fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός απόφασης: A5109/2009

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ 8ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαίου 2017, με δικαστές τους Νικόλαο Πανταζή, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Μαρία Άλπου, Πρωτόδικη Διοικητικών Δικαστηρίων, Βασιλική Σκόνδρα (εισηγήτρια), Πάρεδρο Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τον Γεώργιο Λαμπρόπουλο, δικαστικό υπάλληλο.

Για να δικάσει την με ημερομηνία κατάθεσης 14.11.2016 (ΠΡ2137/2016) προσφυγή.

Των:_α) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία «_______ .» που εδρεύει στον Πειραιά (_______ ) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με την από 8.5.2017 δήλωση του φερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και β) _______ _______ κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε με την από 8.5.2017 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.

Κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ)» και ήδη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία “Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης” (Ε.Φ.Κ.Α.) ως καθολικός διάδοχος του προσφεύγοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 51 παρ.1, 53 παρ.1 ΣΤ και 70 παρ.9 του ν.4387/2016 (Α’85), που εκπροσωπείται από τον Διοικητή του και το οποίο παραστάθηκε με την από 9.5.2017 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ. του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Βλαχογιάννη.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο

  1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (σχ. τα υπ’ αριθμ. 3085683, 3085684, 3085685,30856863085687 σειράς Α ειδικά έντυπα παράβολου) ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης του καθ’ ού επί της υπ’ αριθμ. 40261/14.11.2016 αίτησης αναθεώρησης που άσκησαν οι προσφεύγουσες κατά: α) του υπ’ αριθμ. 24750/28.7.2016 εγγράφου του Τμήματος Εισφορών Ελληνικών Πλοίων της Διεύθυνσης Πόρων του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), και β) των αληθώς προσβαλλομένων με την ως άνω αίτηση αναθεώρησης οικείων φύλλων εκκαθάρισης, μοναδικής παραδεκτώς προσβαλλόμενης πράξης καθώς η προαναφερθείσα αίτηση αναθεώρησης αποτελεί ενδικοφανή προσφυγή (βλ. ΣτΕ 3721/2014, 2090/2014, 2674/2009, 2483/2001).
  1. Επειδή, ο ν. 959/1979 (ΑΊ92) «περί ναυτικών εταιρειών» ορίζει στο άρθρο 1, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 55 του Ν. 1892/1990 (ΑΊ01), ότι: « 1. Ναυτική εταιρεία είναι η εταιρεία που συνιστάται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και έχει ως αποκλειστικό σκοπό την κυριότητα ελληνικών εμπορικών πλοίων, την εκμετάλλευση ή διαχείριση ελληνικών ή ξένης σημαίας εμπορικών πλοίων, καθώς και την απόκτηση μετοχών άλλων ναυτικών εταιρειών. Η σύστασις και άλλον τύπου εταιρειών κατά τα κειμένας διατάξεις με αντικείμενον τας εις την παρούσαν παράγραφον δραστηριότητας δεν αποκλείεται…», στο άρθρο 2 ότι: «1.Η σύμβασις περί ναυτικής εταιρείας (εταιρική σύμβασις) καταρτίζεται εγγράφως, καταχωρίζεται δε εις το μητρώον ναυτικών εταιρειών, κατά τας διατάξεις των άρθρων 50 έως 53 του παρόντος…», στο άρθρο 12 ότι: «Η ναυτική εταιρεία διοικείται και εκπροσωπείται υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, το οποίον απαρτίζεται εκ τριών τουλάχιστον μελών…» και στο άρθρο 20 ότι: «1. Το διοικητικόν συμβούλιον δύναται ν’ αναθέτη εν όλω ή εν μέρει, δι’ αποφάσεως αυτού, την άσκησιν των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων του εις εν ή και περισσότερα μέλη του ή εις τρίτους, καθορίζον άμα και την έκτασιν των εξουσιών τούτων. 2. Η, κατά την προηγουμένην παράγραφον απόφασις, δέον να καταχωρίζεται εις το μητρώον των ναυτικών εταιρειών. 3. Αι πράξεις των οργάνων της εταιρείας εντός των ορίων της κατά νόμον εξουσίας των δεσμεύουν την εταιρείαν έναντι τρίτων, έστω και αν έτι αι πράξεις αύται κείνται έκτος του εταιρικού σκοπού. 4. Περιορισμοί της εξουσίας οργάνου της εταιρείας πηγάζοντες εκ της εταιρικής συμβάσεως ή θεμελιούμενοι εις απόφασιν της γενικής συνελεύσεως δεν αντιτάσσονται προς τρίτους έστω και αν έχουν καταχωρισθή εις το μητρώον ναυτικών εταιρειών. 5. Αι εις το μητρώον καταχωρίσεις και τα βάσει τούτων εκδιδόμενα πιστοποιητικά αποτελούν πλήρη απόδειξιν περί των εκπροσώπων της εταιρείας.».
  1. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 23, 25 παρ. 2, 26, 28 παρ. 2,3,4 και 30 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 2717/1999 (Α’97), συνάγεται ότι για την άσκηση από ναυτική εταιρεία ενδίκου βοηθήματος ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου πρέπει να προσκομίζονται έως την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση (ή, πάντως, μέσα στην προθεσμία που έχει, ενδεχομένως, χορηγήσει το δικαστήριο) όλα τα αναγκαία στοιχεία, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το ένδικο βοήθημα έχει ασκηθεί από το όργανο της εταιρείας, που έχει την αρμοδιότητα να την εκπροσωπεί και, ειδικώτερα, να αποφασίσει την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου (πρβλ. ΣτΕ 485/1991 Ολομ., 1432/2009, 3037- 3043/1994, 1059/1992 7μ.). Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται και το καταστατικό της εταιρείας, ώστε να μπορεί το διοικητικό δικαστήριο να κρίνει αυτεπαγγέλτως το ίδιο, σύμφωνα με την υποχρέωση που έχει από το νόμο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο έχει ασκηθεί μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου της εταιρείας και αν ο δικηγόρος, ο οποίος εμφανίζεται στο ακροατήριο ως πληρεξούσιος της εταιρείας έχει πράγματι ορισθεί από το αρμόδιο προς τούτο όργανο της εταιρείας, είτε αμέσως από το όργανο αυτό της εταιρείας είτε εμμέσως, δηλαδή, δυνάμει πληρεξουσιότητος χορηγηθείσης από πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο είχε παρασχεθεί η σχετική εξουσία από το αρμόδιο όργανο της εταιρείας (βλ. ΣτΕ 485/1991 Ολομ., 1753/2014, 1432/2009, 3037-3043/1994, 1059/1992 7μ.). Συνεπώς η μη προσκόμιση στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και του καταστατικού της εταιρείας, συνιστά λόγο απορρίψεως του ενδίκου βοηθήματος. Περαιτέρω, όπως έχει κριθή, δεν διατάσσεται συμπλήρωση της νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ., στην περίπτωση κατά την οποία δεν προσκομίσθηκε κανένα από τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα ή εάν προσκομίσθηκαν ορισμένα μόνον από αυτά, αφού στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται ότι δεν υπάρχει νομιμοποίηση (πρβλ. ΣτΕ 168/2016, 398/2015, 3301/2012, 3145/2011, 1215/2007, 1926/2005, 1996, 1997, 2194/2004, 412, 2750/2003, (Ολομ.) ΣτΕ 3615/2002, (Ολομ.) ΣτΕ 4284, 3339, 2072/2001). Πέραν δε τούτων, η έλλειψη πληρεξουσιότητας δεν συνιστά “τυπική παράλειψη”, κατά την έννοια του άρθρου 139Α του Κ.Διοικ.Δικ., και δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο αυτό σε περίπτωση μη νομιμοποιήσεως ή ελλιπούς νομιμοποιήσεως του εμφανισθέντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου, αλλά το άρθρο 28 του ως άνω Κώδικα, με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζεται διεξοδικά το θέμα αυτό (ΣτΕ 2462/2015).
  2. Επειδή, εξάλλου το κωδικοποιητικό, του ν. 792/1978, π.δ. 913/1978 (Α’220), με το άρθρο μόνο του οποίου κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις περί του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.) ορίζει στο άρθρο 84 ότι: «1. … Οι πλοιοκτήται υποχρεούνται εις την καταβολήν προς το Ν.Α.Τ. της ιδίας αυτών εισφοράς ως και της εισφοράς των ναυτικών δια το σύνολον της οργανικής συνθέσεως του πληρώματος του πλοίου δι’όλον τον χρόνον της ισχύος του ναυτολογίου, … Δια την εν γένει καταβολήν προς το Ν.Α.Τ. των ανωτέρω οφειλομένων ή βεβαιουμένων εισφορών ευθύνονται αλληλεγγύως μη χωρούσης της ενστάσεως διζήσεως άπαντες οι εν παραγράφω 6 του άρθρου 86 του παρόντος νόμου αναφερόμενοι υπόχρεοι. 2. … 8. Οι πλοιοκτήται, εφοπλισταί, διαχειρισταί και πλοίαρχοι υποχρεούνται να εισπράττουν παρά των πληρωμάτων των πλοίων την τακτικήν εισφοράν, δικαιούμενοι να παρακρατώσι ταύτην εκ του μισθού των, ούσης σκύρου πάσης περί του εναντίου συμφωνίας. 9. …», στο άρθρο 86 ότι: « 1. Παν πλοίον … υποχρεούται να εφοδιασθή δια ναυτολογίου. 2. … 3. …Ο υπολογισμός, η εκκαθάρισις και η βεβαίωσις των εκ ναυτολογίου οφειλομένων εισφορών ενεργείται υπό της ναυτιλιακής Αρχής Π του Ν.Α.Τ. εκδιδομένου παρά του τελευταίου του σχετικού φύλλου εκκαθαρίσεως. 4. … 5. … 6. Δια τας εκ του ναυτολογίου οφειλομένας ή βεβαιουμένας εισφοράς εν γένει, ευθύνονται αλληλεγγύως μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως. α) Απαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήται, … β) Οι εφοπλισταί … γ) … δ) Οι διευθυνταί, διαχειρίσται και εν γένει εκπρόσωποι πάσης φύσεως Εταιρειών η επιχειρήσεων εκμεταλλευομένων τα πλοία και εις ολόκληρον έκαστος. 7. …» και στο άρθρο 90, όπως το εδάφιο β’ της παρ. 1 αυτού αντί καταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 1711/1987 (ΑΊ09), ότι: «1. α) Πάσα επ’ονόματι του Ν.Α.Τ. είσπραξις διενεργείται υπό Αρχής εντεταλμένης προς τούτο, δυνάμει νομίμου τίτλου και επί αποδείξει, κατά τας οικείας διατάξεις εκδιδομένη. β. Το φύλλο εκκαθάρισης που έχει εκδοθεί απο το Ν.Α.Τ., με το οποίο βεβαιώνεται οφειλή στο Δημόσιο Ταμείο, είναι τίτλος νόμιμος και εκτελεστός…»
  1. Επειδή, όπως ήδη έχει κριθεί, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ούτε η προβλεπόμενη στην παρ. 8 του άρθρου 84 του κ.ν. 792/1978 υποχρέωση των διαχειριστών και πλοιάρχων να εισπράττουν από τα μέλη του πληρώματος την τακτική εισφορά, την οποία δικαιούνται και να παρακρατούν από το μισθό τους – ενώ είναι ανίσχυρη κάθε αντίθετη συμφωνία – ούτε η, κατά την παρ. 6 του άρθρου 86 του ιδίου ως άνω νόμου, «αλληλέγγυος και εις ολόκληρον» ευθύνη των διευθυντών, των διαχειριστών και των εν γένει εκπροσώπων πάσης φύσεως εταιρειών ή επιχειρήσεων, εκμεταλλευομένων πλοία, με τον πλοιοκτήτη για τις οφειλόμενες προς το Ν.Α.Τ. εισφορές – απαγορευομένης μάλιστα της ενστάσεως διζήσεως – καθιστά τα πρόσωπα αυτά εργοδότες, νομιμοποιούμενους, σύμφωνα με τη διάταξη της περιπτώσεως α’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (Α’268), να ασκήσουν προσφυγή. Και τούτο διότι, ως εργοδότης κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, νοείται εκείνος υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφαλιστέα σε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως απασχόληση, ο οποίος, λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του αυτής, μετέχει στη σχέση της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια ο διευθυντής, ο διαχειριστής και ο εν γένει εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας ή επιχειρήσεως δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή του άρθρου 7 του ν. 702/1977 κατά του φύλλου εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ., με το οποίο καταλογίζονται εισφορές σε αυτόν ή στην εταιρεία (βλ. ΣτΕ 1800/2001 7/μελούς, 2754/2009, 27/2006, 3057/2004). Ειδικότερα, εκ της προσβολής φύλλου εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ. με το οποίο καταλογίζονται εις βάρος διαχειριστή, διευθυντή, ή εν γένει εκπροσώπου πάσης φύσεως εταιρείας ή επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται πλοίο [συμπεριλαμβανομένης και της κατά τον ν. 959/1979 (Α’ 192) ναυτικής εταιρείας (βλ. ΣτΕ 2551/2003 κ.α.)] εισφορές από το ναυτολόγιο του πλοίου αυτού, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 86 παρ. 6 περ. δ’και 84 παρ. 1 περ. γ’του κωδ. π.δ. 913/1978, δεν γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας ελλείψει της ιδιότητας του εργοδότη στα ανωτέρω πρόσωπα. Σε περίπτωση δε, που το φύλλο εκκαθαρίσεως είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο αυτού, άρχισε να ισχύει από 17.7.1999, τα προαναφερθέντα πρόσωπα ενομιμοποιούντο να ασκήσουν κατά του φύλλου εκκαθαρίσεως ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, Α’90). Σε περίπτωση όμως, που το φύλλο εκκαθαρίσεως εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ., ο οποίος δεν προβλέπει πλέον τη δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής (άρθρου 73 παρ. 1 περ. γ’του Κ.Ε.Δ.Ε.), ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά διοικητικών πράξεων που συνιστούν νόμιμο τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 περ. α’ του Κ.Ε.Δ.Ε. (ΣτΕ 828-9/2010 Ολομ., 3529/20017μ.,       267/2008), τα προαναφερθέντα πρόσωπα νομιμοποιούνται να ασκήσουν κατά του φύλλου εκκαθαρίσεως των εκ ναυτολογίου οφειλομένων προς το Ν.Α.Τ. ασφαλιστικών εισφορών (οι οποίες κατά το άρθρο 83 παρ. 1 του π.δ. 913/1978, περιλαμβάνονται στους πόρους του Ν.Α.Τ.) αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας. Η εκδίκαση δε της αιτήσεως ακυρώσεως ανήκει στην αρμοδιότητα του Α’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικράτειας, ως ένδικο βοήθημα που αφορά διαφορά που προκύπτει από την εφαρμογή διατάξεων που εμπίπτουν στη νομοθεσία περί κοινωνικής προστασίας γενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. α’του π.δ. 361/2001 (Α’244) (βλ.ΣτΕ 2672/2011).
  1. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη προσφεύγουσα ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «_______ .» προσκόμισε την από 8.5.2017 εξουσιοδότηση, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής, της _______ Τζάνη, φερόμενης εκπροσώπου της προαναφερθείσας εταιρείας, προς τον υπογράφοντα το υπό κρίση δικόγραφο, φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο. Όμως δεν προσκομίζεται κατασταστικό αυτής, ούτε απόφαση του αρμοδίου οργάνου από το οποίο να προκύπτει σε κάθε περίπτωση ότι η υπογράφουσα την εξουσιοδότηση προς τον φερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο είχε την αρμοδιότητα προς τούτο. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η δεύτερη προσφεύγουσα, κατά το χρόνο έκδοσης των ενδίκων οφειλών ήτοι τη χρονική περίοδο 2011-2012 [βλ. την υπ’ αριθμ. 3526.2/06/2012/29.2.2012 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και το υπ’ αριθμ. 73551/5.4.2012 έγγραφο του καθ’ ού (περί της οφειλής ποσού ύψους 14.900 ευρώ λόγω καταβολής από το καθ’ ού τρίμηνων αποδοχών ναυτικών λόγω εγκατάλειψης)] καθώς και τα υπ’ αριθμ. 709/2011 (χρονικής περιόδου από 1.11.2010 έως 2.5.2011) ποσού 30.202,60 ευρώ και 467/2012 (χρονικής περιόδου από 3.5.2011 έως 22.3.2012) φύλλα εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ., φέρεται ως εκπρόσωπος της πρώτης προσφεύγουσας πλοιοκτήτριας ναυτικής εταιρείας, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ.3151.1/4047/20/14.12.2012 έγγραφο του Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών της οικείας Υπηρεσίας.
  1. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δικηγόρος που υπογράφει το κρινόμενο ένδικο βοήθημα δεν νομιμοποιήθηκε από την πρώτη προσφεύγουσα με κανέναν από τους εκτεθέντες στη σκέψη 2 τρόπους, κρίνει ότι το ένδικο βοήθημα πρέπει ως προς αυτήν να απορριφθεί ως απαράδεκτο, για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο (άρθρο 35 του Κ.Δ.Δ.), ήτοι λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του πληρεξούσιου δικηγόρου. Επιπλέον, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 5 κρίνει ότι η δεύτερη προσφεύγουσα, εκπρόσωπος της πρώτης ναυτικής εταιρείας κατά το χρόνο έκδοσης των ενδίκων οφειλών, δεν νομιμοποιείται για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής καθώς κατά των ανωτέρω οφειλών, μπορεί να ασκήσει μόνο αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, και ως εκ τούτου, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο (άρθρο 35 του Κ.Δ.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, ενώ, δεν δύναται το υπό κρίση δικόγραφο να ερμηνευθεί ως αίτηση ακυρώσεως καθώς με αυτό προβάλλονται μόνο λόγοι ουσίας.
  1. Επειδή, κατ’ακολουθία, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της πρώτης προσφεύγουσας και λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της δεύτερης προσφεύγουσας, το καταβληθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ.) ενώ δεν καταλογίζονται δικαστικά έξοδα ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 275 παρ. 7 του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

-Απορρίπτει την προσφυγή

-Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παράβολου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 14.6.2017 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτο στις 10.7.2017.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                               Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ                                 Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ                ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΚΟΝΔΡΑ                     ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ