fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 5963/2005

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Παπαϊωάννου, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Σπυριδούλα Τζαβίδη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13.10.2005, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:

Του ενάγοντος: ________   ________    του ________   , κατοίκου Γιαννιτσών, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Μαρίνα Τούντα.

Του εναγόμενου: ________   ________   του ________   , κατοίκου Πολιτείας Αττικής, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Αγγελάκος.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή του, που κατατέθηκε με αριθμό 41381/1976/22.3.2004, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 914 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933 «περί επιταγής» – η τελευταία των οποίων έχει θεσπισθεί όχι μόνο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής [βλ. ΟλΑΠ 18/2004 ΕλΔ 2004/1322] – προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία με βάση ακάλυπτη επιταγή, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί ότι ο εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή με δόλο ως προς την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής αυτής [βλ. ΑΠ 281/2003 ΕλΔ 2004/442, ΑΠ 838/2002 ΝοΒ 2003/43, βλ. επίσης ΕφΑΘ 7351/2001 στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α. και ΕφΑΘ 7279/2000 ΔΕΕ 2001/1006, ότι αρκεί και ενδεχόμενος δόλος], τον οποίο (δόλο του εναγομένου) και βαρύνεται ο ενάγων να αποδείξει [άρθρ. 335, 338 § 1 ΚΠολΔ, βλ. ΕφΘεσ 2499/1999 Αρμ 2002/59, ΕφΘεσ 1517/1999 Αρμ 2000/44, ΕφΑΘ 6489/1998 ΝοΒ 1999/70, βλ. όμως και διαφορετικά, όσον αφορά το βαθμό υπαιτιότητας και το βάρος απόδειξης αυτής, Μάρκου, Αρμ 2002, σελ. 8]. Περαιτέρω, η ευθύνη από αδικοπραξία δεν αποκλείεται όταν η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη [βλ. ΑΠ 1262/1993 ΕλΔ 1995/157, ΕφΘεσ 1517/1999 Αρμ 2000/44, ΕφΘεσ 1520/1999 Αρμ 2000/951, ΕφΘεσ 2463/1998 ΔΕΕ 1999/732], ακόμα μάλιστα και αν εμφανίστηκε προς πληρωμή πριν την αναγραφόμενη στο σώμα αυτής ημερομηνία [βλ. ΑΠ 1262/1993 ο.π., ΕφΘεσ 2463/1998 ο.π.].

Με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «________   », εξέδωσε τέσσερις δίγραμμες μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες, όταν εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή από τον ενάγοντα, στον οποίο είχαν μεταβιβαστεί με οπισθογράφηση, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που ήταν σε γνώση του εναγομένου, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί αντίστοιχη, με τα ποσά των επιταγών, ζημία. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 30.941,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική της διάταξη, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγομένου, διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για τη συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 14 § 2, 22 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρ. 79 ν. 5960/1933, 297, 298, 914 ΑΚ, 176 επ., 907, 908 και 1047 ΚΠολΔ. Έχει καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το με αριθμό 4426366 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΘ’ Αθήνας). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που πρότεινε ο ενάγων και εξετάστηκε στο ακροατήριο και όλα τα έγγραφα που ο τελευταίος επικαλείται και προσκομίζει με τις προτάσεις του – ο εναγόμενος δεν πρότεινε μάρτυρα, ούτε προσκόμισε έγγραφα – αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «________   », εξέδωσε τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές, με αριθμούς ________   , ________   , ________   και ________   , με αναγραφόμενο τόπο έκδοσης το Μαρούσι και πληρώτρια την ________   οι τρεις πρώτες και με αναγραφόμενο τόπο έκδοσης την Αθήνα και πληρώτρια την ________   η τέταρτη, με ημερομηνίες 10.3.2004, 15.3.2004, 17.3.2004 και 30.6.2004 και ποσά (σε ευρώ) 7.457,19, 7.708,53, 11.275,25 και 4.500,41, αντίστοιχα. Τις επιταγές αυτές, ο ενάγων, ως τελευταίος νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση, τις εμφάνισε για πληρωμή, στις 3.3.2004 τις τρεις πρώτες και στις 5.3.2004 την τέταρτη, αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως βεβαιώθηκε αρμοδίως στα σώματα των επιταγών στις ίδιες πιο πάνω ημερομηνίες. Σημειώνεται ότι, όπως σαφώς προκύπτει από τα επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των παραπάνω επιταγών, που προσκομίζει ο ενάγων, αυτές δεν είναι δίγραμμες – παρότι τόσο ο ενάγων (στην αγωγή και στις προτάσεις του) όσο και ο εναγόμενος (στις προτάσεις του) υποστηρίζουν το αντίθετο – αφού καμία από τις εν λόγω επιταγές δεν φέρει διγράμμιση με δύο παράλληλες γραμμές στο εμπρόσθιο μέρος της (άρθρ. 37 ν. 5960/1933). Σημειώνεται, πάντως, ότι μόνη συνέπεια της διγράμμισης της επιταγής είναι ο περιορισμός των προσώπων που μπορούν να την εισπράξουν – τραπεζίτης ή πελάτης του πληρωτή – ενώ κυκλοφορεί αυτή όπως η κοινή επιταγή (άρθρ. 38 ν. 5960/1933 βλ. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, έκδ. 2002, σελ. 290, 292, ΑΠ 326/1998 ΔΕΕ 1998/988, ΕφΠειρ 414/1997 ΕΕμπΔ 1997/540). Κατά τα λοιπά, δεν αποδείχθηκε το απαραίτητο στοιχείο του δόλου του εναγομένου, δηλαδή ότι αυτός γνώριζε, ή έστω θεωρούσε ενδεχόμενη και την αποδεχόταν, την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας «________   », για την οποία, ως νόμιμος εκπρόσωπος, εξέδωσε τις επιταγές. Ο μάρτυρας του ενάγοντος δήλωσε άγνοια για το δόλο του εναγομένου [βλ. τα πρακτικά της δίκης: «……….. Δεν ξέρω γιατί δεν πληρώθηκαν. Δεν ξέρω αν γνώριζε ότι δεν θα πληρωθούν…»], ο οποίος (δόλος) δεν προκύπτει ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε φυσικά είναι δεδομένος από μόνο το γεγονός ότι ο εναγόμενος εξέδωσε, με την πιο πάνω ιδιότητά του, τις επιταγές. Πρέπει, επομένως, μετά από τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με άρθρ. 2 § 2 ν. 2915/2001).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια

συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 ΔΕΚ 2005.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ