fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 6044/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από ιη Δικαστή, Αντιγόνη Σταμολέκα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα, Διαμάντω ΜΠΙΘΑ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29-04-2015, προκειμένου να δικάσει την από 18-11-2011(200672/14441/21- 11-2011) αγωγή:

Του ΕΝΑΓΌΝΤΌΣ: __________ __________  του __________ , κατοίκου Αθηνών (οδός __________ ), ο οποίος παραστάθηκε διά του Πληρεξουσίου του Δικηγόρου, Ευθυμίου ΜΑΛΑΚΑΣΗ και κατέθεσε προτάσεις κατά

Του ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: __________ __________ του __________ , κατοίκου Καισαριανής Αττικής (οδός __________ ), ο οποίος παραστάθηκε διά του Πληρεξουσίου  Δικηγόρου, Γεώργιο Στυλιανού ΠΑΝΑΓΑΚΟΥ.

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 18-11-2011 (200672/ 14441/21-11-2011) αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση μετ’ αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο της 29-04- 2015 με αριθμό πινακίου Χ-ΣΤ3/ 1.

Οι Πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 79 χου Ν.5960/1933, 914, 297 και 298ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος, που εκδίδει επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, παρά τον νόμο, δηλαδή παρά την ως άνω διάταξη του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη ως ποινικό αδίκημα. Επομένως, υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αφού η διάταξη αυτή του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 1 του ν.δ.325/1972, έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής. Είναι δε υποχρεωμένος κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις σε αποζημίωση του κομιστή, ακόμα και εάν η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, διότι η ως άνω διάταξη προστατεύει κατά τα προεκτεθέντα το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια, μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, αφού η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι ακάλυπτη, όταν εμφανιστεί και δεν πληρωθεί ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του διαστήματος από την ημέρα της πραγματικής έκδοσης, από την οποία αρχίζει το χρονικό τούτο διάστημα (άρθρο 56Ν.5960/1933), μέχρι την πάροδο της προθεσμίας προς εμφάνιση, υπολογιζόμενης από την ημέρα που αναγράφεται στην επιταγή, ως χρονολογία έκδοσης. Περαιτέρω, η αξίωση αυτή προς αποζημίωση της διάταξης του άρθρου 914ΑΚ συρρέει με την αξίωση από το αξιόγραφο της επιταγής (άρθρο 40 του Ν.5960/1933), αμφότερες δε τείνουν στον ίδιο σκοπό, ήτοι στην ικανοποίηση της ίδιας παροχής, απόκειται δε στο δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση όμως της μιας εξ αυτών επιφέρει απόσβεση και της άλλης, εκτός εάν η άλλη έχει ευρύτερο χρονικό περιεχόμενο, οπότε σώζεται για το επιπλέον. Εξάλλου, δικαιούχος της αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και βεβαίωσής της μη πληρωμής, ο οποίος και νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από την αδικοπραξία. Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ’ άρθρο 216ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σε αυτό: 1)η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2)η ύπαρξη ζημίας, 3)ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4)η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή. Άλλα στοιχεία για την πληρότητα και νομική θεμελίωση της ως άνω αγωγής, όπως η αιτία της έκδοσης της επιταγής και ειδικότερα ότι αυτή (αιτία) δεν πάσχει ακυρότητα δεν απαιτούνται, καθόσον πρόκειται για αδικοπραξία και όχι απαίτηση από επιταγή. Και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές, που προβλέπονται σε αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή, στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος και συνακόλουθα της κατ’ άρθρο 914ΑΚ αδικοπραξίας δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής και, ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής(ορ.ΑΠ362/2014, ΑΠ1804/2012, ΕφΠειρ73/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). II. Από τη διάταξη του άρθρου 71ΑΚ, που ορίζει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου κατά τη διάταξη αυτή είναι οι ακόλουθες: α) Πράξη η παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919ΑΚ. β)Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70ΑΚ(καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου. γ)Η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατα την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, να πρόκειται δηλαδή για πράξη ή παράλειψη, την οποία το όργανο διαπράττει με την ιδιότητα του αυτή. Πρέπει συγκεκριμένα η πράξη ή παράλειψη του οργάνου να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου και να μην είναι άσχετη ή ξένη προς τα καθήκοντα αυτά, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ” υπέρβαση των εν λόγω καθηκόντων κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το. νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη με το καταστατικό όργανό του ευθύνη για αποζημίωση(ορ.ΑΠ988/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047παρ.1ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται μεταξύ άλλων και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, όπως αυτό κυρώθηκε με το Ν.2462/1997, σύμφωνα με την οποία κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικώς λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί συνεπώς να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικές παράβασης. Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 11 του Ν.2462/1997 περιέστειλε μόνο το πεδίο εφαρμογής εκείνης του άρθρου 1047παρ.1ΚΠολΔ, ώστε να μην επιτρέπεται πλέον να διαταχθεί προσωπική κράτηση αποκλειστικός λόγω της αδυναμίας του υπόχρεου εμπόρου· να εκπληρώσει συμβατική του υποχρέωση. Ας σημειωθεί επίσης ότι η διάταξη του άρθρου 1047ΚΠολΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 6 του Συντάγματος, καθώς αυτό αναφέρεται αποκλειστικός στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας έναντι της ποινικής δίωξης. Ωστόσο, η προσωπική κράτηση για χρέη δεν αποτελεί δίωξη με την έννοια της εν λόγω διάταξης(αρθ.6παρ. 1Σ), ήτοι ποινικού χαρακτήρα, αλλά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης που ρυθμίζεται από το άρθρο 5παρ.3 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι κανένας δεν καταδιώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Επ’ αυτής βρίσκει συνταγματικό έρεισμα και η διάταξη του άρθρου 1047ΚΠολΔ, που προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Εξάλλου, η διάταξη τον άρθρου 1047ΚΠολΔ δεν αντίκειται ούτε στη Σύμβαση της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/ 1974 και αποτελεί ημεδαπό εσωτερικό δίκαιο(αρθ.28παρ. 1Σ), καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2παρ.1, 5παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος και από τη διάταξη του άρθρου 5 της από 4-11-1950 Σύμβασης (ΕΣΔΑ) προκύπτει ότι η προσωπική κράτηση για χρέη επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προ βλέπονται από το Νόμο. Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047παρ. ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση επιτρέπεται ως μέσο εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από αδικοπραξία, εναπόκειται δε στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικός κρίση του δικαστηρίου να τη διατάξει, εφόσον η απαίτηση αυτή αποδεικνύεται, ενώ για το ορισμένο και παραδεκτό του εν λόγω αιτήματος δεν απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο εναγόμενος οφειλέτης, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Ακόμη και στην απαγγελία προσωπικής κράτησης για την εκπλήρωση οφειλής από συμβατική υποχρέωση, μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 11 του ν.2462/1997, που απαγόρευσε καταρχήν την προσωπική κράτηση, εκτός αν αποδίδεται σε λόγους όχι αδυναμίας του οφειλέτη αλλά σε κακή του πρόθεση -καταδολιευτικές μεθοδεύσεις, κλπ- ο εναγόμενος και πάλι κατ’ ένσταση δύναται να προτείνει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικώς σε οικονομική αδυναμία του. Τέλος, δεν αποκλείει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάσσει την προσωπική κράτηση για χρέη εξ αδικήματος ούτε η πτώχευση του οφειλέτη, ούτε το γεγονός ότι ο δικαιούχος και παθών εκ του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι εξ αναγωγής κομιστής του τίτλου (πρβλ.ΑΠ 1353/2011, ΠπρΑΘ1013/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων αιτείται όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος με απόφαση, η οποία να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή και με απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κράτησης διάρκειας πέντε(5) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, να του καταβάλει το ποσό των 39.000,00 ευρώ για απαίτηση απορρέουσα από τις ειδικότερα εκτιθέμενες ως προς το ποσό, τον τόπο και χρόνο έκδοσης, την ημερομηνία πληρωμής και την πληρώτρια Τράπεζα, τον εκδότη και τον εις διαταγήν κομιστή μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν στον ενάγοντα και κατά την ημεροχρονολογία εμφάνισής τους προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον τηρούμενο από τον εναγόμενο λογαριασμό και δη εν γνώσει του τελευταίου περί της εν λόγω έλλειψης, το ανωτέρω δε ποσό πρέπει να υποχρεωθεί τούτος να καταβάλει με Το νόμιμο τόκο από την επομένη της εμφάνισης εκάστης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς επίσης να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (ορ. το υπ’ αριθμόν VI 14226755/β/29-04-2015 Διπλότυπο Είσπραξης της ΙΓ Δ.Ο.Υ. Αθηνών μετά των επικολληθέντων ενσήμων υπέρ του ΕΤΑΑ-ΤΠΔΑ καθώς και το από 29-04-2015 δικαστικό ένσημο του ΕΤΤΑ-ΤΑΝ), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου(αρθ.7, 9, 14παρ.2 και 35ΚΠολΔ), για να εκδικαστεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω υπό στοιχείο I. νομικές σκέψεις της παρούσας, περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατ’ άρθρο 216παρ. ΙΚΠολΔ θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, απορριπτομένων ούτω των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου περί απόρριψης αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, Εξάλλου, η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει νόμιμη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω υπό στοιχεία II. και III. μείζονες σκέψεις της παρούσας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 71, 297εδ.α, 298εδ.α, 346, 914ΑΚ, 79παρ.1Ν.5960/1933, 907, 908παρ. Ιπερ.δ, 1047παρ.1 και 2, 176,   189παρ.1 και 191παρ.2ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί τοκοδοσίας του ποσού των 39.000,00 ευρώ, όπερ τυγχάνει νόμιμο μόνο ως προς το επικουρικό αυτού σκέλος , ήτοι καθ’ ο μέρος η τοκοδοσία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση(αρθ.346ΑΚ), ουχί δε από την επομένη της εμφάνισης προς πληρωμή εκάστης επιταγής, όπερ τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον σε περίπτωση άσκησης αξίωσης αποζημίωσης, η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία λόγω της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, τόκοι δεν οφείλονται από την εμφάνιση της επιταγής, διότι η διάταξη του άρθρου 45αριθμ.2 του Ν.5960/1933 για οφειλή τόκων από την ημέρα της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν ασκείται αξίωση από το αξιόγραφο της επιταγής(αρθ.40 Ν.5960/ 1933) και όχι από την αδικοπραξία (ορ.ΠΠρΑΘ1013/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως εκ τούτου δε, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, καθ’ ο μέρος έγινε δεκτή, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙV.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για τη δε εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και       γενικώς η     συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση και δεν είναι άσχετη με εκείνη του δικαιούχου, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου’ κοινωνικού ανθρώπου. Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο απόσβεσης του δικαιώματος, ο οποίος άλλωστε πρέπει να προβάλλεται ειδικώς(ορ.ΑΠ38/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν.5960/1933 περί επιταγής, τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να ανατάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη. Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, ήτοι η αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή, δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν, η δε γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, είτε ασκήσει ανακοπή, είτε προβάλλει τους ως άνω ισχυρισμούς κατ’ ένσταση με το δικόγραφο των προτάσεων του, πρέπει να εκθέτει στο οικείο δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω ένστασης και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ.1, 14, 22 και 28 του Ν.5960/1933 περί επιταγής προκύπτει ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και, συνεπώς, ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ’ άρθρα 904επ.ΑΚ, επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να αποδεσμευτεί από την υποχρέωση καταβολής της. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί κατ’ ένσταση ή με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632 και 633ΚΠολΔ) και να αντιτάξει ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου την εξέδωσε χωρίς νόμιμη αιτία, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο, που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό. Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη(ορ.ΑΠ353/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, ο εναγόμενος με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του συνομολογεί μεν (ι)την εκ μέρους του έκδοση των επίδικων τραπεζικών επιταγών ως μόνου διαχειριστή και εταίρου της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «__________ Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης» και δη στα πλαίσια των επί μακράν εμπορικών του συναλλαγών με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «__________ ΑΕΕ», η οποία δραστηριοποιείτο επιχειρηματικώς στην εμπορία υφασμάτων, καθώς επίσης συνομολογεί ότι (ιι) κατά την ημεροχρονολογία εμφάνισης των αυτών ως άνω επιταγών προς πληρωμή δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Ωστόσο, ο εναγόμενος τόσο με τις προτάσεις του, όσο και με προφορική επ’ ακροατηρίω δήλωση του Πληρεξουσίου του Δικηγόρου, νομίμως καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αρνείται κατά τα λοιπά την ιστορική βάση της κρινόμενης αγωγής και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ασκεί το ένδικο δικαίωμά του καταχρηστικώς, διότι ο ίδιος (εναγόμενος), ο οποίος τυγχάνει πατέρας δύο ενήλικων τέκνων, ηλικίας 24 και 21 ετών αντιστοίχως, εκ των οποίων η πρώτη τυγχάνει άνεργη και ο δεύτερος σπουδαστής εκτός Αθηνών, αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική αδυναμία ενόψει των μηδενικών εισοδημάτων του ίδιου, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να συντηρείται από το μισθό της συζύγου του, που εργάζεται ως υπάλληλος, ενώ σημαντικό μέρος της ακίνητης περιουσίας του είναι ήδη βεβαρημένο με προσημειώσεις υποθήκης και αναγκαστική κατάσχεση. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ο οποίος αποσκοπεί να θεμελιώσει την ένσταση της κατ’ άρθρο 281ΑΚ καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος τυγχάνει προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ουδεμία μνεία ποιεί των θεμελιωτικών της εν λόγω ένστασης πραγματικών περιστατικών, περιοριζόμενος σε απλή επανάληψη της διατύπωσης του πραγματικού του οικείου κανόνα δικαίου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω ισχυρισμός του εναγομένου τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από αυτόν κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω υπό στοιχείο IV. νομικές σκέψεις της παρούσας, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ. Εξάλλου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, κατ’ εκτίμηση, ότι οι επίδικες διαταγές πληρωμής εξεδόθησαν από τον ίδιο εις διαταγή της προμνησθείσας εταιρείας, μετά της οποίας διατηρούσε εμπορικές συναλλαγές, για την αγορά εμπορευμάτων και δη υφασμάτων, μέρος των οποίων, ωστόσο, επέστρεψε στον προμηθευτή λόγω έλλειψης ως προς αυτά συνομολογημένων ιδιοτήτων. Ότι ο ενάγων γνώριζε (ι) περί των οικονομικών προβλημάτων, που προκάλεσε στην επιχείρηση του εναγόμενου η κατά τα προεκτεθέντα επιστροφή μέρους των εν λόγω προϊόντων και, ως εκ τούτου, η υπαναχώρηση αυτού από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση, αλλά και η εν γένει οικονομική δυσπραγία της Χώρας και, κατ’ επέκταση, γνώριζε (ιι) την έλλειψη υποκείμενης αιτίας μεταξύ του τελευταίου και της προμηθεύτριας εταιρείας και, παρά ταύτα, ήγειρε την κρινόμενη αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου προς θεμελίωση της κατ’ άρθρο 22Ν.5960/1933 ένστασης, με την οποία του χορηγείται η δυνατότητα να αντιτάξει κατά του ενάγοντος (κομιστή εξ οπισθογράφησης) ισχυρισμό, που αφορά στην υποκείμενη σχέση μεταξύ του ίδιου ως εκδότη και της προμηθεύτριας εταιρείας ως εις διαταγή λήπτριας των ένδικων επιταγών, τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις ανωτέρω υπό στοιχείο V. νομικές σκέψεις της παρούσας, για την πληρότητα και το ορισμένο της εν λόγω ένστασης απαιτείται -και αρκεί- να μνημονεύεται από τον οφειλέτη (εναγόμενο), όπερ τούτος παραλείπει εν προκειμένω, περιοριζόμενος σε απλή επαναδιατύπωση του πραγματικού του ως άνω κανόνα δικαίου: 1)ότι ο ενάγων κομιστής εξ οπισθογράφησης τελούσε ήδη κατά την κτήση των ένδικων επιταγών εν γνώσει της ύπαρξης των απορρεουσών από τη βασική (υποκείμενη) σχέση μεταξύ εναγομένου και προμηθεύτριας εταιρείας ενστάσεων και, παρά ταύτα, 2)αποδέχθηκε τη μεταβίβαση αυτών (επιταγών) με οπισθογράφηση στον ίδιο ενεργώντας ούτω με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Ειδικότερα, θα έπρεπε να μνημονεύεται ότι ο ενάγων ως κομιστής γνώριζε κατά την απόκτηση των επίδικων αξιογράφων ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος θα έπρεπε να εκθέσει στο δικόγραφο των προτάσεών του, ακολούθως δε θα έπρεπε και να αποδείξει τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, διότι η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Για το λόγο δε αυτό και ο οφειλέτης από την επιταγή (εναγόμενος), εκτός από τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό ότι ο κομιστής εξ οπισθογράφησης των επιταγών (ενάγων), κατά το χρόνο της κτήσης αυτών, γνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω ένστασης και ότι, επιπλέον, αυτός είχε συνείδηση ότι με την απόκτηση τούτων των τίτλων ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή αυτών (επιταγών).

VI.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 250ΚΠολΔ, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον υφίσταται εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογικής σχέσης. Η αναβολή απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο(ορ.ΑΠ609/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομίμως επ’ ακροατηρίω, όπως οι καταθέσεις αυτών περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, από το σύνολο των νομίμως προσκομιζόμενων από αμφότερα τα διάδικα μέρη εγγράφων, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την εν γένει ακροαματική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περστατικά: Ο εναγόμενος, ενεργών υπό την ιδιότητά του ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της εδρεύουσας στο Περιστέρι Αττικής(οδός __________ ) Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «__________ Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης», το διακριτικό τίτλο «__________ ΜΕΠΕ», η οποία ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας έχει μεταξύ άλλων την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία ενδυμάτων, δερμάτινων ειδών, υποδημάτων και συναφών ειδών, εξέδωσε στα πλαίσια της ως άνω εμπορικής της δραστηριότητας τις κάτωθι τέσσερις(4) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές: Την υπ’ αριθμόν (α) 07090712-9 επιταγή της __________ , με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 20-10-2009, ποσού 5.000,00 ευρώ, (β)07090713-7 επιταγή της __________ , με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 28-10-2009, ποσού 15.000,00 ευρώ, (γ)20087081-5 επιταγή της __________ , με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 5­11-2009, ποσού 9.000,00 ευρώ και (6)20087098-0 επιταγή της __________ , με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 18-12-2009, ποσού 10.000,00 ευρώ. Όλες οι ως άνω επιταγές εκδόθηκαν από τον εναγόμενο, ενεργούντα υπό την αυτήν ως άνω ιδιότητά του, στην Αθήνα και εις διαταγή της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «__________  ΑΕΕ», με έδρα την Αθήνα(οδός __________ ), νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δραστηριοποιείτο επιχειρηματικούς στην εμπορία υφασμάτων. Ακολούθως, όλες οι επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν στον ενάγοντα, ο οποίος εμφάνισε αυτές εμπροθέσμως προς πληρωμή σε εκάστη εκ των πληρωτριών Τραπεζών και δη στις 20-10-2009, 3­11-2009, 5-11-2009 και 22-12-2009 αντιστοίχως, πλην όμως ουδεμία εξ αυτών πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα τη σφράγιση αυτών και την αναγραφή βεβαίωσης εκάστης πληρώτριας τράπεζας επί του σώματος του αξιογράφου περί της ως άνω έλλειψης αντιστοίχως στις 22-10-2009, 3-11­2009, οπότε και διαπιστώθηκε ότι ο τηρούμενος από τον εναγόμενο λογαριασμός στην __________  είχε ήδη κλείσει οριστικώς, στις 5­11-2009 και 22-12-2009. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται, ο εναγόμενος, ο οποίος παρά τις εκ μέρους του ενάγοντος επανειλημμένες οχλήσεις σε ουδεμία -έστω επιμέρους- καταβολή των ως άνω οφειλόμενων ποσών έχει προ βει καθ’ όλη τη διάρκεια των έξι(6) ετών[2009-2015], με αποτέλεσμα την ισόποση οικονομική ζημία του ενάγοντος και κομιστή εξ οπισθογράφησης, τελούσε προδήλως εν γνώσει της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στους τηρούμενος σε εκάστη πληρώτρια τράπεζα λογαριασμούς του τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής των ένδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, πλην όμως, προέβη -παρά ταύτα- στην έκδοση τούτων εις διαταγή της προμηθεύτριας Ανώνυμης Εταιρείας. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος ουδόλως και ουδέποτε συμμορφώθηκε με την καταβολή έστω τμήματος των οφειλομένων από τα επίδικα αξιόγραφα ποσών ακόμα και μετά την επίδοση στον ίδιο της κρινόμενης αγωγής, με την οποία ο ενάγων δήλωνε πρόθυμος να παραιτηθεί των ένδικων αξιώσεών του, εφόσον ο οφειλέτης του (εναγόμενος) διευθετούσε εντός προθεσμίας δέκα(10) ημερών από την οικεία επίδοση τις κατά τα ανωτέρω οικονομικές του εκκρεμότητες. Άλλωστε, όπως επίσης αποδεικνύεται, ο εναγόμενος έχει ήδη καταδικαστεί δυνάμει της υπ’ αριθμόν 52.919/18-06-2014 οριστικής απόφασης του ΣΤ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημά της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση(αρθ.79Ν.5960/ 1933 και 98ΠΚ), που αφορούσε στις επίδικες επιταγές, σε στερητική της ελευθερίας ποινή, ύψους 20 μηνών, μετατραπείσα προς 10,00 ευρώ ημερησίως, καθώς επίσης σε χρηματική ποινή, ύψους 6.000,00 ευρώ, πλέον εξόδων, ποσού 80,00 ευρώ: Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος από χη σφράγιση των ένδικων μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών και μέχρι το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής ουδέποτε αμφισβήτησε ρητώς και ειδικώς την ύπαρξη και το ύψος της επίδικης οφειλής του, αντιθέτως δε συνάγεται ότι τούτος έχει συνομολογήσει αυτά εμμέσως, πλην σαφώς, καθόσον, αφενός μεν, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των ετών 2011-2015 υπήρξε ανάμεσα στους εκάστοτε Πληρεξούσιους Δικηγόρους των διαδίκων μερών συνεχής επικοινωνία επί σκοπώ ανεύρεσης συμβιβαστικής λύσης και οριστικής διευθέτησης της επίδικης διαφοράς, η οποία ωστόσο ουδέποτε επετεύχθη, χωρίς όμως να αποδεικνύεται οιαδήποτε αντίρρηση ή άλλη αμφισβήτηση εκ μέρους χου εναγομένου ή χου Πληρεξουσίου Δικηγόρου χου αναφορικώς με την ύπαρξη καθεαυτήν ή έστω με το ποσό της ένδικης οφειλής. Αφετέρου δε, ακόμα και κατά την αμέσως προηγηθείσα της παρούσας δικάσιμο της 18-02-2015 ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος χου εναγομένου υπέβαλε αίτημα αναβολής, η οποία χορηγήθηκε όλως εξαιρετικώς από το Δικαστήριο τούτο για τη σύντομη δικάσιμο της 29-04-2015, δηλώνοντας ρητώς και σαφώς την πρόθεση περί συμβιβασμού των διαδίκων μερών και κατ’ επέκταση περί οριστικής διευθέτησης της υπό κρίση χρονοβόρας διαφοράς σε αστικό και ποινικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναμφίβολη η εκ μέρους χου εναγομένου συνομολόγηση των οικονομικών χου υποχρεώσεων προς τον ενάγοντα, καίτοι τελικώς ουδέποτε  έλαβε χώρα εν τοις πράγμασι συγκεκριμένη συμβιβαστική πρόταση και, ως εκ τούτου, συμβιβαστική λύση για την επίδικη διαφορά. Πλην όμως, κατά την υπό σημερινή ημερομηνία δικάσιμο (29-04-2015) ο εναγόμενος αμφισβητεί το πρώτον το ύψος της ένδικης οφειλής επικαλούμενος έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων σε μέρος των εμπορευμάτων, για την αγορά των οποίων εξέδωσε τις επίδικες επιταγές και, κατ’ επέκταση, επικαλούμενος ελάττωμα στη βασική (εσωτερική) σχέση, που συνέδεε τον ίδιο με την προμηθεύτρια Ανώνυμη Εταιρεία, ισχυρισμός ο οποίος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τυγχάνει όχι μόνο παρελκυστικός, αλλά και πρωτίστως αναπόδεικτος, καθόσον από την όλη επί μακράν επικοινωνία των Πληρεξουσίων Δικηγόρων των διαδίκων, όπως αυτή αποτυπώνεται στη μεταξύ τους ανταλλαγείσα αλληλογραφία αλλά και από την όλη δικονομική στάση του εναγομένου από το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής έως και το χρόνο συζήτησης αυτής κατά τη σημερινή δικάσιμο, ουδόλως αποδεικνύεται οιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους του εναγομένου αναφορικώς με την ποιότητα των αγορασθέντων από την προμηθεύτρια εταιρεία εμπορευμάτων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, ο οποίος τυγχάνει έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων πλέον τέκνων, ηλικίας 24 και 21 ετών αντιστοίχως, παρουσιάζει μηδενικά εισοδήματα κατά τα οικονομικά έτη 2010-2013, για δε το έτος “2009 εμφανίζεται ποσό 10.600,00 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ μόνη η σύζυγος αυτού παρουσιάζει ετήσιο εισόδημα, το οποίο κατά το οικονομικό έτος 2009 ανερχόταν σε 20.166,14 ευρώ, ενώ για το οικονομικό έτος 2013, ήτοι πέντε(5) έτη μετά, σε 19.154,88 ευρώ εμφανίζοντας ούτω ανεπαίσθητη φθίνουσα πορεία. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, η Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, της οποίας ο εναγόμενος τυγχάνει μοναδικός εταίρος και διαχειριστής, δεν έχει εισέτι λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, ενώ ουδόλως συνάγεται από οιοδήποτε έγγραφο ή έτερο αποδεικτικό στοιχείο ότι η εν λόγω ΜΕΠΕ τελεί σε αδράνεια, αντιθέτως δε, αποδεικνύεται ότι η ως άνω επιχείρηση εξακολουθεί και διατηρεί την έδρα της στο Περιστέρι Αττικής και δη σε χώρο, τον οποίο φέρεται να χρησιμοποιεί, χωρίς να καταβάλει μηνιαίως μίσθωμα στον εκμισθωτή ενόψει της. επί μακράν αδυναμίας του τελευταίου να ανεύρει έτερο μισθωτή, ισχυρισμός ο οποίος ουδόλως πειστικός και αξιόπιστος κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο. Πρόδηλο τυγχάνει με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι ένας εκμισθωτής είτε διατηρεί το μίσθιο ακίνητό του κλειστό έως την ανεύρεση μισθωτή, ο οποίος θα του καταβάλει το ανάλογο για το χώρο και τη χρήση αυτού μίσθωμα, συνυπολογίζοντας τις συνθήκες της αγοράς, είτε διατηρεί τον υφιστάμενο μισθωτή, όπως εν προκειμένω έπραξαν οι συνεκμισθωτές, __________ __________ του __________ και __________ __________ του __________ , με τη μισθώτριά τους ΜΕΠΕ, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον εναγόμενο, η οποία, όπως βεβαίωσε επ’ ακροατηρίω και ο μάρτυρας του τελευταίου, υπολειτουργεί μεν, αλλά δεν έχει παύσει τις εργασίες της, συμβιβαζόμενο (οι συνεκμισθωτές) με την εκ μέρους της ΜΕΠΕ, καταβολή έστω μειωμένου μισθώματος, το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η ως άνω επιχείρηση εξακολουθεί και καταβάλλει εις αντάλλαγμα της χρήσης του επίδικου μισθίου ακινήτου στο Περιστέρι Αττικής (οδός __________ ). Άλλωστε η χρήση του εν λόγω μισθίου ακινήτου από τη ΜΕΠΕ σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι έχει παραχωρηθεί δωρεάν από τους ως άνω συνεκμισθωτές της, δεδομένου προσέτι ότι ο εναγόμενος ουδεμία ιδιαίτερη, κοινωνική ή άλλη, σχέση μεταξύ τους επικαλείται, η οποία να δικαιολογεί την επί μακράν ανοχή τους στην ανενόχλητη εκ μέρους της ΜΕΠΕ χρήση του εν λόγω μισθίου άνευ της καταβολής μισθωμάτων, ενόψει και της εκ μέρους τους κατάθεσης της από 1-12-2009(243159/7886/14-12- 2009 ί αγωγής απόδοσης μισθίου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων. Τέλος, ο εναγόμενος συνομολογεί ότι ήδη από το έτος 2009 η ΜΕΠΕ αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ ο ίδιος είχε αυξημένες οικογενειακές δαπάνες και σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τρίτους, φυσικά και νομικά πρόσωπα, στα πλαίσια της εμπορικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας, με ακόλουθη συνέπεια τη σοβαρή επιβάρυνση ήδη από το έτος 2009 της ακίνητης περιουσίας του σε Αθήνα (Καισαριανή) και Πρέβεζα με εγγραφείσες προσημειώσεις υποθήκης, συνολικού ύψους 170.000,00 ευρώ, αλλά και με την επίσπευση σε βάρος του διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και δη αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, κείμενου στην Καισαριανή Αττικής, του οποίου τυγχάνει ψιλός κύριος και δη για απαίτηση του Ταμείου Εσόδων Δ’ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ύψους 201.413,59 ευρώ, περιστατικά που επιρρωνύουν την κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της γνώσης του εναγομένου, ήδη κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στους αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς του. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο εναγόμενος, καίτοι ουδέποτε αμφισβήτησε πραγματικά την ένδικη οφειλή του, ουδέποτε καθ’ όλη τη διάρκεια των έξι ετών, ήτοι από το έτος 2009 έως το έτος 2015, προέβη σε περιοδική έστω καταβολή επιμέρους χρηματικών ποσών επί σκοπώ ολοσχερούς εξόφλησης της ένδικης οφειλής, ενδεχομένως με το σκεπτικό ότι τυχόν εισοδήματα αυτού, είτε από διάφορα μεροκάματα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είτε από την υπολειτουργούσα ΜΕΠΕ, θα χρησιμοποιούσε μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων οικογενειακών και επαγγελματικών αναγκών, παραμελώντας όλες τις υπόλοιπες, δυσθεώρητες στο σύνολό τους, οφειλές του προς το Δημόσιο και τους τρίτους, συμπεριλαμβανομένου του εναγομένου, με αντίστοιχη ισόποση οικονομική ζημία εκάστου τούτων. Πλην όμως, ο ενάγων δραστηριοποιείται επιχειρηματικός ωσαύτως στον τομέα της εμπορίας υφασμάτων και θα έχει προφανώς με τη σειρά πιο π οπωσδήποτε ίδιες οικονομικές υποχρεώσεις προς τρίτους, τις οποίες πρέπει με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας να καλύψει, αφού πρώτα επιδιώξει είτε εξωδίκως, είτε δικαστικός την είσπραξη απαιτήσεών του, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, ύψους 39.000,00 ευρώ, που απορρέει από τις 4 μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές. Ως εκ τούτου δε, ο εναγόμενος, ο οποίος συνομολογεί την επίδικη απαίτηση, καθ όλη τη διάρκεια των έξι(6) αυτών ετών ουδέποτε προέβη σε κίνηση καλής θέλησης και καλοπιστίας με τη σταδιακή, τμημαπκή έστω καταβολή μερικότερων χρηματικών ποσών προς το δανειστή του (ενάγοντα), ακόμα και ποσού 100,00 ευρώ κατά μήνα, όπερ είχε τη δυνατότητα να πράξει, αφού η ΜΕΠΕ εξακολουθεί να λειτουργεί, δεδομένου προσέτι ότι ο ενάγων στερείτο οιασδήποτε ασφάλειας προς εξασφάλιση της είσπραξης του ένδικου ποσού σε σχέση προς έτερους πιστωτές του εναγομένου, ενώ, σε περίπτωση πραγματοποίησης επιμέρους κατά τα ανωτέρω καταβολών, ο ενάγων θα είχε ούτω εισπράξει μέχρι το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής σημαντικό μέρος της ένδικης απαίτησής του, ενώ παράλληλα θα είχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, διευκολυνθεί και η ανεύρεση συμβιβαστικής μεταξύ τους λύσης, η οποία ενδεχομένως να περιελάμβανε και μικρή μείωση του οφειλόμενου ποσού προς εξυπηρέτηση του εναγομένου δεδομένων των οικονομικών δυσχερειών αυτού. Πλην όμως, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε από το έτος 2009 εώς και σήμερα κακοπίστως και παρελκυστικός, καθόσον, ενώ αιτείτο κάθε φορά, μονίμως επικαλούμενος οικονομική αδυναμία και με την ανοχή του ενάγοντος, παράταση του χρόνου αποπληρωμής του συνομολογούμενου εκ μέρους του ως οφειλομένου ποσού των 39.000,00 ευρώ και, ενώ εφέρετο να επιδεικνύει αληθή πρόθεση περί ολοσχερούς εξόφλησης αυτού, αμφισβητεί το πρώτον κατά την υπό σημερινή ημερομηνία δικάσιμο την έκταση της επίδικος οφειλής προβάλλοντας για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου όλως έωλους και αναπόδεικτους ισχυρισμούς επί σκοπώ ολοσχερούς απαλλαγής του από τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον ενάγοντα. Με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικό περιστατικά πρέπει κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση του εναγομένου περί υφιστάμενης εκκρεμοδικίας κατ’ άρθρο 250ΚΠολΔ, η οποία προβάλλεται το πρώτον με την από 5-05-2015 προσθήκη- αντίκρουση αυτού και με την οποία αιτείται την αναβολή (ορθότερα αναστολή) της παρούσας δίκης έως την αμετάκλητη περάτωση της ως άνω διανοιγείσας ποινικής διαδικασίας. Και τούτο διότι, αφενός μεν, η εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 250ΚΠολΔ εναπόκειται αποκλειστικώς και μόνο στη διακριτική ευχέρεια του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συνιστά υποχρέωση αυτού, αφετέρου δε, ενόψει της κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικής βασιμότητας της ιστορικής βάσης της αγωγής στο σύνολο της, δεδομένης προσέτι και της συνομολόγησης από τον εναγόμενο – εμμέσως μεν, σαφώς δε, όπως αποδείχθηκε- της ύπαρξης και του ύψους της ένδικης οφειλής, τυχόν αναστολή της παρούσας δίκης κατ’ άρθρο 250ΚΠολΔ θα συνεπάγετο αδικαιολόγητη παρέλκυση της ουσιαστικής διάγνωσης της κρινόμενης διαφοράς, συνεκτιμωμένης μεταξύ άλλων και της παρέλευσης ήδη έξι(6) ετών από το χρόνο τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας(2009). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, απορριπτομένων όσων κρίθηκαν απορριπτέα στο σκεπτικό της παρούσας, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν όλω δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 39.000,00 ευρώ με ίο νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Εξάλλου, η παρούσα απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, καθόσον τυχόν καθυστέρηση στην εκτέλεση αυτής αναμένεται να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (αρθ.907, 908παρ. Ιπερ.δΚΠολΔ), ενώ δεδομένου του μεγέθους της επίδικης απαίτησης και της αφερεγγυότητας του εναγόμενου οφειλέτη πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου να απαγγελθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση, διάρκειας έως δύο(2) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης(αρθ. 1047παρ. 1 και 2ΚΠολΔ), η διάταξη δε αυτή εξακολουθεί και εφαρμόζεται κατά νόμο στο πεδίο των αδικοπρακτικών ενοχών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου λόγω της ήττας του κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (αρθ. 176ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμολία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό, τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 18-11-2011 αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων(39.000,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των είκοσι χιλιάδων(20.000,00) ευρώ.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ σε βάρος ίου εναγόμενου προσωπική κράτηση ας έως δύο(2) μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 7/10/2015.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ