Αριθμός 1329/2008
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ελένη Γιάγκου, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την παρουσία της Γραμματέα Στεφανίας Κολλίντζα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13-Νοεμβρίου-2007 για να δικάσει μεταξύ:
Της ενάγουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία «__________ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», νομίμως εκπροσωπούμενης, στη θέση της οποίας παρίσταται, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, ως οιονεί καθολική διάδοχος, η «__________ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Πετρούλια.
Του εναγομένου: __________ __________ του __________ , κατοίκου Ν. Λιοσίων Αττικής, οδός __________ , που εμφανίστηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Κουπλίδου.
Η ενάγουσα με την από 6-4- 2006 αγωγή της, διαδικασίας τακτικής, που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 28507-4-2006 ζήτησε όσα αναφέρονται σ’αυτή.
Για τη συζήτηση της αγωγής ορίστηκε μετά από αναβολή η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης κατά την οποία αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και με τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό.
Το Δικαστήριο αφού :
Ακούσε όσα αναφέρθηκαν κατά τη συζήτηση.
Μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφτηκε σύμφωνα με το Νόμο.
Στην αγωγή που κρίνεται εκτίθεται ότι η ενάγουσα δικαιούται ποσό 6.850 ευρώ από μία ακάλυπτη μεταχρονολογημένη επιταγή, που εξέδωσε ο εναγόμενος με την ιδιότητα του εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας «__________ Ο.Ε». Ακολούθως η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση που να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εμφάνισης της επιταγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών.
Με βάση αυτό το περιεχόμενο η αγωγή αρμόδια φέρεται στο Δικαστήριο αυτό για συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 12, 40,44,45 και 79 του ν. 5960U933 περί τραπεζικής επιταγής, 71, 914,297,298, 346 ΑΚ, 907,908, 1047 παρ. 1 και 176 ΚπολΔικ. Ειδικότερα για την καταβολή τόκων είναι νόμιμη για τον από την επίδοση της αγωγής χρόνο αφού για τον προηγούμενο χρόνο δεν γίνεται επίκληση της απαραίτητης εξώδικης έγγραφης όχλησης για την καταβολή της από την αδικοπραξία αποζημιώσεως. Το αίτημα προσωπικής κράτησης δεν είναι απαράδεκτο, γιατί η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας προέρχεται από αδικοπραξία και δεν βασίζεται σε μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης εμπόρου για την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 11 του συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο δικαστικό ένσημο(βλ με αριθμ. 200126, 120929, 207253 αγωγόσημα).
Από τα άρθρα 28, 29, 56 και 79 του ν. 5960U933 περί τραπεζικής επιταγής συνάγεται ότι η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, έστω και μεταχρονολογημένης, εφόσον γίνεται εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, συνιστά ποινικώς αξιόποινη πράξη, η οποία συντελείται όταν η επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή καθ’ οιανδήποτε ημέρα του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από της επομένης της ημέρας κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την ογδόη ημέρα του οκταημέρου που αρχίζει από την επομένη της αναγραφόμενης στην επιταγή ημέρας εκδόσεώς της και δεν πληρωθεί κατά την εμφάνισή της αυτή από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη σ’ αυτήν (ΑΠ 1262U993, Ελλ.Δικ. 36, σελ. 157). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 281, 288, 300 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι αυτός που δέχεται επιταγή εν γνώσει του ότι δεν έχει αντίκρισμα ή ότι είναι επιταγή ευκολίας, ναι μεν με τη συμπεριφορά του δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ποινική ευθύνη του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, παρέχει όμως το δικαίωμα στον εκδότη, είτε ενάγεται βάσει του νόμου περί επιταγής, είτε βάσει του αδικήματος, να αποκρούσει την αγωγή, επικαλούμενος ότι βάσει ιδιαίτερης συμφωνίας ο κομιστής εν γνώσει της ελλείψεως αντικρίσματος έλαβε την επιταγή και ότι με την συμπεριφορά του αυτή, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αξιούμενη ζημία και προς τη ζημιογόνο πράξη, βρίσκεται σε κακή πίστη, επιδιώκοντας την πληρωμή του ποσού της επιταγής, αφού είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής (Εφ. Πειραιά 906/1996 Επιθεώρηση Εμπορικού Δικαίου 1996,777). Επιταγή ευκολίας νοείται αυτή που εκδίδεται από τον εκδότη απλώς προς χρηματική διευκόλυνση του κομιστού της προκειμένου να την εισπράξει από την πληρώτρια Τράπεζα, χωρίς όμως να υπάρχει ουσιαστικός οικονομικός δεσμός που να συνδέει τον εκδότη με τον κομιστή.
Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος αντικρούοντας την αγωγή ισχυρίζεται ότι εξέδωσε την ένδικη επιταγή σε διαταγή της εταιρίας «__________ ΟΕ», η οποία στη συνέχεια τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην ενάγουσα Τράπεζα ως αξία λόγω ενεχύρου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ένδικη επιταγή παραδόθηκε στη λήπτρια προς διευκόλυνσή της(επιταγή ευκολίας), γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγόμενου προτεινόμενος για να στηρίξει καταλυτική ένσταση κατά της αγωγής στη βάση του αδικήματος (άρθρα 281, 300 του ΑΚ) δεν είναι νόμιμος, αφού ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται, όπως θα έπρεπε για την πληρότητα του ισχυρισμού του, ότι η ενάγουσα Τράπεζα παρ’ ότι γνώριζε την ύπαρξη της πιο πάνω ένστασης του εναγόμενου κατά του αποδέκτη έλαβε την επίδικη επιταγή στην κατοχή της με σκοπό να την εισπράξει με τον παρένθετο αυτό τρόπο και να τον ζημιώσει (ΑΠ 370U993 ΕλλΔνη 35, 397, ΑΠ 1672U988 ΕλλΔνη 31,1415, ΕφΠειρ. 257U994 ΕλλΔνη 35, 1703). Επομένως ο ισχυρισμός του εναγόμενου πρέπει να απορριφθεί.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας «__________ Ο.Ε» εξέδωσε στην Αθήνα την με αριθμό 61154801-1 μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ποσού 6.850 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της εταιρείας «__________ ΟΕ», από την «__________ ΑΕ» με χρέωση του με αριθμό 015016098000098493 τηρούμενου λογαριασμού της εκδότριας. Ακολούθως στις 12-8-2005 η λήπτρια της επιταγής την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην ενάγουσα Τράπεζα λόγω ενεχύρου. Ως εκ τούτου η ενάγουσα κατέστη νόμιμη κομίστρια της επίμαχης επιταγής από οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου. Η επιταγή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα από την ενάγουσα Τράπεζα προς πληρωμή στις 9-12- 2005(στην επιταγή αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης η 11-2-2006), όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας, όπως αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής από την οικεία Τράπεζα. Ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας που την εξέδωσε ενώ γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια ούτε κατά τον χρόνο έκδοσης ούτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Με αίτηση της ενάγουσας στρεφόμενης κατά της εταιρείας «__________ Ο.Ε», του εναγόμενου και των λοιπών ομορρύθμων εταίρων εκδόθηκε η με αριθμό 16.4982006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν οι καθ’ ων η αίτηση να καταβάλουν στην αιτούσα Τράπεζα και εις ολόκληρο έκαστος το ποσό της επίδικης επιταγής. Δικαιούται επομένως η ενάγουσα να λάβει το ποσό της επιταγής, ύψους 6.850 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε από τον εναγόμενο με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.850 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, αφού η επιβράδυνση της εκτελέσεως μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Να απαγγελθεί κατά του εναγόμενου προσωπική κράτηση, διάρκειας δύο μηνών. Να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακόσιων πενήντα ευρώ(6.850) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή.
Απαγγέλλει κατά του εναγόμενου προσωπική κράτηση, διάρκειας δύο(2) μηνών.
Καταδικάζει τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα(250)ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια και έκτακτη συνεδρίαση.
Αθήνα 6/4/2018
Η Ειρηνοδίκης Ελένη Γιάγκου Η Γραμματέας Στεφανία Κολλίντζα
