fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης 1642/2005

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2005, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11 π.μ., με δικαστές τους, Ιωάννη Μπασιαδάκη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Νικόλαο Οικονομίδη και Δέσποινα Τζαφά, Εισηγήτρια, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Ευδοξία Λακαφώση, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την από 20/11/2002 έφεση, του __________ __________ , κατοίκου Ρόδου (οδός __________ ), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη, υποβάλλοντας δήλωση ν.2915/2001,

κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «__________ » (__________ ), το οποίο δεν παραστάθηκε.

Και της 1622/2002 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

 

Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα υπ’ αριθ. 310112 και 104936 σειρά Α’ ειδικά έντυπα παράβολου), ζητείται παραδεκτώς να εξαφανιστεί η 1622/2002 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε προσφυγή του εκκαλούντος κατά της 02865/2000 απόφασης του Διευθυντή Παροχών __________ ., που απέρριψε
αίτηση του εκκαλούντος για παροχή συντάξεως αναπηρίας από το ως άνω Ταμείο.

Επειδή, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 ΦΕΚ 97 Α’), δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διαδίκων, ορίζονται δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα (άρθρο 30 παρ. 1), το δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων (άρθρο 35) και τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων (άρθρο 45 παρ. 5), ενώ, δικόγραφο που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1-5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο (άρθρο 46). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το δικόγραφο της προσφυγής, το οποίο δε φέρει την υπογραφή προσώπου δυναμένου να υπογράφει εξ αρχής νομίμως, αλλά άλλου, μη νομιμοποιουμένου προς τούτο, δεν είναι άκυρο, εφόσον η πράξη καταθέσεως της προσφυγής στο διοικητικό πρωτοδικείο υπογράφεται από δικηγόρο, γιατί με την υπογραφή αυτή αναπληρώνεται η υπογραφή που λείπει από το δικόγραφο (βλ. ΣτΕ 861/1994 Δ.Δικ.1994 σελ. 1106, ΣτΕ 641/1991, 241/1984, 3751/1980). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 και 5 του ίδιου ως άνω Κώδικα «Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, εφόσον είτε επακολουθήσει νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξουσίου είτε εμφανιστεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους» (παρ. 1). «Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται» (παρ. 5). Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.2 και 3 του Κώδικα αυτού ορίζεται ότι: «Η κατά την προηγούμενη παράγραφο, δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται: α) με προφορική δήλωση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, στο ακροατήριο, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά, ή β) με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν, στην τελευταία περίπτωση, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να υπογράψουν το ιδιωτικό έγγραφο, τούτο υπογράφεται από δυο (2) μάρτυρες, των οποίων βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής κατά τον πιο πάνω τρόπο» (παρ. 2) Η δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 δικαστικούς πληρεξουσίους θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με μόνη τη συνυπογραφή από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον εκπρόσωπό του, κατά περίπτωση, του δικογράφου του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. Στην περίπτωση αυτή η συνυπογραφή του δικηγόρου θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των πιο πάνω προσώπων. Η διάταξη αυτή δεν έχει περιπτώσεις που, σύμφωνα με την παρ.6, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα» (παρ.3).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ως τυπικώς απαράδεκτη η προσφυγή του εκκαλούντος κατά της 02865/2000 απόφασης του Διευθυντή Παροχών ΝΑΤ, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αυτού (εκκαλούντος), για παροχή συντάξεως αναπηρίας από το ως άνω Ταμείο, με την αιτιολογία ότι το δικόγραφο της προσφυγής ήταν άκυρο γιατί υπογραφόταν μόνο από τη φερομένη ως δικαστική πληρεξούσια του εκκαλούντος, δικηγόρο διορισμένη στο Πρωτοδικείο Ρόδου, Παναγιώτα Καραμάριου, χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου τοποθετημένου στο Πρωτοδικείο Πειραιώς,

ενώπιον του οποίου και απευθυνόταν αυτή (προσφυγή). Το δικόγραφο, όμως, αυτό δεν είναι άκυρο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αν και έφερε την υπογραφή μόνο της δικηγόρου Ρόδου Παναγιώτας Καραμαρίου, δεδομένου ότι η πράξη καταθέσεως του έχει υπογράφει από την νομιμοποιούμενη προς τούτο δικηγόρο Πειραιώς Αικατερίνη Δήμου, με αποτέλεσμα να αναπληρωθεί η ελλείπουσα από το δικόγραφο νόμιμη υπογραφή. Στη συνέχεια, όμως, και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου της προσφυγής αυτής, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2002, στην οποία η υπόθεση προσδιορίστηκε να δικαστεί μετά από αναβολή που χορηγήθηκε κατά τη δικάσιμο της 1-2-2002, ο εκκαλών δεν παραστάθηκε, προκειμένου να νομιμοποιήσει την ως άνω δικηγόρο, αν και είχε κλητευθεί προς τούτο νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από 20-12-2001 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης προς συζήτηση του επιμελητή δικαστηρίων Στέλιου Κατταβένου), αλλά ούτε και προσκομίστηκε σ’ αυτό μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πληρεξούσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ο διορισμός της ανωτέρω δικηγόρου, ως πληρεξούσιας αυτού, ενώ το δικόγραφο αυτής, όπως προαναφέρθηκε, δε συνυπογράφεται από τον εκκαλούντα.

Επειδή, κατόπιν τούτων, η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω μη νομιμοποιήσεως της δικηγόρου που την υπέγραψε, ως πληρεξουσίου του εκκαλούντος. Επομένως ορθά και νόμιμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και με άλλη αιτιολογία, απέρριψε την προσφυγή αυτού.

Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 19 Μαΐου 2005.

Δημοσιεύθηκε στον αυτό τόπο στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, στο ακροατήριο, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, απάντων των διαδίκων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ