fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΜΗΜΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

Αριθμός απόφασης: 5148/2008

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Αποτελούμενο από το Δικαστή Χρήστο Γ. Παπακώστα, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Πολάτογλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9/10/2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος- ενάγοντος: _______ _______  του _______ , κατοίκου Λαυρίου Αττικής, οδός _______ , ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου Παρασκευής Κουπλίδου.

Των εναγομένων: 1) _______ _______ του _______ , κατοίκου Θορικού Λαυρίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παντελή και 2) _______ _______ του _______ , κατοίκου Παιανίας Αττικής, οδός _______ , η οποία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11/7/2007 αγωγή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικ. 6752/2007, προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο της 3/12/2007 και μετ’αναβολή για τη δικάσιμο της 21-3-2008, οπότε αυτή ματαιώθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων και ήδη επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 21/3/2008 κλήση του ενάγοντος, που κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικ. 3127/2008, με την οποία αυτή προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρόντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στην αγωγή, στα πρακτικά της δίκης και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις με αριθ. 397/26-7-2007 και 1043/15-4-2008 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ευφροσύνης Βουγιουκλάκη (η δεύτερη σε φωτοαντίγραφο), που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 11/7/2007 αγωγής και της από 21/3/2008 κλήσης του ενάγοντος, με πράξεις ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη εναγομένη. Η τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 και 681Α’ του Κ.Πολ.Δ).

Από τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, όταν η σχετική αίτηση (αγωγή) του δανειστή υποβάλλεται αυτοτελώς, απαιτείται η απαίτηση να είναι εμπορική ή να προέρχεται από αδικοπραξία και να υπάρχει γΓαυτήν εκτελεστός τίτλος, ο οποίος μπορεί να είναι κατ’άρθρον 904 παρ. 1 και 2 α’ του ΚΠολΔ, τελεσίδικη ή και προσωρινά εκτελεστή απόφαση. Από την ίδια ως άνω διάταξη (του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι προκειμένης απαιτήσεως από αδικοπραξία εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή μη την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσον εκτέλεσης, αρκεί να είναι αποδεδειγμένη η ως άνω απαίτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία για την απαίτηση αυτή ευθύνονται πλείονες του ενός, η φερεγγυότητα του ενός από τους εις ολόκληρον ευθυνομένους και η δυνατότητα του δανειστή να ικανοποιηθεί από την περιουσία του δεν εμποδίζουν τον δανειστή να ζητήσει την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του αδικοττραγήσαντος οφειλέτου του, ούτε το δικαστήριο να απαγγείλει αυτό το μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 520/1994, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ, αν αποδείχθηκε αδικοπραξία στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση, η κρίση δε αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 76/2008, 788/1993, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω ορίζεται μεν από το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι “τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους… οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι όταν το δικαστήριο καλείται να απαγγείλει προσωπική κράτηση στα πλαίσια του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Επομένως, δικαστική απόφαση που απαγγέλλει προσωπική κράτηση, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν (ΑΠ 76/2008, 163/2007, 634/2007 195-196/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το επιτρεπτό ή μη της εν γένει προσωποκρατήσεως ως θεσμού δεν ρυθμίζεται ειδικά από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά από άλλες διατάξεις αυτού (άρθρα 5 και 6 αυτού). Αλλά η με βάση το άρθρο 1047 ΚΠολΔ προσωποκράτηση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι τούτο αναφέρεται αποκλειστικούς στις εγγυήσεις της προσωπικής ελευθερίας έναντι της ποινικής διώξεως. Η προσωπική όμως κράτηση για χρέη δεν αποτελεί δίωξη με την έννοια της εν λόγω διώξεως (6 παρ. 1) ποινικού δηλαδή χαρακτήρα, αλλά στέρηση τη£ προσωπικής ελευθερίας, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως που ρυθμίζεται από το άρθρο 5 παρ. 3 ίδιου Συντάγματος προς το οποίο δεν αντίκειται. Επίσης η προσωποκράτηση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 της από 4.11.1950 Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και αποτελεί επομένως εσωτερικό ημεδαπό δίκαιο κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αντιθέτως προβλέπεται από τις διατάξεις της Συμβάσεως αυτής και- περαιτέρω- από τις ίδιες αυτές διατάξεις του άρθρου 5 προκύπτει ότι επιτρέπεται να στερηθεί κάποιος της ελευθερίας του “σύμφωνα προς την νόμιμη διαδικασία” μεταξύ άλλων περιπτώσεων και ως “εγγύηση” εκτελέσεως υποχρεώσεως οφειλομένης υπό του νόμου” όπως είναι προδήλως οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1047 ΚΠολΔ. Επί πλέον η διάταξη του άρθρου 1047 ΚΠολΔ δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (κυρ. ν. 2462/1997) κατά το οποίο κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση, πλέον του ότι αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο σε συμβατικές ενοχές και όχι τις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων. Επί των απαιτήσεων από αδικοπραξία εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει ή όχι την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως ήδη προεκτέθηκε, αρκεί η αιτιολογία της απόφασης σχετικά με το αποδεδειγμένο της συμπεριφοράς του οφειλέτη που συνιστά αδικοπραξία και των επιδίκων αξιώσεων και επομένως δεν συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι επί αδικοπρακτικής ευθύνης θα πρέπει να απαλλάσσεται από την προσωπική του κράτηση ο οφειλέτης που από αδυναμία δεν εκπληρώνει τη χρηματική του υποχρέωση (ΑΠ 257/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η πρώτη παραπάνω διάταξη (άρθρο 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης, όταν ασκείται αυτοτελώς, εισάγεται στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγόμενου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την απαίτηση. Ως προς την καθύλην αρμοδιότητα ορίζεται ότι η αυτοτελής περί προσωπικής κρατήσεως αγωγή δικάζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ (τακτική) από το Ειρηνοδικείο, εφόσον η απαίτηση (χωρίς τους τόκους και τα έξοδα) δεν υπερβαίνει το ποσό της καθύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και από το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση (Αθ. Κρητικού: Αποζημίωση, εκδ. 2008, κεφ. 36, παρ. 113­115, σελ. 927).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή ζητείται η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. 3966/2006 τελεσίδικης (και προσωρινά εκτελεστής, πριν την τελεσιδικία της) καταψηφιστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει εκδοθεί για απαίτηση που απορρέει από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από αυτοκινητικό ατύχημα που προκάλεσε στο Λαύριο Αττικής ο πρώτος εναγόμενος από αποκλειστική υπαιτιότητά (αμέλειά) του, οδηγώντας το υπ’αριθ. κυκλοφορίας _______ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εξ αυτών, το οποίο συγκρούστηκε με την υπ’αριθ. κυκλοφορίας _______ δίκυκλη μοτοσικλέτα, προκαλώντας υλικές ζημιές στην τελευταία και τον τραυματισμό του οδηγού και ιδιοκτήτη της ενάγοντος. Το ως άνω Δικαστήριο έκανε δεκτή τη σχετική αγωγή αποζημίωσης του τελευταίου και επεδίκασε τελικά σε αυτόν αποζημίωση για την παραπάνω αιτία 12.646,09 ευρώ (εκτός των τόκων και της δικαστικής δαπάνης).

Η αγωγή, όπως αναπτύσσεται στη μείζονα σκέψη, αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά τόπο (άρθρα 22 και 35 του Κ.Πολ.Δικ.) και καθύλην (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2 και 1047 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), δεδομένου ότι το ύψος της απαιτήσεως υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου (12.000 ευρώ) και οφείλεται εις ολόκληρον από τους εναγόμενους, κατά τον ανωτέρω τίτλο και πρέπει να δικαστεί κατά τη τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, όπως ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, κατ’εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 591 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ανεξαρτήτως δηλαδή αν έχει εισαχθεί κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α’ του ίδιου Κώδικα, αφού η διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ (όταν η υπόθεση δικάζεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο) δεν διαφέρει ουσιωδώς από την ως άνω ειδική διαδικασία (δεν προβλέπονται άλλη διαδικασία και προθεσμίες κατάθεσης και επίδοσης της αγωγής, άλλη προδικασία εκτός από την εγγραφή στο πινάκιο, η οποία έχει λάβει χώρα, ούτε ουσιωδώς διαφορετική αποδεικτική διαδικασία), αμφότεροι οι παρόντες διάδικοι κατέθεσαν προτάσεις και δεν προκαλείται βλάβη σε κάποιον από αυτούς από την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία (ούτε υπήρξε επίκληση τέτοιας βλάβης). Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη (άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και νόμιμη (άρθρα 1047επ. του ίδιου Κώδικα), αφού σαφώς περιγράφεται στο αιτιολογικό και το διατακτικό μέρος της αγωγής τόσο η απαίτηση από αδικοπραξία, ο εκτελεστός τίτλος και το αίτημα για προσωπική κράτηση των εναγομένων ως μέσο εκτέλεσης του τίτλου αυτού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις. Ως προς τη νομιμότητα της προσωπικής κράτησης και ως προς τον δεύτερο εναγόμενο που ευθύνεται ως ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, βάσει του Ν. ΓΠΝ/1911: ΕφΑΘ 3277/1980, ΝοΒ 28/1556, Αθ. Κρητικού: όπ.π., κεφ. 36, παρ. 111, σελ. 926. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων _______ _______  και _______ _______ , οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, που χρησιμεύουν για πλήρη απόδειξη, αλλά και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων και του Επικουρικού Κεφαλαίου την υπ’αριθ. καταθ. 2906/2001 από 2/4/2001 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 3966/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή καθόσον αυτή στρεφόταν κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (λόγω παραγραφής) και έκανε αυτή εν μέρει δεκτή κατά τα λοιπά, δεχομένη ότι στο Λαύριο Απικής στις 28/5/1999, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’αριθμ. κυκλοφορίας _______ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν ανασφάλιστο, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά (αμέλειά) του (κατά παράβαση των άρθρων 330 εδ. β’ του Α.Κ. και 12 παρ. 1 και 23 παρ. 4 του ΚΟΚ) τον τραυματισμό του ενάγοντος, ενώ οδηγούσε την υπ’αριθμ. κυκλοφορίας _______  δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, αλλά και υλικές ζημιές σε αυτή, κατά τη σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από συνθήκες που περιγράφονται στην απόφαση. Οι εναγόμενοι προσπάθησαν μάλιστα να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, ισχυριζόμενοι ότι ο πρώτος εξ αυτών οδηγούσε άλλο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος. Το ως άνω Δικαστήριο κατεδίκασε με προσωρινώς εκτελεστή καταψηφιστική διάταξή της τους εναγομένους να καταβάλουν (ευθυνόμενοι ο καθένας εις ολόκληρον) στον ενάγοντα το ποσό των 12.646,09 ευρώ, με τους νομίμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το ποσό αυτό συνιστά αποζημίωση για την επισκευή των υλικών ζημιών της μοτοσικλέτας, τη μείωση της εμπορικής αξίας αυτής, εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, την απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος, εξαιτίας του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, έξοδα για «βελτιωμένη διατροφή» του για την ίδια αιτία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η απόφαση αυτή ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι κατέστη τελεσίδικη, αφού ο ενάγων δεν προσκόμισε πιστοποιητικό περί μη άσκησης τακτικού ενδίκου μέσου κατ’αυτής, κηρύχθηκε όμως προσωρινά εκτελεστή κατά την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη, συνιστά δηλαδή εκτελεστό τίτλο κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2α’ του ΚΠολΔ και δεν συντρέχει λόγος επανάληψης της συζήτησης για προσκόμιση πιστοποιητικού τελεσιδικίας, αφού ο πρώτος εναγόμενος δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο ότι έχει ασκηθεί τακτικό ένδικο μέσο κατ’αυτής. Ο ενάγων όχλησε επανειλημμένως τους εναγόμενους για την εξόφληση της παραπάνω απαίτησής του, κοινοποιώντας σε αυτούς και απόγραφο πρώτου εκτελεστού τίτλου της ως άνω απόφασης με επιταγή προς πληρωμή (υπ’αριθ. 572/12.12.2006 και 7523/12.12.2006 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αδαμάντιου Πρεβεζιάνου και Πειραιώς Χρίστου Παναγιώτή αντίστοιχα), αυτοί όμως αρνήθηκαν την καταβολή έστω και μέρους της απαίτησης, παρά τις εκάστοτε διαβεβαιώσεις που παρείχαν στον ενάγοντα περί του αντιθέτου (όπως ότι ο πρώτος εξ αυτών θα λάβει δάνειο για την παραπάνω αιτία), ενώ (οι εναγόμενοι) δεν διαθέτουν εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Δεν αποδείχθηκε δε ότι υπάρχει πλήρης αδυναμία καταβολής του ως άνω ποσού από αυτούς και μάλιστα επί μία διετία, ανεξαρτήτως του ότι η αδυναμία αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαταχθεί προσωπική κράτηση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, δεδομένου και ότι εν προκειμένω η απαίτηση προέρχεται από αδικοπραξία και όχι από την εμπορική τους δραστηριότητα.

Πρέπει συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή και να διαταχθεί η προσωπική κράτηση εκάστου των εναγομένων, διάρκειας μέχρις 6 μηνών, ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω απόφασης . Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των εναγομένων, κατά το νόμιμο αίτημά του, λόγω της νίκης του (άρθρου 176 του ΚΠολΔ) και να καθορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 501 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ επί της αγωγής, ερήμην της δεύτερης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των εκατόν πενήντα (150)

ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την προσωπική κράτηση εκάστου των εναγομένων, διάρκειας μέχρις έξι (6) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. 3966/2006 προσωρινά εκτελεστής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α’ του ΚΠολΔ).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, την οποία ορίζει σε διακόσια ογδόντα (280) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7/11/2008.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ