, αύτη τυγχάυει καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι έλαβε χώρα για λόγους ανεξάρτητους από την απόδοσή μου ως εργαζομένου και συγκεκριμένα η εναγομένη οδηγήθηκε σε αυτή από λόγους εμπαθείας, μίσους και εκδικητικότητας, για το λόγο ότι εμφάνιζα έντονη συνδικαλιστική δράση στο χώρο της και συγκεκριμένα, σε γνώση της εναγομένης διετέλεσα από το έτος 2000 μέχρι και το έτος 2013 μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής του ________ ενώ ήδη από τις 4-3-2014 και κατά τις αρχαιρεσίες που έκανε το σωματείο εξελέγην στο επταμελές διοικητικό συμβούλιο του ίδιου Σωματείου. Προφανώς η εναγόμενη εταιρεία και οι διοικούντες αυτήν δεν μου συγχώρεσαν ποτέ αυτήν μου τη συνδικαλιστική δράση και για το λόγο αυτό επιζητούσαν να βρουν λόγο και αφορμή για να με απολύσουν … ». Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η περί καταχρησπκότητας της επίδικης καταγγελίας βάση της κρινόμενης αγωγής κατά το ως άνω σκέλος της είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως ο ενάγων εξειδικεύει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 781 ΑΚ προφανή υπέρβαση ίων σε αυτό αρχών και εφόσον δεν διευκρινίζεται σε τί ακριβώς έγκειται και πού οφείλεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος της εναγόμενης να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, όπως εκτίθεται στην υπό I νομική σκέψη της παρούσας, το εκτιθέμενο δε επιγραμματικώς από τον ενάγοντα περί καταγγελίας για λόγους συνδικαλιστικής δράσης εκ μέρους του προβάλλεται χωρίς αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που να συσχετίζονται μάλιστα αιτιωδώς ειδικά με την απόλυσή του από την εναγόμενη, ώστε το Δικαστήριο να ερευνήσει συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα και να τα υπαγάγει στην αόριστη νομική έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της τελευταίας να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων και των αρχών της ΑΚ 281 και ώστε να είναι συνακόλουθα δυνατή η άμυνα της εναγομένης κατά της κρινόμενης αγωγής (ΑΠ 900/2004 Δ/ΝΗ 2005.1657,1682). Σημειωτέον ότι η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις του ενάγοντος (κατ’ άρθρον 224 ΚΠολΔ), εφόσον η δυνατότητα εν γένει του ενάγοντος να συμπληρώσει τους ισχυρισμούς με ας προτάσεις του, του επιτρέπει μεν τη διευκρίνιση όσων ουσιωδών γεγονότων διατυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την πραγματική, αλλά όχι και τη νομική αοριστία της ιστορικής βάσεως της αγωγής, δηλαδή η διευκρίνιση του ενάγοντος δεν εξικνείται μέχρι την αναπλήρωση ελλειπόντων ισχυρισμών, πράγμα που θα αιφνιδίαζε ανεπίτρεπτα τον εναγόμενο (βλ. ενδεικτικά ΑΓΙ 184/2007 ΕΕργΔ 2007.662), ούτε (δύναται να συμπληρωθεί) με παραπομπή στα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω όσον αφορά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθότι δεν αναφέρεται το στοιχείο της υπαιτιότητας των εκπροσώπων της εναγόμενης, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο II της μείζονας πρότασης, ενώ και το παρεπόμενο αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι μηνών και χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης για κάθε παράβαση ίου διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί, είναι αόριστο και απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι για να διαταχθεί τέτοια ποινή σε βάρος εκπροσώπου νομικού προσώπου για να συμμορφωθεί προς τους όρους δικαστικής απόφασης πρέπει, σύμφωνα με τα αρθ. 216, 946, 947 και 1047 ΚΓΙολΔ, η σχετική αγτ^γή να στρέφεται κατά του εκπροσώπου του νομικού προσώπου ατομικά (ΑΠ 1167/1999 ΕΕΡΓΔ 2001.731, ΑΓΙ 127/1987 Δ 18.695, ΕφΑΘ 12247/1988 Δ 20.310). Κατά το μέρος της δε που κρίθηκε ότι είναι ορισμένη, η κρινόμενη αγωγή, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ., 174, 180, 281, 288, 340, 341, 345, 346, 361, 1, 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 βδ/16-7-1920, 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, 1 παρ. 3 ν.δ 4547/1966, 68, 70, 69 παρ. 1 α, 218, 219, 904, 907, 908 αρ. 1 εδ. ε’, 910 αρ. 4, 176, 191 αρ. 2 και 946 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αναφορικά με το αίτημα της αναγνώρισης ως άκυρης της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, καθόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν κηρύσσονται προσωρινοί εκτελεστές (ΠΠΘ 17674/1997 Αρμ.ΝΕ.202, Κεραμεύς/Κονδύλης/ Νικάς, Ερμηνεία ΚΠολΔ έκδ. 2000, τ. 2ος, σ. 170) και της κύριας βάσης της αγωγής που στηρίζεται στην αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας ως παράνομης για το λόγο ότι δεν καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, αλλά και της επικουρικής βάσης αυτής, σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη η καταγγελία, οι οποίες είναι απορριπτέες τις μη νόμιμες, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, επί απολύσεως μισθωτού, στον οποίο δεν καταβλήθηκε αποζημίωση απολύσεως, λόγω υποβολής μηνύσεως από τον εργοδότη του εναντίον του για διάπραξη αξιόποινης πράξεως σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος, ο εργοδότης δεν υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί κατ’ άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ το τέλος δικαστικού ενσήμου και οι νόμιμες επ’ αυτού επιβαρύνσεις, που αντιστοιχούν στο πέραν των 20.000 ευρώ, ήτοι του ορίου υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, μέρος του χρηματικού αιτήματος της αγωγής, όπως υποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με αριθμ. 264230-1, 022162-3, 559324, 336041 παράβολα αγωγόσημου (δικαστικού ενσήμου), 4848539, 1181560, 4848532 παράβολα χαρτοσήμου και το 8561170/3-11-2015 γραμμάτιο είσπραξης ΕΤΕ.
Δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 250 ΚΠολΔ, αν τυγχάνει εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς, το δικαστήριο διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να αναβάλει είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου τη συζήτηση της υποθέσεως εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία (ΑΠ 1479/1984 ΕλλΔνη 1985.646, ΑΠ 892/1976 ΝοΒ 25.331, ΤΤΠΠατρ 244/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εφαρμογή της προπαρατεθείσας ρυθμίσεως προϋποθέτει λοιπόν την ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής αγωγής, η οποία να επηρεάζει τη διάγνωση της ένδικης αστικής δικαιολογικής σχέσεως υπό την έννοια ότι τα συγκροτούντο την υπόσταση της τελεσθείσας πράξεως περιστατικά ασκούν ουσιώδη επιρροή αναφορικά με τα θεμελιωτικά της αστικής δικαιολογικής σχέσεως (ΕφΘεσ 1047/2011 ΕΠολΔ 2011.789, ΕφΘεσ 52/2009, ΕφΑΘ 3221/2006, ΕφΛαρ 40/2003, δημοσιευμένες στην ΤΝ.Π ΝΟΜΟΣ). Ως εκκρεμής νοείται μάλιστα η ποινική αγωγή, εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη δια της εκ μέρους του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών είτε παραγγελίας κύριας ανακρίσεως ή προανακρίσεως είτε, όπου κάτι τέτοιο προβλέπεται, της εισαγωγής της υποθέσεως με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ά. 27 § 1 εδ. α και 43 § 1 εδ. α ΚΠΔ), χωρίς να αρκεί η υποβολή εγκλήσεως ή μηνύσεως, ούτε η διενέργεια κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών προκαταρκτικής εξετάσεως ως προς τη διάπραξη του αδικήματος (ΑΠ 505/1997 Δ. 28.1 120, ΑΠ 680/1994 ΕλλΔνη 36.1105, ΑΠ 1479/1984 ό.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη υπέβαλε, μέσω ι:ων κατατεθεισών προτάσεων αυτής, το αίτημα της αναβολής της δίκης κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι έχει υποβάλει την από 2-12-2014 έγκλησή της με Α.Β.Μ. Β2014/2830 σχετική με το αγωγικό αίτημα και τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ότι η εν λόγοι εκκρεμής διαδικασία μπορεί να επηρεάσει την ένδικη αστική δικαιολογική σχέση, οπότε απαιτείται να αναβληθεί η συζήτηση της υπό κρίση διαφοράς μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Το προεκτεθέν αίτημα της εναγομένης πρέπει εντούτοις, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω εκκρεμής ποινική αγωγή, αφού δε συνάγεται ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη με κάποιον εκ των προειρημένων τρόπων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 § 1 εδ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, «αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο» και «όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά …» , κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 § 1 πεμ. δ’ του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν «όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως … τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων … τις καταθέσεις των μαρτύρων … ». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση» σημειώνεται στα πρακτικά. Η σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του π
