fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 163/2011
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

(Διαδικασία Τακτική)

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 02-03-2011 για να δικάσει την από 12-12-2008 αγωγή με αριθμό κατάθεσης 884/2008 μεταξύ των:
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αγγελική Κωστοπούλου και το Γραμματέα Ευθύμιο Τούμπα.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της Εταιρίας με την επωνυμία «________ », που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεώργιου Γεωργακόπουλου.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της εταιρίας με την επωνυμία «________  ΑΕΒΕ» ________  , που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενης που δεν
εκπροσωπήθηκε και 2) του ________  ________  του ______, κατοίκου ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω  εταιρίας που εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ελευθέριου Φυλλαδάκη.

Της αγωγής αυτής δικάσιμος ορίστηκε με την από 22-12-2008 πράξη του Γραμματέα η 25-01-2010 και έπειτα από αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή.

Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όσα γράφθηκαν στα πρακτικά.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη με αριθμό 8519/30-12-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ευαγγελίας Γεωργακοπούλου στο Πρωτοδικείο Αθηνών που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα εταιρία αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο της 25-01-2010 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της ! κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της/για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην α’ εναγομένη εταιρία. Η τελευταία όμως δεν  εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Η εγγραφή της αυτή της κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. επέχει θέση νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της α’ εναγομένης, αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αρχική δικάσιμο. Πρέπει συνεπώς να δικαστεί ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση σα να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 270 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί γι’ αυτόν αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά το άρθρο 914 ΑΚ σε ισόποση με το ποσό της επιταγής αποζημίωση του νόμιμου κομιστή της, όταν κατά την έκδοση της επιταγής ενήργησε γνωρίζοντας ότι δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα και θεμελιώνεται ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς αυτής στις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1993 που έχει θεσπιστεί όχι μόνο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος αλλά κατ’ εξοχή του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 (Εφ. Αθ. 4839/2003 Ελλ. Δνη 45 σελ. 536). Το αξιόποινο της ποινικά αξιόλογης αυτής αδικοπραξίας δεν εξαλείφει ούτε αίρει τον άδικο χαρακτήρα αυτής το γεγονός ότι ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε κατά το χρόνο της έκδοσής της παύσει τις πληρωμές του (ΑΠ 1266/2005 Ελλ. Δνη 46,1586).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 634, 637, 644-652, 665 και 666 ΕμΝ, προκύπτει ότι από τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση οι πτωχευτικοί πιστωτές οι οποίοι δεν είναι ασφαλισμένοι με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο στερούνται το δικαίωμα να επιδιώξουν ατομικά την ικανοποίηση των αξιώσεών τους κατά του πτωχού, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση αγωγής κατ’ αυτού εκ μέρους των πτωχευτικών πιστωτών, οι οποίοι υποχρεούνται να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαληθεύσεως. Πτωχευτικοί δε πιστωτές είναι όσοι κατά το χρόνο της κηρύξεως της πτωχεύσεως έχουν ενοχικές αξιώσεις για παροχή χρηματικής ή χρηματικώς αποτιμητή από την περιουσία του πτωχεύσαντος, δηλαδή από την εμπορική του δραστηριότητα όταν είχε την διαχείριση της περιουσίας του ανεξάρτητα από το χρόνο επέλευσης της ζημιάς τους. Οι παραπάνω πτωχευτικοί πιστωτές ανακτούν τις εναντίον του πτωχεύσαντος ατομικές διώξεις μόνο α) μετά την περάτωση της πτώχευσης με πτωχευτικό συμβιβασμό β) μετά την ανάκληση της απόφασης που κήρυξε της πτώχευση ύστερα από συναίνεση των πιστωτών και γ) μετά την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως Εφ. Αθ. 6783/2000 Ελλ. Δνη 43504, Εφ. Αθ. 8981/2000 Ελλ. Δνη 43,1074, Εφ. Αθ. 9712/1997 Ελλ. Δνη 41,1424 Ρόκα Πτωχευτικό Δίκαιο Έκδοση 12η παρ. 35 και 36 σελ. 149 επ., Εφ. Αθ. 2479/2006 Ελλ. Δνη 50,218).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης , εναγομένης ανώνυμης εταιρίας εξέδωσε για λογαριασμό της τελευταίας στις 31-12-2003 την υπ’ αριθμόν ________  επιταγή της τράπεζας με  την επωνυμία «________  » ποσού 3.372,12 € πληρωτέα από το με . αριθμό ________  λογαριασμό της α εναγομένης στην πιο πάνω τράπεζα. Ότι την παραπάνω επιταγή μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία «________  ΑΕ» και ότι όταν εμφανίστηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 08-01-200 επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων και σφραγίστηκε. Ότι την επιταγή πλήρωσε στο τελευταίο νόμιμο κομιστή και έγινε εξ’ αναγωγής κομίστρια αυτής και ότι ο β’ εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο πληρωμής της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ως αποζημίωση εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 3.372,12 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή να απαγγελθεί σε βάρος του β’ εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή της δικαστικής τους δαπάνης.

Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 14 παρ. 1α, 22) και 25 Κ.Πολ.Δ. και είναι ορισμένη και νόμιμη σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 346 ΑΚ, 79 του Ν. 5960/33, 907, 908 και 176 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του β’ εναγομένου είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, εφόσον η απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 € μέχρι του οποίου δε διατάσσεται προσωπική κράτηση επί αξιώσεως από αδικοπραξία σύμφωνα με την ΥΑ 12082/2009, ΦΕΚ Β 318/20-02-2009 που ισχύει για τις δίκες τα εισαγωγικά δικόγραφα των οποίων κατατίθενται από 20-02-2009 με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της παραγράφου 2 του άρθρου 1047 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει επομένως η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. αγωγόσημα με αριθμό 525132,  173869 με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και η οποία εκτιμάται ανάλογα με το λόγο γνώσης και βαθμό αξιοπιστίας του και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο β’ εναγόμενος εξέδωσε στον Πειραιά με ημερομηνία 31-12-2003 την υπ’ αριθμόν ________  τραπεζική επιταγή μεταχρονολογημένη της τράπεζας με την επωνυμία ________   κατάστημα Πασαλιμανιού ποσού 3.372,12 € σε χρέωση του λογαριασμού της ανώνυμης εταιρίας «________  ΑΕΒΕ» (α εναγομένη), της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής σύμφωνα με την από 15-01-2003 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων και το από 15-1-2003 πρακτικό του Δ.Σ. και την ανακοίνωση καταχώρισής της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών (βλ. Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τεύχος ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης αρ. φύλου 2139/14-3-2003) μέχρι την 22-12-2003 αφού έκτοτε την εταιρία εκπροσωπεί και δεσμεύει με την υπογραφή του ο ______ ______ (Εφ. Της Κυβερνήσεως τεύχος Ανωνύμων εταιριών και μαρκών περιορισμένης ευθύνης αρ. φύλλου 13740/30-12-2003) πληρωτέα σε διαταγή της ενάγουσας, προκειμένου να εξοφλήσει η πιο πάνω εταιρία οφειλή της προς αυτή που προερχόταν από την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών. Την επιταγή αυτή η ενάγουσα μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία με την επωνυμία «________  ΑΕ», η οποία και την κατέθεσε στην ________  . Ότι η πιο πάνω επιταγή εμφανισθείσα την 08-01-2004 για πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας όπως αποδεικνύεται από τη σχετική βεβαίωση της ________  ΑΕ. Την επιταγή η ενάγουσα απέκτησε εκ νέου, αφού πλήρωσε το ποσό αυτής στην εταιρία «________  ΑΕ» και κατέστη εξ’ αναγωγής κομίστρια αυτής και η οποία εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εξέδωσε την παραπάνω τραπεζική επιταγή εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρωτέα τράπεζα τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο πληρωμής της, σε κάθε δε περίπτωση ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πτώχευση της α εναγομένης ήταν μεταγενέστερη του χρόνου έκδοσης (31-12-2003) και εμφάνισης αυτής (08-01-2004) προς πληρωμή (βλ την υπ’ αριθμόν 2124/1004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δημοσιεύτηκε στις 12-05­2004 και έχει ως συνέπεια την απαγόρευση στους πτωχευτικούς δανειστές και συνεπώς στην ενάγουσα να ασκήσουν αγωγή κατά της πτωχής α’ εναγομένης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεών τους, αφού δεν αποδείχθηκε περάτωση των εργασιών της πτώχευσης ή ανάκληση της απόφασης περί πτωχεύσεως αυτής και συνεπώς η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή κατά της α εναγομένης λόγω αναστολής του δικαιώματος ατομικής δίωξης κατά της πτωχής. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τόσο κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και πιο πάνω αναφερόμενο ΦΕΚ δεν ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας (α’ εναγομένης) και κατά συνέπεια η αγωγή πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη παθητικής του νομιμοποίησης. Όμως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμος, αφού επί μεταχρονολογημένης επιταγής το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής μπορεί να διαπράττεται από το χρόνο της πραγματικής έκδοσης μέχρι την τελευταία ημέρα του οκταημέρου από την ημερομηνία έκδοσης αυτής και ότι αποδείχθηκε επίσης ότι η έκδοση της επιταγής έγινε σε χρόνο προγενέστερο κατά τον οποίο αυτός διαχειριζόταν την περιουσία της α’ εναγομένης, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπέγραψε αυτός την επιταγή αλλά κάποιος άλλος. Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν υπάρχει δόλος στο πρόσωπό του, αφού ο χρόνος έκδοσης και εμφάνισης της επιταγής εμπίπτει στο ύποπτο χρονικό διάστημα, αφού σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 2124/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ορίστηκε ως ημερομηνία παύσης των πληρωμών η 20-01-2003, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, αφού το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είχε παύσει τις πληρωμές του κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής, αφού το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι’ αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του αφενός η έκδοση έγκυρης επιταγής και αφετέρου η έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής εν γνώσει του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Από τη μη πληρωμή της επιταγής η ενάγουσα υπέστη ζημιά ίση με το ποσό της επιταγής. Πρέπει επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη ως προς το β’ εναγόμενο και να απορριφθεί ως προς την α’ εναγομένη. Να υποχρεωθεί ο β’ εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.372,12 € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, γιατί η καθυστέρηση εκτέλεσής της είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική ζημιά στην ενάγουσα που νικά. Η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας βαρύνει τον εναγόμενο λόγω της ήττας του (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.). Παράβολο ανακοπής ερημοδικίας δεν θα οριστεί, λόγω της ερημοδικίας της α εναγομένης, αφού η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της α’ εναγομένης και αντιμωλία του β’ εναγομένου.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς την α εναγομένη.

Δέχεται την αγωγή ως προς το β’ εναγόμενο.

Υποχρεώνει το τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (3.372,12 €), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Επιβάλει σε βάρος του β’ εναγόμενου τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00 €).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στις 24-­05-2011 σε έκτακτη δημόσια και στο ακροατήριό του συνεδρίαση απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ              Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ