fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ A.Δ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 1043/2007
9718/2003

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αικατερίνη Κοκόλη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Σοφία Καλούδη} Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Μαρία Τσιρογιάννη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 9 Ιουνίου 2006, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1) _______  συζ. _______  _______  , το γένος _______  _______  , κατοίκου Νίκαιας, οδός _______  , 2) _______  συζ. _______  _______  , το γένος _______  _______  , κατοίκου Νίκαιας, οδός _______  και 3) _______  _______   του _______  , κατοίκου Νίκαιας, 1ης παρόδου οδού Κεραμικού αρ. 24, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια του A πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νου Αλεξίου.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) _______   συζ. _______  _______  ) γένος _______  _______  , κατοίκου Νίκαιας, 1ης παρόδου οδοΝδ Κεραμικού αρ.,24 και 2) _______  _______   του _______  , κατοίκου ομοίως, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Οικονομάκη.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 20 Νοεμβρίου 2003 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε με αριθμό 9718/1-12-2003, προσδιορίστηκε για την 23 Σεπτεμβρίου 2005 και μετά από αναβολή για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις γραπτές προτάσεις τους.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033, 1192 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου, είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη της κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης, αφού η δικαιοπραξία διαθέσεως πράγματος παρά μη δικαιούχου δεν στερείται οριστικά της ενέργειας αυτής αλλά η ενέργειά της εξαρτάται από την επέλευση όρου που απαιτείται από το νόμο και συνεπώς είναι όχι οριστικά άκυρη αλλά μετέωρης ισχύος (ΑΠ 525/1986 ΝοΒ 35.193, ΑΠ 1528/1985 ΝοΒ 34.1582, ΕφΑΟ 7217/1991 ΕλλΔνη 34.637, ΕφΘεσ 246/1990 ΕλλΔνη 33.1224, Γ. Μπαλή: Γενικές Αρχές του Αστικού Κώδικα, εκδ. 8, παρ. 67). Επομένως, η σχετική αγωγή ακυρότητας συμβολαίου απορρίπτεται ως μη νόμιμη. Περαιτέρω η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου έναντι του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ψ) , αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Συνεπώς εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (Γ. Μπαλής: ΕμπρΔ, παρ. 61, Γεωργιάδης: ΕμπρΔ, παρ. 175, Α. Παπαχρήστου: ΕμπρΔ, άρθρο 1033, σελ. 243). Ο αληθής κύριος στην περίπτωση μεταβιβάσεως του ακινήτου του, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ), την οποία όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνο κατ’ αυτού και όχι κατά του πωλητή. Παράλληλα έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή «ακυρότητας του συμβολαίου» (Κ. Παπαδόπουλου: Αγωγές Εμπρ. Δικ., 1989, παρ. 117, 4 δ, σελ. 308) με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν να ζητηθεί η ακυρότητα της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου, λόγω ελλείψεως κυριότητας του πωλητή, αφού, όπως προαναφέρθηκε αυτή είναι έγκυρη, αλλά μπορεί να ζητηθεί να αναγνωρισθεί ότι ο μεν πωλητής δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε αγοραστής, λόγω της ελλείψεως αυτής του πωλητή, δεν έγινε κύριος αυτού (ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη 38.1901). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής. Τα στοιχεία αυτά, πλην της νομής ή κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, απαιτούνται και για την πληρότητα της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής. Αν η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως, αρκεί να προβληθούν με αυτή όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας), είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, μόνον αν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί τούτο. Επομένως, επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, η οποία στηρίζεται, όσον αφορά τον τρόπο κτήσεως κυριότητας από τον ενάγοντα του επίδικου πράγματος, σε κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους της κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ τόσο η κατά τα άνω αποδοχή της κληρονομιάς, όσο και η μεταγραφή αυτής ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού. Αν παραλειφθούν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή είναι αόριστη, και η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης (ΑΓΊ 181/2006, ΑΠ 1788/2005 ΕλλΔνη 2006.425, ΑΠ 1292/2002, ΑΠ 557/1994 ΕλλΔνη 36.319, ΠΠΛιβαδ 135/1997 Αρμ 1998. 1487 , Κ. Παπαδόπουλου: Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, εκ. 1989, σελ. 237-240, παρ. 101-102, 1β-2β). Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948 ‘Ήερί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων” η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977 «Απαγορεύεται η μεταβίβασης της κυριότητος οικοπέδων, επαγομένη την δημιουργίαν οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος», κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 2 «Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου έχουσα αντικείμενον απαγορευομένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητος είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απαγόρευση κάθε δικαιοπραξίας η οποία άγει στη δημιουργία μη άρτιου οικοπέδου αναφερομένη σε ακάλυπτα οικόπεδα, δηλαδή σε ασκεπείς χώρους που έχουν προορισμό την οικοδόμηση, η μη αρτιότητα των οποίων δημιουργείται το πρώτον με τη μεταβίβασή τους, όπως όταν από μεγαλύτερης εκτάσεως άρτιο οικόπεδο μεταβιβάζεται ένα τμήμα αυτού που δεν αποτελεί είτε κατά το εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή βάθος άρτιο οικόπεδο, δεν καταλαμβάνει ούτε τα εξ υπαρχής μη άρτια οικόπεδα, και την τυχόν μεταβίβαση ποσοστού εξ αδιαιρέτου αυτών, ούτε εκείνα επί των οποίων έχει κτισθεί οικοδομή (ΑΠ 1054/1991 ΕΕΝ 1992.637). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Νίκαιας, εντός του οποίου έχουν ανεγερθεί τρεις κατοικίες. Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους _______  _______  , ο οποίος απεβίωσε την 28-12-1966 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ίδιους, την πρώτη των εναγομένων-αδερφή τους και τη σύζυγό του, μητέρα τους (εναγόντων και πρώτης των εναγομένων) _______   _______  , κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς (ενάγοντες) και η πρώτη των εναγομένων, και κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η αποβιώσασα την 14-2-2002 μητέρα τους (την οποία κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου οι ίδιοι (ενάγοντες και η πρώτη των εναγομένων και έτσι κατέστησαν συγκύριοι και ως προς το δικό της ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, ήτοι επιπλέον κατά ποσοστό 1/16 εξ’ αδιαιρέτου ο καθένας και συνολικά κατά ποσοστό 4/16 ο καθένας  από αυτούς -ενάγοντες και πρώτη των εναγομένων). Ότι ο κληρονομούμενος _______  _______  είχε καταστεί αληθής κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ασκώντας με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες σ’ αυτή (αγωγή) πράξεις νομής από το έτος 1944, όπως ότι επ’ αυτού ανήγειρε τμηματικά και με δαπάνες του ισόγεια κατοικία, συνολικής εκτάσεως 99,75 τ.μ. Ότι μετά το γάμο της η πρώτη των εναγομένων με το σύζυγό της κατοίκησαν στο εμπρόσθιο τμήμα του ανωτέρω κτίσματος επιφάνειας 64,50 τ.μ. και οι υπόλοιποι (ήτοι οι ενάγοντες με τη μητέρα τους) στο οπίσθιο τμήμα του ίδιου κτίσματος επιφάνειας 35,25 τ.μ. Στη συνέχεια εκθέτουν ότι σε όλους τους παραπάνω κληρονόμους του _______  _______   χορηγήθηκε από την Πολεοδομία Πειραιώς η αναφερόμενη οικοδομική άδεια για την προσθήκη διώροφης οικοδομής, επιφάνειας 199 τ.μ., η οποία και πράγματι κατασκευάστηκε. Ότι με την υπ’ αρ. πρωτ. οικ. 425377/94/16-3-1988 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς κυρώθηκε η υπ’ αρ. 3/1988 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης της περιοχής «Γήπεδο Νεάπολης» στο Δήμο Νίκαιας και ότι το κτηματογραφικό διάγραμμα και ο πίνακας εφαρμογής περιλαμβάνουν για την ιδιοκτησία τους με κωδικό 010807 που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 293 της παραπάνω Πολεοδομικής Μελέτης α) την αρχική ιδιοκτησία τους που είχε εμβαδόν 400 τ.μ., με την Πράξη Εφαρμογής όμως προσκυρώνεται αναγκαστικά σε αυτήν οικοπεδικό τμήμα εμβαδού 58 τ.μ. με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το επίδικο εμβαδού 458 τ.μ. και β) τα στοιχεία των συνιδιοκτητών, ήτοι των δύο πρώτων από αυτούς, της πρώτης των εναγομένων και της αποβιώσασας μητέρας τους _______  _______   κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς ενώ από παραδρομή δεν αναφέρεται ο τρίτος από αυτούς (ενάγοντες). Προσθέτουν επίσης ότι με την υπ’ αρ. 14598/5-10- 1990 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής με παρακράτηση δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Γκορίτσα- Τριανταφύλλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η πρώτη των εναγομένων μεταβίβασε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στο δεύτερο των εναγομένων υιό της και παρακράτησε την επικαρπία υπέρ αυτής του λεπτομερώς περιγραφομένου οικοπέδου με την σε αυτό υπάρχουσα οικία επιφάνειας 50 τ.μ. . Ότι το παραπάνω οικόπεδο που εμφανίζεται ως οικόπεδο αυτοτελές και αυτόνομο, επιφάνειας 231,77 τ.μ., (όπως εμφαίνεται στο από 11/1990 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού _______  _______  που συνοδεύει την προαναφερόμενη πράξη και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής), αποτελεί τμήμα του μείζονος προαναφερόμενου οικοπέδου επιφάνειας 458 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο Ρυμοτομικό Διάγραμμα που συνοδεύει το από 30-5­1985 Διάταγμα Ρυμοτομίας, καθώς και στο κτηματολογικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη υπ’ αρ. 3/1988 Πράξη Εφαρμογής. Ακολούθως ισχυρίζονται ότι έτσι την 5-10-1990 με το παραπάνω συμβόλαιο γονικής παροχής συντελέστηκε υπαίτια (παράνομη) κατάτμηση, αφού καθ’ υπέρβαση των διατάξεων του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, δημιουργήθηκαν δύο οικόπεδα που δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα κατά τον κανόνα ή κατά την παρέκκλιση, σύμφωνα με τα λεπτομερώς αναφερόμενα σ’ αυτή (αγωγή). Ότι κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η ως άνω συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης ψιλής κυριότητας ένεκα γονικής παροχής και παρακράτησης της επικαρπίας είναι απολύτως άκυρη. Κατόπιν τούτων ζητούν 1) α) να αναγνωριστεί ότι είναι συγκύριοι (οι ενάγοντες) του επιδίκου κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς και β) ως προς τον τρίτο των εναγόντων, κατόπιν της ως άνω αναγνωρίσεως, να διαταχθεί η διόρθωση της ανωτέρω αναφερομενης Πράξης Εφαρμογής ως προς αυτό ήτοι ότι συγκύριος κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου είναι και ο τρίτος των εναγόντων, αφού αίτημα μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, ακόμη και στο αιτιολογικό μέρος της αγωγής, γιατί δεν καθορίζεται από το νόμο η σε ορισμένη θέση ή σειρά παράθεση αυτού – βλ. Β. Βαθρακοκοίλη: ΚΐΤολΔ, τομ. Α’, εκδ. 1995, στο άρθρο 216, σελ. 1104, αριθμ. 7), 2) α) να αναγνωριστεί (για τους αναφερόμενους λόγους και ιδιαίτερα λόγω της συντελεσθείσας υπό των εναγομένων υπαίτιας (παράνομης) κατάτμησης) η ακυρότητα του προαναφερόμενου υπ’ αρ. 14598/5-10-1990 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας ακινήτου και παρακράτησης δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Γκορίτσα-Τριανταφύλλου, β) να αναγνωριστεί ότι είναι ανίσχυρο το από 11/1990 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού _______  _______  και 3) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή και να παραλείψουν αυτή στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής 880 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για καθένα από αυτούς για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό, η κρινόμενη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 218 ΑΚ, δύο αγωγές, ήτοι αγωγή αναγνωριστική συγκυριότητας και αγωγή αναγνωριστική ακυρότητας συμβολαίου και αναγνωρίσεως του ανίσχυρου τοπογραφικού διαγράμματος, για την οποία προσκομίζεται από τους ενάγοντες, κατ’ άρθρο 214 Α’ του ΚΠολΔ, το επικαλούμενο από 15-12-2003 «πρακτικό απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς κατά το άρθρο 214 Α’ Κ.Πολ.Δ.» (σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες υπ’ αρ. 11016Ε/5-12-2003 και 11018Ε/5-12-2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Νίκου Τσαλουχίδη), καθώς επίσης περίληψη αυτής έχει εγγραφεί στα- οικεία βιβλία διεκδικήσεων · του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. 8874/31-12-2003 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Νίκαιας, παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην (άρθρα 7, 9, 11, 18 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς την πρώτη αγωγή και 18 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τη δεύτερη αγωγή) και κατά τόπον ( άρθρο 29 ΚΠολΔ προς την πρώτη αγωγή και άρθρα 22, 31 ΚΠολΔ ως προς τη δεύτερη αγωγή), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία.

Οι εναγόμενοι με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους προβάλλουν, εκτός άλλων, την ένσταση του δεδικασμένου για το λόγο ότι επί της από 4-7-2000 με αριθμό κατάθεσης 7339/2000 προγενέστερης αγωγής των ίδιων εναγόντων και της μεταποβιώσασας μητέρας της (της πρώτης από αυτούς-εναγομένους) _______  χήρας _______  _______  , κατά των ίδιων (εναγομένων) ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με την ίδια εν μέρει νομική, ιστορική αιτία και τα ίδια εν μέρει αιτήματα, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7459/2000 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, κατά της οποίας δεν κατατέθηκε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο και συνεπώς έχει καταστεί τελεσίδικη, με την οποία απερρίφθη αυτή ως αόριστη. Η ένσταση αυτή προβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη και νόμιμη, ως προς τα δικονομικά ζητήματα που κρίθηκαν με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Όπως προκύπτει από την υπ’ αρ. 7459/2000 απόφαση του Δικαστηρίου

αυτού που έκρινε επί της από 4-7-2000 με αριθμό καταθέσεως 7339/2000 αγωγής των ίδιων εναγόντων και της ήδη αποβιώσασας _______  χήρας _______  _______   κατά των ίδιων εναγομένων με την ίδιά, με  ένδικη αγωγή, εν μέρει ιστορική και νομική αιτία, με την οποία ζητούσαν (οι ενάγοντες) α) να αναγνωριστεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας οι τρεις πρώτοι (και ήδη ενάγοντες) και κατά ποσοστό 4/16 αδιαιρέτου η τέταρτη των εναγόντων (και ήδη αποβιώσασα και κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες και την πρώτη των εναγομένων), στο ήδη επίδικο, το οποίο αμφισβητούσαν οι εναγόμενοι, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του υπ’ αρ. 14598/5-10-1990 συμβολαίου γονικής παροχής και γ) να διαταχθεί η από τους εναγομένους άρση της προσβολής του ως άνω δικαιώματος συγκυριότητάς τους και η παράλειψη προσβολής του στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής 300.000 δραχμών για κάθε εναγόμενο και προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός μηνός, απορρίφθηκε αυτή (η από 4-7-2000 αγωγή) λόγω της αοριστίας της. Ειδικότερα κρίθηκε ότι ενώ οι εναγόμενοι, με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνήθηκαν γενικά τα περιστατικά που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής και επιπλέον ισχυρίσθηκαν ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων _______  _______, δεν ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, κύριος του επίδικου ακινήτου, οι ενάγοντες δεν προέβησαν με τις προτάσεις τους, στην αναγκαία         συμπλήρωση της αγωγής, προσδιορίζοντας τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον προαναφερόμενο άμεσο δικαιοπάροχό τους και τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους και κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν αναφερόταν σ’ αυτήν, ούτε, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωσή της, στις προτάσεις των εναγόντων, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους, καθώς και από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, μολονότι το στοιχείο αυτό ήταν αναγκαίο, λόγω της ως άνω άρνησης των σχετικών περιστατικών από τους εναγόμενους. Κρίθηκε επίσης, ότι στην ένδικη αγωγή δεν περιεχόταν επαρκής και σαφής αναφορά των ορίων του επίδικου ακινήτου (αναφερόταν μόνον η οδός στην οποία βρίσκεται) και ότι η έλλειψη του στοιχείου αυτού (προσδιορισμός των ορίων του ακινήτου), καθιστούσε την αγωγή αόριστη, δεδομένου ότι προέκυπτε αμφιβολία ως προς τον προσδιορισμό της ακριβής θέσης του επίδικου ακινήτου. Όπως δέχθηκε δε η ως άνω απόφαση η ένδικη αγωγή, πέραν της παραπάνω αοριστίας της, όσον αφορούσε το αίτημά της περί αναγνώρισης της ακυρότητας του με αριθμό 14598/5-10-1990 συμβολαίου γονικής παροχής, ήταν και νομικά αβάσιμη, γιατί και αν καθ’ υπόθεσιν θεωρούνταν αληθινά τα περιστατικά της ιστορικής βάσης αυτής (αγωγής), αυτά δεν προκαλούσαν ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω δικαιοπραξίας. Εξάλλου το αίτημα που αφορούσε την άρση της προσβολής του ως άνω δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων και την παράλειψη προσβολής του στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κρίθηκε μη νόμιμο, γιατί δεν προσιδίαζε στην ένδικη αγωγή, δοθέντος ότι τα παραπάνω διατάσσονται από το δικαστήριο, μόνον όταν συντρέχει περίπτωση μερικής προσβολής του δικαιώματος κυριότητας, ενώ στην ένδικη περίπτωση τα περιστατικά που επικαλούνταν οι ενάγοντες συνιστούσαν καθολική προσβολή της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο. Η απόφαση δε αυτή, για την οποία οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι επιδόθηκε στους αντιδίκους τους αντίστοιχα, κατέστη τελεσίδικη, καθόσον παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή της χωρίς να ασκηθεί έφεση κατ’ αυτής κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγομένους υπ’ αρ. 1285/4-8-2005 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς) Η ως άνω δε τελεσίδικη απόφαση δημιουργεί το κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ.,β’ ΚΠολΔ δεδικασμένο (σε συνδυασμό με τα άρθρα 70 και 321 του ίδιου Κώδικα, το οποίο -δεδικασμένο- λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως -άρθρο 332 ΚΠολΔ, εφόσον η ύπαρξή του μπορεί να αντληθεί από το νομίμως συγκροτηθέν διαδικαστικό υλικό της εκκρεμούς δίκης), μόνο για τη δικονομική αυτή έλλειψη, δηλαδή για το δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, εφόσον η ουσία του δικαιώματος δεν διερευνήθηκε και δεν κρίθηκε. Σε κάθε όμως ‘ περίπτωση εάν απορριφθεί τελεσιδίκως αγωγή ως αόριστη ο ενάγων δεν εμποδίζεται να επανέλθει, εάν θεραπεύσει το δικονομικό ελάττωμα για το οποίο δημιουργήθηκε δεδικασμένο, εάν δηλαδή συμπληρώσει τα στοιχεία της αγωγής που κρίθηκε ως αόριστη, επικαλούμενος μάλιστα ακωλύτως από την άποψη των χρονικών ορίων του δεδικασμένου και γεγονότα που υπήρχαν ήδη κατά την πρώτη δίκη. Τούτο δε διότι το δεδικασμένο που παράγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδ. β’ του άρθρου 322 του ΚΠολΔ εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής, καθιστώντας την απαράδεκτη μόνον εάν αυτή παρουσιάζει το ίδιο δικονομικό ελάττωμα (πρβλ. Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, εκ. 2000, σελ. 644, αρ. 9). Στην προκειμένη όμως περίπτωση με τη νέα ένδικη, αγωγή την οποία ασκούν οι τρεις πρώτοι των εναγόντων της από 4-7-2000 αγωγής κατά των ίδιων εναγομένων, ζητείται, εκτός άλλων, η αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο κατά μεγαλύτερο όμως ποσοστό για τον καθένα από το αιτηθέν με την από 4-7-2000 αγωγή, καθόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αυξήθηκε το αρχικό ποσοστό τους με κληρονομική διαδοχή της ήδη αποβιώσασας μητέρας τους, σε κάθε δε περίπτωση η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη σωρευόμενη σ’ αυτή αγωγή πάσχει από την κατωτέρω αναφερόμενη αοριστία, η οποία είναι διάφορη της ήδη κριθείσας και συνεπώς δεν είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, απορριπτομένης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Όσον αφορά τη δεύτερη σωρευόμενη αγωγή ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του συμβολαίου γονικής παροχής λόγω του ότι η μεταβιβάσασα δεν ήταν αποκλειστικά κυρία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, που ήδη κρίθηκε ως μη νόμιμο με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση το παρόν δικαστήριο πρέπει να το απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω του αυτεπαγγέλτως λαμβανομένου υπόψη δεδικασμένου. Κατά τα λοιπά η πρώτη σωρευόμενη αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως αλλά και κατ’ αποδοχή σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων, ως αόριστη, διότι σε κανένα σημείο του δικογράφου της δεν αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια ο τρόπος κτήσεως κυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου. Ειδικότερα, μολονότι οι ενάγοντες επικαλούνται την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους και της μεταποβιώσασας μητέρας τους ως παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους επί του επίδικου ακινήτου, πουθενά στην αγωγή δεν μνημονεύουν, ότι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του πατέρα τους και της μητέρας τους διαδοχικά και ότι μετέγραψαν την αποδοχή αυτή ή ότι πέτυχαν την έκδοση κληρονομητηρίου και μετέγραψαν τούτο. Τα στοιχεία αυτά, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως, είναι απαραίτητα κατά νόμο για την πληρότητα και το ορισμένο της κρινομένης αγωγής, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 α-β ΚΠολΔ, καθόσον αντικείμενο της δίκης αυτής είναι, όπως προαναφέρθηκε, και η αναγνώριση της επικαλούμενης συγκυριότητας επί του επιδίκου. Οι ενάγοντες δε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, απαραδέκτως αναφέρουν το πρώτον με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους ότι την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά πατέρα τους αποδέχθηκαν αυτοί και η μεταποβιώσασα μητέρα τους με την υπ αρ. 4427/1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου       Μαραθώνος Αναστασίας-Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη-Πλακοπούλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρουν ότι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους και μετέγραψαν την αποδοχή αυτή ή πέτυχαν την έκδοση κληρονομητηρίου το οποίο μετέγραψαν. Κατόπιν δε τούτων, αφού απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της η ως άνω σωρευόμενη αγωγή και ως προς τον τρίτο των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα να διαταχθεί η διόρθωση της σχετικής Πράξης Εφαρμογής ως προς το ότι συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου είναι και ο ίδιος (τρίτος των εναγόντων), κυρίως διότι το αίτημα αυτό συνέχεται με το ως άνω προδικαστικό (ως προς το αίτημα αυτό) αίτημα της αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς του. Όσον αφορά τη δεύτερη σωρευόμενη αγωγή ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του συμβολαίου για το λόγο ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η μεταβιβάσασα δεν ήταν αποκλειστικά κυρία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, το ως άνω αίτημα είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, απαράδεκτο, εφόσον ήδη κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ’ αρ. 7459/2000 απόφαση του δικαστηρίου αυτού ως μη νόμιμο, σε κάθε δε περίπτωση είναι μη νόμιμο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Όσον αφορά επίσης τη δεύτερη σωρευόμενη αγωγή ως προς το αίτημά της της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του συμβολαίου για το λόγο ότι με το ως άνω συμβόλαιο συντελέσθηκε υπαίτια (παράνομη ) κατάτμηση, είναι μη νόμιμη, καθόσον     επί του επιδίκου οικοπέδου, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, «είχαν ανεγερθεί κτίσματα πριν την κατάτμηση και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η απαγόρευση κάθε δικαιοπραξίας, η οποία οδηγεί στη δημιουργία μη άρτιου οικοπέδου αναφέρεται σε ακάλυπτα οικόπεδα, δηλαδή σε ασκεπείς χώρους, που έχουν σκοπό την οικοδόμηση, η μη αρτιότητα των οποίων δημιουργείται το πρώτον με τη μεταβίβασή τους, και δεν καταλαμβάνει εκείνα επί των οποίων έχει κτισθεί οικοδομή, δεν καταλαμβάνει ούτε το επίδικο και συνεπώς η επίδικη μεταβίβαση του ακινήτου δεν είναι αυτοδικαίως και απολύτως άκυρη. Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση δεν κατάγεται σε δίκη, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δικαιοπραξία, με την οποία γίνεται μεταβίβαση οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας επέρχεται μείωση των ακάλυπτων αποστάσεων ή του ακάλυπτου ποσοστού του οικοπέδου κάτω του επιβεβλημένου ελάχιστου ορίου (παράγραφος 2 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948). Μη νόμιμη ακόμη είναι η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή και ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως του ανίσχυρου του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, καθόσον όπως προκύπτει και από το γράμμα της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948 η δημιουργία αρτίων ή μη αρτίων οικοπέδων επέρχεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδου δηλαδή με την κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξης και της μεταγραφής της (άρθρα 1033, 1192 ΑΚ) και όχι με την απλή κατάρτιση τοπογραφικού διαγράμματος του ακινήτου. Πρέπει, κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται δύο αγωγές, να απορριφθεί, κατά τα ως άνω, ενώ κατόπιν τούτων παρέλκει η έρευνα του αιτήματος περί καταδίκης των εναγομένων στην άρση της προσβολής και στην παράλειψη αυτής στο μέλλον με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 880 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για τον καθένα από αυτούς για κάθε παράβαση των διατάξεων της εκδοθησομένης αποφάσεως, αφού οι ποινές αυτές προβλέπονται ως μέσα έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης προς εξαναγκασμό του οφειλέτη σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του για παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως που πηγάζει από το ουσιαστικό δίκαιο. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (άρθρο 2 του ν.δ. 690/1948) ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων .

Απορρίπτει την ένδικη αγωγή .

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά την 16 Φεβρουάριου 2007 και δημοσιεύθηκε την 28 Φεβρουάριου 2007 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ