fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 2058/2013
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΏΝ

Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη Αικατερίνη Μπιντζιλέκη ,την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης και τη Γραμματέα Γεώργιο Γκοντίκα .

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 18υ Δεκεμβρίου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : _______  _______   κατοίκου Χαιδαρίου Αττικής ,που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Κρίσπη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : _______  _______  του _______  ,κατοίκου Ελευσίνας Αττικής ,ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μαρώση.

Ο ενάγων κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την από 21.12.2009 με αριθμό κατάθεσης 13525/2009 αγωγή του και ζητεί να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλείται σ’ αυτή.

Για τη συζήτηση της αγωγής ορίσθηκε μετ’ αναβολή δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας .Η συζήτηση έγινε ,όπως σημειώνεται στα πρακτικά.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ο οποίος μετέτρεψε παραδεκτά το αίτημα της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό (άρθρ.295,297 Κ.Πολ.Δ) ,ζητά να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει ,το συνολικό ποσό των 9.238,81 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από την 16.12.2004 ήτοι μετά την παρέλευση της δι’ εξωδίκου ταχθείσης ημερομηνίας προς καταβολή αυτού ,άλλως από της επιδόσεως της αγωγής , μέχρι την εξόφληση ,το οποίο αφορά σε υπόλοιπο αμοιβής του για έργο που εκτέλεσε ,δυνάμει συμβάσεως έργου που συνήψε με την εναγόμενη, τον Αύγουστο του έτους 2002 ,κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή .Τέλος ζητά . να καταδικασθεί η εναγόμενη ατην δικαστική του δαπάνη.
Η αγωγή αυτή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ,το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλη (άρθρ. 14 παρ.1 εδ.α’ Κ.Πολ.Δ) και κατά τόπο ( 33 Κ.Πολ.Δ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στα άρθρα 681, 694, 361, 346ΑΚ.70, 176 Κ.Πολ.Δ . Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Η εναγόμενη αρνήθηκε τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής και πρότεινε σε συμψηφισμό προς την απαίτηση του ενάγοντος ανταπαίτησή της ομοειδή και ληξιπρόθεσμη ,η οποία προέκυψε από την αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντα ,όπως ειδικότερα αναλύεται, στις προτάσεις της .Η ανωτέρω ένσταση προτάθηκε παραδεκτά ( άρθρ.262,269 Κ,Πολ.Δ ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 440, 441,442 ΑΚ θα εξετασθεί δε περαιτέρω και αυτή ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της . Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 688 και 689 ΑΚ αν το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις ή ελαττώματα, ανεξαρτήτως της φύσεως αυτών και της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητος του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται σε κάθε περίπτωση να ζητήσει εκλεκτικά, μεταξύ άλλων, την ανάλογη μείωση της αμοιβής (βλ. ΑΠ 177/1995, ΕλΔνη 37, 1361. ΑΠ 972/1994, ΑρχΝ 1994, 498. ΕφΠειρ 328/2000, ΕλΔνη 42, 1680). Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει ότι το έργο εκτελέσθηκε όχι βέβαια με την έννοια της πλήρους και προσήκουσας εκπληρώσεως της ενοχής του εργολάβου (αφού τότε δεν θα ετίθετο θέμα ευθύνης του), αλλά με την έννοια της αποπερατώσεως του προπαρασκευαστικού σταδίου της εκτελέσεως του έργου ώστε τούτο κατά το κύριο μέρος του να είναι πλέον έτοιμο (βλ. ΕφΑΘ 6533/1996, ΕλΔνη 41, 194).Η μείωση δε της αμοιβής στην περίπτωση αυτή υπολογίζεται βάσει της αναλογίας που υπάρχει, κατά το χρόνο μεταστάσεως του κινδύνου, μεταξύ της (αντικειμενικής) αξίας του έργου χωρίς την έλλειψη και στην αξία του με την έλλειψη, οπότε το αντίστοιχο προς αυτήν ποσοστό αφαιρείται από τη συμφωνηθείσα αμοιβή (βλ. I. Δεληγιάννη, εις Δεληγιάνη – Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τ. II, έκδ. 1992, σελ. 243 επ. )Η εναγόμενη πρότεινε την ένσταση μειώσεως του τιμήματος /επικαλούμενη ουσιώδη ελαττώματα του έργου ,τα οποία αναφέρει ατις προτάσεις της .Η ένσταση αυτή η οποία στηρίζεται σας διατάξεις των άρθρων 688-689 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστη διότι η ενάγουσα δεν αναφέρει την αξία του έργου χωρίς τις ελλείψεις ,αλλά ούτε και την αξία που είχε αυτό με τις επικαλούμενες από αυτήν ελλείψεις ώστε να υπολογισθεί αναλογικά -όπως αναφέρεται στην μείζονα σκέψη – η μείωση της αμοιβής του εργολάβου , δεν αναφέρονται επίσης ούτε τα ποσά που απαιτούνται για την αποκατάσταση αυτών αλλά ούτε αναφέρεται κάποια τεχνική έκθεση η πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται οι ελλείψεις αυτές και το κόστος αποκατάστασής τους ,με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το ποσό το οποίο ενδεχομένως θα έπρεπε να αφαιρεθεί από την αμοιβή του εργολάβου .

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες , τα οποία είναι πρόσφορα για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά; Στη Αθήνα την 28 .8.2002 καταρτίσθηκε γραπτή εργολαβική σύμβαση μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης , στα πλαίσια της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει μια οικία εμβαδού 115 τ.μ. σε οικόπεδο της εναγομένης, που βρίσκεται στην Ελευσίνα Αττικής στην θέση <_______  > στο 110 Ο.Τ. Συμφωνήθηκε ειδικότερα, η ανωτέρω οικία να αποτελείται από τρεις κρεβατοκάμαρες ,μια σαλονοτραπεζαρία ,μια κουζίνα ,ένα μπάνιο και ένα W.C .Επίσης συμφωνήθηκε ρητά η τεχνική περιγραφή του έργου ο εξοπλισμός όλων των χώρων καθώς και οι εργασίες του περιβάλλοντος χώρου . Η αμοιβή του εργολάβου συμφωνήθηκε για όλο το έργο στο ποσό των 96.775 ευρώ (33.000.000δρχ.) και συμφωνήθηκε επίσης ο τρόπος καταβολής αυτού σε 5 δόσεις ,της πρώτης ποσού 3.000.000 δραχμών και και των υπολοίπων τεσσάρων ποσού 7.500.000 δραχμών .Επίσης συμφωνήθηκε ότι στην παραπάνω συνολική τιμή συμπεριλαμβάνονται : 1)171 ένσημα βάσει καταστάσεως του ΙΚΑ και 2) ότι τα τιμολόγια αγορών θα κόβονται στο όνομα της ιδιοκτήτριας -εναγομένης και θα καλυφθεί το Φ.Π.Α των 32.258 ευρώ ,το οποίο θα πληρωθεί από τον ενάγοντα -εργολάβο.

Χρόνος έναρξης του έργου ορίσθηκε η 5/8/2002 και χρόνος/ παράδοσης η 5/2/2003. Πλην όμως ο ενάγων δεν κατέστη δυνατόν να παραδώσει αποπερατωμένη την οικία στον ανωτέρω χρόνο οπότε την 23.7.2003 ,οι διάδικοι συνέταξαν συμπληρωματικό ιδιωτικό συμφωνητικό ,στο οποίο ορίστηκε ρητά νέος χρόνος παράδοσης του έργου ήτοι μέχρι την 24/9/2003 .Αναγράφηκε ρητά επίσης , ότι η εναγομένη κατέβαλε κατά την υπογραφή αυτού το ποσό των 12.000 ευρώ ,όπως συνομολογεί και ο ενάγων στις προτάσεις του , και ότι το υπόλοιπο εναπομείναν ποσό των 11,738,81 ευρώ θα καταβάλλονταν μετρητά το αργότερο ένα μήνα μετά από την παράδοση του έργου ,ήτοι μέχρι την 24.10.2005 .Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό επίσης αναγράφεται ότι η εναγομένη είχε ήδη καταβάλει το ποσό των 73.367,57 ευρώ . Συνολικά δηλαδή μέχρι και την υπογραφή του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 85.367,57 ευρώ (73.367,57 +12.000 ) .Τέλος στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε η κατάπτωση ποινικής ρήτρας σε βάρος του ενάγοντος -εργολάβου ,για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης του έργου ,ανερχομένη στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ .Τελικά το έργο αποδείχθηκε ότι παραδόθηκε τον Μάιου του 2004 .Αυτό προκύπτει από την επιβολή κατάσχεσης σε βάρος του ανωτέρω ακινήτου από το ΙΚΑ τον Μαίο του 2004 αλλά και από την από 5.1.2005 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία της εναγομένης ,η οποία αποτελεί απάντηση στην από 8.12.2004 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του ενάγοντος ο οποίος ζητούσε εξώδικα την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του, στην οποία δεν αρνείται ρητά παράδοση του έργου τον Μαίο του 2004. Συνεπώς αποδείχθηκε κατ’αρχήν ότι η εναγομένη παρέλαβε έργο ,όχι εντελώς διάφορο από το συμφωνηθέν, οπότε οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο της αμοιβής του διότι μόνο αν το εκτελεσθέν έργο είναι τελείως διάφορο του συμφωνηθέντος, ο εργοδότης, εναγόμενος από τον εργολάβο για την καταβολή της αμοιβής του, μπορεί να επικαλεσθεί τις διατάξεις των άρθρων 374 επ. ΑΚ (διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται παντελώς εκπλήρωση της παροχής) και να αρνηθεί την καταβολή σ’ αυτόν της αμοιβής του. Κατά συνέπεια, εφόσον η εναγόμενη δεν ισχυρίζεται ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις και ελαττώματα του έργου καθιστούν αυτό εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, δεν μπορεί κατά της αγωγής του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του να Αντιτάξει την ένσταση  της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης και να αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής του (ΑΠ 177/1995 ΕλλΔνη 37.1361, ΑΠ 689/1977 ΝοΒ 26. 369, ΑΠ 5693/1974 ΝοΒ 22. 1247, ΑΠ 1073/1973 ΝοΒ 22. 759, ΕφΘεσ 1634/2003 Αρμ. 2004. 517, ΕφΑΘ 1699/1994 ΕλλΔνη 36. 883, ΕφΚρ 151/1990 ΕλλΔνη 33. 1262, ΕφΑΘ 8193/1986 Αρμ. 41. 1032, ΕφΑΘ 4234/1986 ΝοΒ 35. 40). Το υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντα μετά την αφαίρεση του ποσού των 4.000 ευρώ που αφορά στην ποινική ρήτρα που κατέπεσε λόγω της καθυστέρησης παράδοσης του έργου (500ευρώ/μήνα Χ8 μήνες) ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 7.738,81 ευρώ (11.738,81-4.000) .Το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 1.500 ευρώ που ισχυρίζεται ότι αφορά σε αμοιβή του για πρόσθετες εργασίες πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμο γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε .Περαιτέρω αποδείχθηκε επίσης ότι επιβλήθηκε στην εναγομένη πρόστιμο από το Ι.Κ.Α ,λόγω της καθυστέρησης της καταβολής των εργοδοτικών εισφορών από τον ενάγοντα ,ο οποίος όπως προαναφέρθηκε είχε αναλάβει σύμφωνα με την σύμβαση την σχετική υποχρέωση ,συνολικού ποσού 1.679,18 ευρώ πλέον προσαυξήσεων ,όπως προκύπτει από την σχετική πράξη καθορισμού χρεών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 39 του ΚΕΔΕ.Η ανωτέρω οφειλή τελικά ανήλθε στο ποσό των 2.403,81 ευρώ (1849,08+554,73 ) όπως προκύπτει από την με αριθμ. 396/2010 πράξη επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης του ανωτέρω οργανισμού που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη . Πλέον αυτού για την προαναφερομένη οφειλή είχε επιβληθεί από τον ανωτέρω οργανισμό την 24.5.2004 σε βάρος του ακινήτου της εναγομένης ,αναγκαστική κατάσχεση με αριθμ. 1307/24.5.2004. Η εναγομένη εξόφλησε τελικά το ανωτέρω ποσό δια δόσεων, ύστερα από σχετική ρύθμιση στην οποία προέβη με τον προαναφερόμενο οργανισμό ,όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει .Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι από την καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου δημιουργήθηκε πρόβλημα σε αυτήν το οποίο συνίστατο στην εξάντληση της περιόδου χάριτος που της είχε χορηγηθεί από την τράπεζα με την επωνυμία <_______  > με συνέπεια να χαθεί

το τελευταίο ποσό εκταμίευσης των 3.000 που αφορούσε σε σύμβαση στεγαστικού δανείου που είχε συνάψει με αυτήν Ο ισχυρισμός αυτός ότι ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό πρέπει να απορριφθεί σαν αόριστος γιατί η εναγομένη δεν αναφέρει με ποιο τρόπο η ανωτέρω καθυστέρηση παράδοσης του έργου επηρέασε την προαναφερομένη σύμβαση στεγαστικού δανείου ,δεν αναφέρεται δηλαδή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης του ενάγοντα η οποία συνίσταται στην καθυστέρηση παράδοσης του έργου και της συνεπεία αυτής -όπως ισχυρίζεται η εναγομένη- προσγενομένης σε βάρος της ζημίας . Επίσης η ένσταση της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη γιατί μόνο η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου προς άσκηση της αξιώσεώς του δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού (βλ. ΑΠ 364/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος η εναγομένη πρότεινε την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα η οποία πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη γιατί το έργο παραδόθηκε τον Μάιο του 2004 και η αξίωση του ενάγοντα παραγράφονταν την 31.12.2009 σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 250άρ.5,251,253 Κ.Πολ.Δ .Ο ενάγων άσκησε την αγωγή του την 21.12.2009 και επέδωσε αυτήν στην εναγομένη την 30.12.2009 όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση στο προσκομιζόμενο αντίγραφο της αγωγής του Δικαστικού Επιμελητή Δημητρίου Λάμπρου .Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν συμπληρωθεί ο πενταετής χρόνος παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος .Συνεπεία όλων των ανωτέρω και εφόσον απορρίφθηκαν όσα κρίθηκαν απορριπτέα, θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η εναγομένη κατά το ποσό της ανταπαίτησής της που ανέρχεται σε 2.403,81 ευρώ ,και αφορούσε ,όπως προαναφέρθηκε στην επιβολή σε βάρος της προστίμου από το ΙΚΑ πλέον των προσαυξήσεων, οπότε οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβέννυνται κατά το μέρος που καλύφθηκαν ,ήτοι κατά το ποσό των 2.403,81 ευρώ. Επειδή όμως η απαίτηση του εργολάβου είναι μεγαλύτερη της απαιτήσεως της εργοδότριας ,πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που απέμεινε μετά τον συμψηφισμό ήτοι το ποσό των 5.330 ευρώ ( 7.738,81 – 2408,81 ),με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της έκδοσης της c ’ μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης λόγω της ήττας αυτής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρ.176 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων τριάντα ευρώ (5.330) με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την πλήρη εξόφληση .

Επιβάλει την δικαστική δαπάνη σε βάρος της εναγομένης την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα την 28η Μαίου 2013 σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ