fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Αριθμός 123/2006
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ελισάβετ Γρηγοράτου, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία του Γραμματέως Νικολάου Μήλα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13.10.2005 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “________ Λ.Τ.Δ.” που έχει έδρα στη Λευκωσία Κύπρου Λεωφ. ________ και είναι κανονικά εγκατεστημένη στην Ελλάδα επί της οδού ________ στην Αθήνα, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιο Σπηλιόπουλος.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ________ ________ του ________ , κατοίκου Αθηνών, οδός ________ , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Θ. Τούντα.

Η ενάγουσα με την από 25-6-2004 αγωγή της, που κατέθεσε σε αυτό το Δικαστήριο με αριθμό 5657/14-9-2004, προσδιορίστηκε με την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα ζητούν στις προτάσεις τους.

Ακολούθησε συζήτηση της υπόθεσης, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, αφού η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του σχετικού πινακίου.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρούσα αγωγή, από 25-6-2004 και αριθμό καταθέσεως 5657/14-9-2004 η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: α) να της καταβάλει το ποσό των 10.300 € ως αποζημίωση, για την ζημία που υπέστη λόγω της εκδόσεως από τον εναγόμενο, της με αριθμό ________ ακάλυπτης επιταγής, ελκόμενης από τον με αριθμό ________ λογαριασμό του εκδότη στην ενάγουσα τράπεζα. Το ποσό αυτό ζητά να καταβληθεί νομιμοτόκως από την επομένη της εμφάνισης της επιταγή προς πληρωμή, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β) Επίσης να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.500 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. γ) Να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης που εκδοθεί, να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην δικαστική της δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδια (άρθα 14 §1, 22 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298 299, 346 ΑΚ, του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, 907, 908, 1047 §1 και 1049 § 1 του ΚΠολΔ. Εφόσον δε έχει καταβληθεί το απαραίτητο για το παραδεκτό της συζήτησής της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων εισφορές καθώς και τα λοιπά τέλη αυτής, πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω για την εξακρίβωση της ουσιαστικής της βασιμότητος. (βλέπε τα με αριθμούς 108852, 206817, 181690, 206816 σειρά Α’ αγωγόσημα και τα υπ’ αριθμ. 13103288 και 02282742 γραμμάτια προείσπραξης του ΔΣΑ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 79 του Ν. 5960/1933, 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι ο εκδίδων επιταγή σε διαταγή γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, ζημιώνει τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά εμφάνισή της, παρά το νόμο, ήτοι εναντίον της διατάξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του έκδοτη ποινικό αδίκημα; Εντεύθεν είναι υποχρεωμένος κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών σε αποζημίωση του κομιστή γιατί η διάταξη αυτή του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 218/1962, ΝοΒ 10, 801, ΕΑ 6999/1990 ΕλλΔ 31, 519 και εκεί παραπομπές). Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, συρρέει παράλληλα με την αξίωση από το Νόμο περί επιταγής (άρθρο 40) διότι, όπως γίνεται δεκτό, επί συρροής αξιώσεων από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη, οι οποίες τείνουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ικανοποίηση της ίδια παροχής, απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει οποιαδήποτε από αυτές προτιμά, με τον περιορισμό ότι η ικανοποίηση της μίας επιφέρει αντίστοιχη απόσβεση της άλλης (ΕφΠειρ. 459/1991 ΕλΔ 33.1503, ΕΑ 6999/1990 ανωτ.)

Ασκώντας την αξίωση προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιοιν, παρέχεται στον δικαιούχο κομιστή η ευχέρεια, να ζητήσει  ταυτόχρονα και την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του εναγομένου εκδότη της ακάλυπτης επιταγής.

Περαιτέρω από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία το αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ, και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο διαχειριστής αυτής δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρο 914 ΑΚ. Η αρχή δηλαδή της μη. ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία κατά τις γενικές αρχές οπότε και θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το διαχειριστή ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό της, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει κατά πρώτο λόγο τον «εκδίδοντα την επιταγή» εν γνώσει της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων και κατά δεύτερο λόγο το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Τέλος, ο κομιστής της επιταγής μπορεί, μαζί με την αγωγή από το αδίκημα να σωρεύσει και αίτημα προσωπικής κράτησης του εκδότη για την εκτέλεση της αξιώσεως από το αδίκημα. Το αίτημα για την απαγγελία προσωπικής κράτησης είναι νόμιμο και όσο αν αφορά το διαχειριστή της ανώνυμης εταιρίας, εφόσον αυτός είναι ο «δράστης του αδικήματος» δηλαδή, το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, το οποίο εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή εν γνώσει της ανεπάρκειας της καλύψεως, καθόσον η εξαίρεση της § 3 του άρθρο 1047 του ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση της προσωπικής κράτησης των εκπροσώπων ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από αδικοπραξία που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνουν το ίδιο το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων του (ΕφΑΘ 2374/2000 ΔΕΕ 2000/1008, ΕφΑΘ 6300/2000 ΔΕΕ 2001/1256).

Στην προκειμένη περίπτωση: Από τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων, των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, τις ενστάσεις και ισχυρισμούς αυτών, και τις ομολογίες που συνάγονται από αυτούς (261 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην Αθηνά την 30-7-2002, ο εναγόμενος, εξέδωσε μία τραπεζική επιταγή, ήτοι υπ’ αριθμ. της ________ , που σύρονταν από τον υπ’ αριθμ. ________ της ________ Λ.Τ.Δ. -ενάγουσας – ενεργώντας εντός του πλαισίου της δραστηριότητας του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας «________ », που εδρεύει στην Αθήνα, ________ , ελκόμενη από τον υπ’ αριθμ. ________ λογαριασμό της στην Τράπεζά μας, ποσού δέκα χιλιάδων τριακοσίων Ευρώ πληρωτέα σε διαταγή της μονοπρόσιοπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «________ », που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής, οδός ________ . Στη συνέχεια η ως άνω εταιρία, μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως ως αξία λόγιο ενεχύρου και παρέδωσε το σώμα της επιταγής στο κατάστημα της Τράπεζας που ευρίσκεται στο Ηράκλειο Αττικής, και έτσι η Τράπεζα (ενάγουσα) κατέστη νόμιμη και τελευταία κομίστρια της ένδικης επιταγής. Στη συνέχει η ενάγουσα εμφάνισε την άνω επιταγή εμπροθέσμως και προσηκόντως την 6-8-2002, στην πληρώτρια Τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως υπολοίπου της εναγόμενης, στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως εξακριβώθηκε μετά από έλεγχο του λογαριασμού της έκδότριας μέσω κεντρικού υπολογιστή και βεβαιώνεται στην οπίσθια όψη της επιταγής, με την από 6-8-2002 βεβαίωση της Τράπεζας (ενάγουσας), ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της Τράπεζας (υποκατάστημα) στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός του εκδότη.

Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι το ποσό της ένδικης επιταγής δεν ενσωματώνει πραγματική οφειλή του, εδόθη σε εκπρόσωπο της ενάγουσας εν γνώσει του ότι δεν είχε αντίκρυσμα, εζητήθη δε η έκδοσή της, προκειμένου να διευκολυνθεί η εις διαταγήν της οποίας εξεδόθη, μονοπρόσωπη ΕΠΕ, στα πλαίσια της λειτουργίας του ανοικτού λογαριασμού της που τηρούσε με την ενάγουσα Τράπεζα (υποκατάστημα Ηρακλείου Αττικής).

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί κατά την κρίση του δικαστηρίου, τυγχάνουν απορριπτέοι καθ’ όσον δεν αποδείχθηκαν και ως εκ τούτου ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη το δικαστήριο κρίνει ότι η έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τον εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό της θεμελιώνει ευθύνη του εκ της αδικοπραξίας, η δε ‘ευθύνη προς αποζημίωση βαρύνει κατά πρώτο λόγο τον «εκδίδοντα την επιταγή» εν γνώσει της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων και κατά δεύτερο λόγο το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Όσον αφορά το αίτημα περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, κρίνεται απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, καθ’ όσον τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων, θεμελιώνει το αίτημα της η ενάγουσα, δηλ. μείωση της  εμπορικής πίστης και της φήμης της στην αγορά, λόγω της εκδόσεως της ένδικης επιταγής δεν είναι βάσιμα. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
– Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
– Δέχεται την αγωγή ως ουσία βάσιμη.
-Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.300 Ευρώ ως αποζημίωσή της, νομιμοτόκως από της εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή έως εξοφλήσεως.
-Απαγγέλει κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση τη διάρκεια της οποίας ορίζει σε (6) μήνες ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης.
-Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη
-Καταδικάζει τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία ορίζει στα 200 Ευρώ. .
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουάριου 2006 σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριο συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ