fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 108/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΕΥΒΟΙΑΣ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αντιγόνη Κόστιζα, Εφέτη, την  οποία όρισε ο Πρόεδρος Εφετών και από την Γραμματέα Αναστασίου Σοφία.

Συνεδρίασε δημόσια στη Χαλκίδα στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2015, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «__________  Α.Ε.», που εδρεύει στο Βαθύ Αυλίδας και νομίμως εκπροσωπείται, παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΑΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: __________ συζ. __________  __________ , κατοίκου __________ Εύβοιας, παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας της δικηγόρου Αικατερίνης Πατσουράκου.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 5-3-2012 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που έχει κατατεθεί με αριθμό κατάθεσης 30/2012, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 218/2014 οριστική απόφασή του με την οποία δέχεται την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 29-9-2014 έφεσή της που έχει κατατεθεί με αριθμό 225/2014 και προσδιορισθεί με αριθ. 303/2014, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στι προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α’ 165/25-7-2011) που εφαρμόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ωσεί παρών, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του 270 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, στα πλαίσια της προφορικής συζήτησης που ισχύει πλέον σε όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς τους άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 280/2012, ΑΠ 252/200.9, ΕφΑΘ 683/2044 ΕλλΔνη 59.1513). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την από 5/3/2012 (αρ. εκθ. καταθ. 30/2012) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ισχυρίζεται ότι δυνάμει της από 25/1/2000 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε από την εναγομένη, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε αυτή ως υπάλληλος γραφείου. Ότι την 5/10/2007 η εναγομένη κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση. Ότι άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 128/2011 αγωγή της, με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5/10/2007 έως 5/6/2008. Ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 17/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή της και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την εναγομένη και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει σε αυτή (ενάγουσα) το ποσό των 10.140 ευρώ, νομιμοτόκως, ως μισθούς υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα. Ότι η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 123/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Ότι με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 53/2009 αγωγή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και με δεδομένο ότι η εναγομένη αρνούνταν να αποδεχθεί την εργασία της, ζήτησε να της επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6/6/2008 έως 6/3/2010. Ότι η εναγομένη εξακολουθεί να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες της και ως εκ τούτου έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών της και για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2010 έως Ιανουάριο 2013. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση κηρυσσόμενη προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 41.829,15 ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Απρίλιο 2010 έως Ιανουάριο 2013, κατά την κύρια βάση της αγωγής δυνάμει της σύμβασης εργασίας, κατά δε την επικουρική βάση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το άνω ποσό η ενάγουσα ζητά με το νόμιμο τόκο, υπερημερίας από την επομένη της δήλη ημέρας για κάθε μηνιαίο μισθό, άλλως από την επίδοση της απόφασης και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έλαβε χώρα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ), η εναγομένη δικάστηκε ωσεί παρούσα κατ’ άρθρο 672 ΚΠολΔ. Το τελευταίο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη με αριθμό 218/2014 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.829,15 ευρώ νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους μισθό από την πρώτη ημέρα εντός του επόμενου μήνα εντός του οποίου έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία της ενάγουσας, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 15.000 ευρώ και καταδίκασε την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, ύψους 350 ευρώ.

Κατά της απόφασης παραπονείται η ερημοδικασθείσα στον πρώτο βαθμό εναγομένη, με την ένδικη από 29/9/2014 (αρ. εκθ. καταθ. δικ. 303/2014) έφεσή της, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού η εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε στην εναγομένη στις 17/9/2014 (βλ. την από 17/9/2014 βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ευαγγελίας @ελισσαροπούλου επί του σώματος της εκκαλουμένης απόφασης) και το δικόγραφο της ένδικης έφεσης κατατέθηκε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας στις 29/9/2014, εντός δηλαδή της κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ηγούμενη μείζονα σκέψη, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών. Περαιτέρω η αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 180, 349, 351, 648, 651, 653, 655, 656, 669 παρ. 2, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 64 παρ. 2, 69 παρ. 1 εδ. α’ και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εκκαλούσας _______ ______ που εξετάστηκε νομότυπα ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της ανωμοτί κατάθεσης της ενάγουσας που περιέχεται στα με αριθμό 218/2014 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και των εγγράφων που προσκομίζονται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 25/1/2000 από την εναγομένη, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου. Στις 5/10/2007 η εναγομένη κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της. Η ενάγουσα με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 128/29-11-2007 αγωγή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ως προκληθείσα από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας στο πρόσωπό της, καθώς επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα από 5/10/2007 μέχρι 5/6/2008, το συνολικό ποσό των 10.140,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που τα επιμέρους ποσά κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Σχετικά εκδόθηκε η με αριθμό 17/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 123/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Με τις αποφάσεις αυτές έγινε δεκτό ότι η από 5/10/2007 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5/10/2007 μέχρι 5/6/2008, το συνολικό ποσό των 10.140,40 ευρώ, με το νόμιμο από το τέλος κάθε μήνα που έκαστος μηνιαίος μισθός έπρεπε να καταβληθεί. Το κατ’ άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, λαμβανομένου τούτου υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 ΚΠολΔ) καλύπτει α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε στο Δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1137/2006, Εφ. Ααρίσης 275/2015 ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή η τελεσίδικη ως άνω κρίση ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης και την ύπαρξη υπερημερίας της εναγομένης για αποδοχές οφειλόμενες στην ενάγουσα για προηγούμενο χρόνο αποτελεί δεδικασμένο (άρθρα 321, 322 παρ. 1 ΚΠολΔ) που δεσμεύει στο πλαίσιο και της παρούσας δίκης (άρθρο 324, 325 αρ. 1 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν το αντικείμενό της δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της προηγούμενης δίκης, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 34/1992 Ελλ Δνη 1992.1450). Επίσης το δεδικασμένο καλύπτει και το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας, για το ήδη επίδικο διάστημα, αφού το ύψος αυτού (1.267,55 ευρώ), αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση σ’ αυτήν αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν προκύπτει ότι υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται (ΟλΑΠ 1/2003 ΝοΒ 2003, 1390). Δεδομένου δε ότι η εναγομένη και μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων δεν είχε προβεί σε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ούτε δεχόταν την προσφερόμενη από την ενάγουσα εργασία, η ενάγουσα προέβη στην άσκηση της από 3/4/2009 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 53/2009 αγωγή της με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6/6/2008 έως 6/3/2010. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 155/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία της επιδικάστηκε νομιμοτόκως το ποσό των 26.618,55 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μισθούς υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μέχρι και την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στις 23/1/2014 εξακολουθούσε να μην αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, με συνέπεια να έχει καταστεί υπερήμερη και να οφείλει μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Απρίλιο του 2010 έως και τον μήνα Ιανουάριο του 2013, ήτοι οφείλει το συνολικό ποσό των (1.267,55 ευρώ X 33 μήνες=) 41.829,15 ευρώ.

Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της ένδικης έφεσής της ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των 5,5 ετών περίπου από την απόλυσή της (ήτοι από την 5/10/2007 έως και τον Ιανουάριο του 2013), παρέλειψε κακόβουλα να αναζητήσει εργασία σε άλλο εργοδότη, ενώ θα μπορούσε ευχερώς να απασχοληθεί σε κάποια άλλη εταιρεία με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου. Προτείνει δε την κατ’ άρθρα 281 ΑΚ 656 εδ. β’ ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, η οποία πρέπει να ερευνηθεί από απόψεως ουσιαστικής της  βασιμότητας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα είναι απόφοιτος Λυκείου με επτά (7) έτη προϋπηρεσία στην εναγομένη με εμπειρία στο Τμήμα Προμηθειών και σε κάθε περίπτωση ως υπάλληλος γραφείου. Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 123/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η ενάγουσα στις 27/3/2012 επέδωσε α’ απόγραφο εκτελεστό με το οποίο έθετε στην εναγομένη τις υπηρεσίες της και ζητούσε την επάνοδό της στην εργασία της (βλ. την υπ’ αριθμ. 8076/2-4-2012 αποδεικτικό εκδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ευαγγελίας Μελισσαροπούλου). Η ενάγουσα ως γεννηθείσα το έτος 1956, κατά το έτος 2012 ήταν 56 ετών, το έτος 2010 ήταν 54 ετών, το έτος 2011 ήταν 55 ετών και το έτος 2013 ήταν 57 ετών. Η ηλικία της δε αυτή (από 54 ετών και εντεύθεν) καθιστά σχεδόν απαγορευτικά οποιαδήποτε προσπάθεια εξεύρεσης εργασίας, ειδικά στην θέση της υπαλλήλου γραφείου, στην οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προτιμώνται γυναίκες κατά πολύ νεώτερης ηλικίας, με προϋπηρεσία 3-5 ετών. Ενόψει δε της παρούσας εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, η έκταση και οι επιπτώσεις της οποίας στην οικονομική ζωή της χώρας, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται ήδη από το έτος 2008, η πιθανότητα να ασχοληθεί η ενάγουσα σε θέση παρόμοια σε σχέση με εκείνη που κατείχε στην επιχείρηση της εναγομένης, έστω και με μειωμένες αποδοχές είναι πολύ μικρή. Επιπλέον οι γενικότερες συνθήκες εργασίας στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας, όπου παρατηρείται σημαντικό ποσοστό ανεργίας δυσχεραίνουν περαιτέρω την εύρεση εργασίας ειδικά μετά από μεγάλο διάστημα απραγίας, εκ μέρους της ενάγουσας. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η ενάγουσα καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αναζήτησε εργασία σε διάφορες εταιρείες (__________  , __________  , __________  , __________  , __________  , ______, __________  , __________  , __________  ), χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Στην συνέχεια η ενάγουσα αναζήτησε εργασία μέσω του ΟΑΕΔ στον οποίο ενεγράφη στα μητρώα ανέργων ήδη από την 15/10/2007, όπου και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη μέχρι σήμερα (10/2015). Η εναγομένη με την ένδικη έφεσή της παραθέτει ονόματα εταιρειών οι οποίες προσέφεραν θέσεις εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Εκ των άνω εταιρειών προκύπτει ότι είτε δεν ζητούσαν προσωπικό, είτε επρόκειτο για εξειδικευμένες θέσεις εργασίας. Ειδικότερα 1) η εταιρεία με την επωνυμία «__________  ΑΕ» ζητούσε μέσω ΟΑΕΔ το έτος 2013 ως προσωπικό, απόφοιτο ΤΕΙ ειδικότητας γεωπόνο και απόφοιτο ΑΕ Οικονομικού Marketing. Ομοίως το έτος 2012 αναζητούσε μέσω του ΟΑΕΔ ηλεκτρολόγο και τεχνικό δικτύων. Το δε έτος 2011 αναζητούσε συντηρητή δικτύων.

2) Η εταιρεία «__________  Α.Ε.» το έτος 2008 αναζητούσε χημικό μηχανικό και έκτοτε δεν έχει προσφέρει θέσεις εργασίας μέσω ΟΑΕΔ, 3) η εταιρεία «__________  ΑΕ» αναζητούσε μόνο το έτος 2014 τεχνικό πληροφορική)ς ενώ το έτος 2004 χειριστές γερανών, συγκολλητές και φλογοκόπτες. 4) Η εταιρεία «__________  ΑΕ» δεν έχει εγκαταστάσεις στο Ν. Εύβοιας, αλλά μόνο στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και στην Πάτρα. 5) Η εταιρεία «__________  ΕΠΕ», το έτος 2009 αναζητούσε ηλεκτρολόγο γ’ κατηγορίας και χειριστή κλαρκ, το έτος 2010 αναζητούσε θερμαστή και αδειούχο πρακτικό μηχανικό Τ’ κατηγορίας και το έτος 2014 αναζητούσε χειριστή κλαρκ. 6) Η εταιρεία «__________  ΑΕ», αναζητούσε το έτος 2005 οδηγό με δίπλωμα 5ης κατηγορίας και το έτος 2010 βοηθό χειριστού ανυψωτικού μηχανήματος, 7) Η εταιρεία «__________  ΑΕ» της οποίας η πλήρης επωνυμία «__________ _______  ΑΕ» λειτουργεί έξι (6) μήνες μόνο περίπου τον χρόνο κατά την περίοδο του τρύγου και αναζητούσε το 2009 εργατικό προσωπικό για τον τρύγο. 8) Η εταιρεία «__________  ΑΒΕΕ» ανήκει στις εταιρείες συμφερόντων __________  __________  και από το έτος 2006 δεν έχει αναζητήσει προσωπικό μέσω ΟΑΕΔ. 9) Η εταιρεία «__________  ΑΕ» το έτος αναζήτησε χειριστές παραγωγής μηχανών χημικών και εκρηκτικών και μηχανών προϊόντων από πλαστικό. Οι υπόλοιπες από τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της έφεσης εταιρείες δεν αναζήτησαν ποτέ προσωπικό μέσω του ΟΑΕΔ. Επιπλέον, οι κωδικοί διαθεσίμων θέσεων εργασίας ου ΟΑΕΔ της 14/9/2012 που αναφέρω η εναγομένη στην έφεσή της, η πρώτη (θέση εργασίας) αφορά σε οίκο ευγηρίας, όπου ζητείτο ανάλογη προϋπηρεσία σε οίκο ευγηρίας, η δε τελευταία από τις τέσσερις θέσεις εργασίας αφορά σε κατάστημα πώλησης μοτοσικλετών, στο οποίο εζητείτο προϋπηρεσία σε κατάστημα πώλησης μοτοσικλετών. Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι δεν υφίσταται κακοβουλία της ενάγουσας αλλά αντικειμενική αδυναμία ως προς την δυνατότητα εξεύρεσης νέας θέσης εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αναλόγως με τα τυπικά της προσόντα και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της ως προς την επιδίωξη των μισθών υπερημερίας που οφείλονται από την εναγομένη, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον μοναδικό λόγο της ένδικης εφέσεως ελέγχονται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Κατά συνέπεια η αγωγή πρέπει να γίνει ολικά δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 41.829,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους μισθό από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εντός του οποίου έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία της ενάγουσας, και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τούτου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας-εφεσίβλητης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας εναγομένης-εκκαλούσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 29/9/2014 (αρ. εκθ. καταθ. δικ. στο παρόν Δικαστήριο 303/2014) έφεση κατά της με αριθμό 218/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (διαδικασία εργατικών διαφορών).

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 218/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 5/3/2012 (αρ. εκθ. καταθ. δικ. 30/2012) αγωγή της __________ συζ. __________ __________ .

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των σαράντα μία χιλιάδων οκτακόσιων είκοσι εννέα ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (41.829,15), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους μισθό από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εντός του οποίου έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία της ενάγουσας και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τούτου.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Χαλκίδα στις 30 Αυγούστου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ