fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 Αριθμός 7459/2000
7339/2000

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

Αποτελουμένο από τους Δικαστές Ευαγγελία Ορφανού Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αικατερίνη Καράπα Πρωτόδικη, Ιωάννη  Αποστολόπουλο Πρωτοδίκη-Εισηγητή και από τη Γραμματέα Άννα Δρόσου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 6 Οκτωβρίου 2000 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1)_______   συζ. _______  _______  , το γένος _______  _______  , 2)_______  συζ. _______  _______  , το γένος _______  _______  , 3)_______  _______   του _______  και 4)_______  χήρας _______  _______  , κατοίκων Νίκαιας, οι οποίοι, άπαντες, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Αλεξίου.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1)_______  συζ. _______  _______  , το γένος _______  _______   και 2)_______  _______  του _______  , κατοίκων Νίκαιας, οι οποίοι, εμφανίστηκαν αμφότεροι με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Οικονομάκη.

Oι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 4-7-2000 αγωγή τους, που κατατέθηκε με αριθμό 7339/5-7-2000 και προσδιορίστηκε να δικαστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης oι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία, δηλαδή σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά  του εναγομένου και συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις oι οποίες δημιουργούν, σύμφωνα με το νόμο, το επίδικο δικαίωμα, τη θεμελίωση της νομιμοποίησης των διαδίκων και του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος και ακόμη ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και ορισμένο αίτημα. Η αναφορά των παραπάνω στοιχείων στην αγωγή είναι απαραίτητη για να μπορέσει τόσο ο εναγόμενος να αμυνθεί, όσο και ίο δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της, επιπλέον δε για τη διατύπωση στην απόφαση ορισμένου, σαφούς και επιδεκτικού εκτέλεσης διατακτικού. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα προαναφερόμενα στοιχεία καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα, μάλιστα η αοριστία αυτή, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με τη παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 560/1979 ΝοΒ 27 1599, ΕφΑΘ 2822/1986 ΕλλΔνη 27  701, ΕφΑΘ 6435/1987 ΝοΒ 36 364). Περαιτέρω, για τη νομική θεμελίωση της αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου, η οποία στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, αρκεί η επίκληση της μεταβιβαστικής της κυριότητας συμβολαιογραφικής πράξης μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου δlkoιοπαρόχου του και της μεταγραφής αυτής  (άρθρο 1033 του ΑΚ) .

Επίσης, αν στην παραπάνω αγωγή, ο ενάγων επικαλείται ως παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας την κληρονομική διαδοχή, πρέπει αυτός να αναφέρει στην αγωγή ότι ο κληρονόμος αποδέχθηκε με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και ότι το έγγραφο αυτό (πράξη αποδοχής) μεταγράφηκε ή ότι έχει εκδοθεί κληρονομητήριο, το οποίο έχει μεταγράφει (άρθρα 1846,1193 και 1198 του ΑΚ) ή σε περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ, να περιλάβει τα περιστατικά που αφορούν την υπεισέλευση στην κληρονομία, σύμφωνα  με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Σε περίπτωση όμως, που ο εναγόμενος, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, αμφισβητήσει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων(αμέσων και απώτερων) του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, ο τελευταίος (ενάγων) υποχρεούται, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του αμέσου δικαιοπαρόχου του και αν είναι αναγκαίο και των απώτερων, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο προσδιορισμού της δικής του κυριότητας, μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, διαφορετικά, σε περίπτωση παράλειψης των παραπάνω στοιχείων η αγωγή   είναι αόριστη (βλ. ΑΠ 557/1994 ΕλλΔνη 36  319, ΑΠ 406/1991 ΕλλΔνη 33 124, ΑΠ 412/1982 ΝοΒ 30   1478) . Επιπλέον, για το ορισμένο του δικογράφου της παραπάνω αγωγής, απαιτείται εκτός άλλων και η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου,          μάλιστα η περιγραφή αυτή, πρέπει να περιέχει το είδος, την έκταση, τη θέση και τα όρια του εν λόγω ακινήτου, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα του (βλ.ΑΠ 940/1972 ΝοΒ 21 466, ΑΠ 370/1968 ΝοΒ 16 957, ΕφΘεσ 861/1970 Αρμ 25 106).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, όπως αυτή εκτιμάταί από το Δικαστήριο, οι ενάγοντ ες εκθέτουν ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου οι τρεις πρώτοι (ο καθένας) και 4/16 εξ αδιαιρέτου η τέταρτη ενάγουσα, ενός ακινήτου μετάτων επ’ αυτού κτισμάτων, έκτασης 458 τ.μ., που βρίσκεται στη Νίκαια Αττικής και περιγράφεται στην αγωγή. Επίσης, ότι αυτοί (ενάγοντες) απέκτησαν την, συγκυριότητα του παραπάνω ακινήτου, κατά το ως άνω ποσοστό, κατά παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του _______  _______  , που πέθανε το έτος 1966 (κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής), την κληρονομιά του οποίου αυτοί αποδέχθηκαν με τη με αριθμό 4427/3-9-1999 πράξη της συμ/φου Μαραθώνος Αναστασίας-Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη—Πλακοπούλου, η οποία νομότυπα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία. Ακόμη, εκθέτουν ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την ως άνω συγκυριότητα τους σε τμήμα του παραπάνω ακινήτου, με την επ’ αυτού υπάρχουσα οικία, στην οποία διαμένουν οι εναγόμενοι, έκτασης 231,77 τ.μ., που βρίσκεται επί της πρώτης παρόδου της οδού Κεραμικού στον αριθμό 24, μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς τους, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο, λόγω γονικής παροχής, με το με αριθμό 14598/5-10-1990 συμβόλαιο της συμ/φου Πειραιώς Αικατερίνης Γκορίτσα-Τριανταφύλλου, τη ψιλή κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, παρακρατώντας το δικαίωμα επικαρπίας ισοβίως. Με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν: α)να αναγνωριστεί το ως άνω δικαίωμα συγκυριότητας τους, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό αντίστοιχα, στο παραπάνω ακίνητο, ως προς το οποίο το αμφισβητούν οι εναγόμενοι, β)να αναγνωριστεί η ακυρότητα του παραπάνω με αριθμό 14598/5-10-1990 συμβολαίου γονικής παροχής και γ) να δίαταχθεί η από τους εναγόμενους άρση της προσβολής του ως άνω δικαιώματος συγκυριότητας τους και η παράλειψη προσβολής του στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής 300.000 δραχμών για κάθε εναγόμενο και προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός μηνός. Τέλος, ζητούν να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τους. Η αγωγή αυτή, η οποία έχει νομότυπα εγγράφει στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας Αττικής (βλ. το με αριθμό 4292/25—7—2000 πιστοποιητικό του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου), αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 11 εδ. 1, 14, 18 εδ. 1 και 29 παρ. 1 του ΚΠολΔ) , κατά την τακτική διαδικασία.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνούνται γενικά τα περιστατικα που απο τ ε λούν την ιστορική βάση της αγωγής και επιπλέον ισχυρίζονται ότι ο άμεσος δlκαιοπάροχος των εναγόντων ______ _______ , δεν ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, κύριος του επιδίκου ακινήτου. Όμως, οι ενάγοντες δεν προβαίνουν, με τις προτάσεις τους, στην αναγκαία συμπλήρωση της αγωγής, προσδιορίζοντας τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον προαναφερόμενο άμεσο δικαιοπάροχο τους και τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται   σ’ αυτήν, ούτε, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της, στις προτάσεις των εναγόντων, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχο τους, καθώς και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, μολονότι το στοιχείο αυτό είναι αναγκαίο, λόγω της ως άνω άρνησης των σχετικών περιστατικών από τους εναγόμενους. Επιπλέον,      στην ένδικη αγωγή δεν περιέχεται επαρκής και σαφής αναφορά των ορίων του επίδικου ακινήτου (αναφέρεται μόνον η οδός στην οποία βρίσκεται), η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού (προσδιορισμός των ορίων του ακινήτου), σύμφωνα με τις προεκετεθείσες σκέψεις, καθιστά την αγωγή αόριστη, δεδομένου ότι προκύπτει αμφιβολία ως προς τον προσδιορισμό της ακριβής θέσης του επιδίκου ακινήτου.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ένδικη αγωγή, πέραν της παραπάνω αοριστίας της, όσον αφορά το αίτημά της περί αναγνώρισης της ακυρότητας του με αριθμό 14598/5-10-1990 ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί και αν υποτεθούν ως αληθινά τα περιστατικά της ιστορικής βάσης αυτής (αγωγής), αυτά δεν προκαλούν ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω δικαίοπραξίας (άρθρο 174 ΑΚ) . Εξάλλου, το αίτημα της αγωγής, που αφορά την άρση της προσβολής του ως άνω δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων και την παράλειψη προσβολής του στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, είναι μη νόμιμο, γιατί δεν προσιδιάζει στην ένδικη αγωγή, δοθέντος ότι τα παραπάνω διατάσσονται από το Δικαστήριο, μόνον όταν συντρέχει περίπτωση μερικής προσβολής του δικαιώματος κυριότητας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση τα περιστατικά που επικαλούνται οι ενάγοντες συνιστούν καθολική προσβολή της κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο (βλ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου τομ. V αρθρ. 1094 αρ. 41) και Κ. Παπαδόπουλο Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου τομ. Α σελ. 367).

Με βάση τα προεκτεθέντα, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως αόριστη, όμως τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω της εύλογης αμφιβολίας των εναγόντων ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 8­12-2000 κα l δημοσιεύθηκε στις 19-12-2000 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ