Αριθμός απόφασης 2165/2014
(2060/2014)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ανδρονίκη Αθανασιάδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε με κλήρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 6η Νοεμβρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αιτούντος: _________ _________ του _________ και της _________ , κατοίκου Κερατσινίου (οδός _________ ), ο οποίος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Χρήστο Οικονομάκη, που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
Της καθής η αίτηση: _________ συζ. _________ _________ , το γένος _________ , κατοίκου Περάματος (οδός _________ ) για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, _________ και _________ _________ , την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Στελιάκης (ΔΣΑ) που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
Ο αιτών, ζητεί να γίνει δεκτή, η από 29-9-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2060/29-9-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την 22-10-2014 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 682 και 695 ΚΠολΔ, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάσσονται σε επείγουσες περιπτώσεις ή επικείμενου κινδύνου για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης, ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, ανακαλείται δε εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 696, 697 (δυνητική) και 698 (υποχρεωτική) του ΚΠολΔ. Η ανάκληση, αναφέρεται στη νομιμότητα διατήρησης του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου και όχι στη νομιμότητα εκδόσεως του, δεν συνιστά ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα και γι’ αυτό δεν ενεργεί αναδρομικά αλλά ex nunc (βλ. ΟλΑΠ 497/78 ΝοΒ 1978.668, ΕφΑΘ 4309/92 ΕλλΔνη 1993.388, Τζίφρας Ασφ. Μετρ. 1985, 82, Νικολόπουλος, «Η ανάκληση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων» έκδ. 1997, σελ. 63-73). Ειδικότερα επί προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων (ΚΠολΔ728), η απόφαση που επιδικάζει προσωρινά την απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά τη σχετική απόφαση, παύει αυτοδικαίως να ισχύει: α) αν μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δημοσίευσή της εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η προσωρινή επιδίκαση ή μεταρρύθμιση δεν ασκήσει αγωγή για την απαίτηση που επιδικάσθηκε ή για τη μεταρρύθμιση της απόφασης (ΚΠολΔ 729 παρ. 5) και β) αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης (ΚΠολΔ 730 παρ. 1). Συνεπώς, η τυχόν καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, που έγινε από τον οφειλέτη στο δανειστή σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επιδικάστηκε προσωρινή απαίτηση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 728 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να προταθεί από αυτόν (οφειλέτη) στη δίκη που αφορά στην κύρια υπόθεση ως αποσβεστικός λόγος της οφειλής του, διότι η διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ εφαρμόζεται μόνο επί οικειοθελούς παροχής του οφειλέτη (βλ. I. Χαμηλοθώρης «Ασφ. Μετρ.», εκδ. 2010, σελ.291, πρβλ. Κρητικός, «Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα», εκδ. 1998, παρ. 2744, σελ. 909). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της καταβολής ποσού από τον οφειλέτη στο δανειστή σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 730 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση κατ’ ουσίαν η αγωγή για την κύρια υπόθεση, το Δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση ή το Δικαστήριο που διέταξε την προσωρινή επιδίκαση απαίτησης διατάζει, ύστερα από αίτηση, την απόδοση όσων έχουν καταβληθεί (ΑΠ 237/2005 δημ. «Νόμος», ΕφΑΘ 3854/2009 ΕλλΔνη 2009.196, ΕφΔωδ 329/06 δημ. «Νόμος», ΕφΑΘ 8240/2003 ΕλλΔνη 2004.1459, ΕφΑΘ 7548/2002 ΕλλΔνη 2003.800, ΕφΑΘ 5949/2001 ΕλλΔνη 2002.1442, Κρητικός ό.π., παρ. 2745 σελ.909). Ειδικότερα, η κατά την ΚΠολΔ 730 παρ. 1 αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της απόφασης, παύει για τον εφεξής χρόνο και δεν πρόκειται για ακυρότητα με αναδρομική ενέργεια, ως εκ τούτου δεν μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των ήδη καταβληθέντων, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, αφού η αιτία για την οποία καταβλήθηκαν ήταν νόμιμη, έστω κι αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση απορριφθεί στην ουσία της (I. Χαμηλοθώρης – Θ. Κλουκίνας Ασφ. Μετρ. εκδ. 2000, τ. Α, 294). Μόλις, όμως, τελεσιδικήσει η απορριπτική απόφαση επί της αγωγής γεννάται η αξίωση της παρ. 2 του άρθρου 730 παρ. 2 του ΚΠολΔ προς απόδοση των όσων έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο προσωρινής επιδικάσεως, η οποία ισχύει αναδρομικά, αντίθετα, εάν ο αιτώνκερδίσει την κύρια δίκη, τυχόν καταβολές που έχουν γίνει προς αυτόν από τον καθού θεωρούνται ως προκαταβολές έναντι της οριστικής επιδίκασης απαίτησης και πρέπει, κατά την ορθότερη γνώμη, να προαφαιρούνται κατά την εκτέλεση (ΕφΑΘ 3854/2009 ΕλλΔνη 2009.196, ΕφΔωδ 329/2006 δημ. «Νόμος», ΕφΑΘ 8240/2003 ΕλλΔνη 2004.1459, ΕφΑΘ 7548/2002 ΕλλΔνη 2003.800, ΕφΑΘ 5949/01 ΕλλΔνη 2002.1442), ενώ το σχετικό αίτημα μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο της κύριας δίκης (βλ. Τριανταφυλλίδης, Ασφ. Μετρ., Προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως ΕλλΔνη 1983.934 επ.). Η αξίωση απόδοσης είναι διάφορη της αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, αφού ο πλουτισμός εδώ οφείλεται έστω κι αν δεν σώζεται (βλ. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτ. 1,1983, άρθρο 914, 181-182, Απαλαγάκη Επαναφορά και αποζημίωση μετά την αναγκαστική εκτέλεση, 1994,200). Για την επιδίκαση της αξιώσεως της παρ. 2 του άρθρου 730 ΚΠολΔ, απαιτείται η υποβολή αιτήματος, το οποίο είναι δυνατόν να υποβληθεί και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου (βλ. Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα ΚΠολΔ I 2000, άρθρο 730 αρ. 4, Α- παλαγάκη, ο.π., 199). Δηλαδή στην περίπτωση που επιδικάζεται προσωρινά απαίτηση με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και επακολουθήσει κανονικά έγερση τακτικής αγωγής για την υπόθεση και γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη, αν τυχόν έχει καταβληθεί ποσό στον αιτούντα, σε εκτέλεση της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης, είναι φανερό ότι το ποσό που καταβλήθηκε προσωρινά, αποτελεί προκαταβολή της οριστικής διατροφής, η οποία ακολούθως του επιδικάζεται και ότι το ποσό που καταβλήθηκε δεν συμψηφίζεται με το επιδικαζόμενο στην κυρία δίκη, αλλά καταλογίζεται στην εκτέλεση (βλ. αντίθετα ΕφΑΘ 7517/1986 ΕλλΔνη 28.1080 κατά την οποία, εφόσον αποδεικνύεται κατά την εκδίκαση της κυρίας υποθέσεως η καταβολή, μετά από ισχυρισμό του εναγομένου οφειλέτη, μπορεί να ζητηθεί η προαφαίρεση (έκπτωση) του προσωρινά εισπραχθέντος χρηματικού ποσού της προσωρινής διατροφής, από το ποσό της οριστικής διατροφής, ΕφΛαρ 50/2013 δημ. «Νόμος»).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτώνμε την υπό κρίση αίτησή του, αιτείται όπως υποχρεωθεί η καθής να αποδώσει σε αυτόν, τα χρηματικά ποσά που της έχει καταβάλει, ως προσωρινά επιδικασθε ίσα διατροφή στην ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους, δυνάμει της με αριθμό 6450/2009 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου (δικάσαντος με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) και στη συνέχεια δυνάμει της με αριθμό 3123/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (που δίκασε με την ειδική διαδικασία των διατροφών), στο μέτρο που αυτά (ποσά) υπερβαίνουν τα τελικώς καθορισθέντα ποσά, όπως αυτά ορίσθηκαν με την προαναφερθείσα 3123/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και με την 331/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς που δίκασε επί ασκηθεισών εφέσεων σε βάρος της 3123/2011 απόφασης, το οποίο προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των 5.930,5 ευρώ, όπως αναλυτικά εξειδικεύει το κάθε επιμέρους ποσό στην αίτησή του, και να καταδικασθεί η καθής στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 730 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι για να διαταχθεί η απόδοση όσων έχουν καταβληθεί στα πλαίσια προσωρινής επιδίκασης απαίτησης, πρέπει να απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση κατ’ ουσίαν η αγωγή για την κύρια υπόθεση, κάτι που δεν επικαλείται ο αιτών ότι συνέβη εν προκειμένων, καθόσον τόσο η με αριθμό 3123/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που δίκασε με την ειδική διαδικασία των διατροφών όσο και το Εφετείο Πειραιώς με την 331/2014 απόφαση του, δεν απέρριψαν εν όλω την κύρια αγωγή αλλά έκαναν εν μέρει δεκτή αυτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Συνεπώς, οι τυχόν καταβολές χρηματικών ποσών, που έγιναν από τον αιτούντα – οφειλέτη στην καθής σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, θεωρούνται ως προκαταβολές έναντι της οριστικής επιδίκασης απαίτησης και πρέπει να προαφαιρεθούν κατά την εκτέλεση και μόνον, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη της παρούσας και όχι να αιτηθεί ο απών την απόδοσή τους με την προμνησθείσα διάταξη του ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα της καθής βαρύνουν τον αιτούντα λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει τον αιτούντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθής, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων ευρώ (250).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, την 16η Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χαρίκλεια Φωτεινάτου.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
