fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης 4000/2010

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 13ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Κλεονίκη Θεοδωροπούλου, Πρόεδρό Εφετών, Θεόδωρο Τζανάκη, Αικατερίνη Τσίχλη – Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Στυλιανή Τζανιδάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2010, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλουσας – εναγομένης: Της εταιρείας με την επωνυμία «_______  », που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό δικηγόρο της Χρηστό Γ. Οικονομάκη, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «_______  Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα X. Βασιλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία, με την από 19-6-2006 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό 6.947/2006, ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 5.313/2008 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – εναγομένη, με την από 9-2-2009 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό 1.380/12-2- 2009, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη με αριθμό 2.224/2009 πράξη της γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δηλώσεις του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-2-2009 έφεση της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «_______  », κατά της με αριθμό 5.313/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τ,ς νόμιμες διατυπώσεις κα, είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495, 511, 513 και 518 § 1 Χου ΚΠολΔ), αφού κατατέθηκε στις 12 Φεβρουάριου 2009 και η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 15 Ιανουάριου 2009, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση στο προσκομισμένο αντίγραφο αυτής, του δικαστικού επιμελητή Θεόδωρου Δημητρακόπουλου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 533 § 1).

Με την από 19-6-2006 αγωγή της στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως περιορίστηκε σε αναγνωριστική, η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε’ ότι, συνήψε με την εταιρεία «_______  ΑΕΕΒΕ» σύμβαση ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 μέχρι 31-12-2004 για τον κίνδυνο,- μεταξύ άλλων, της κλοπής των εμπορευμάτων της και, συγκεκριμένα,’ έτοιμων ενδυμάτων που η τελευταία εισήγε από οίκους μόδας του, εξωτερικού, ότι με σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ της ως άνω εταιρείας («_______  ΑΕΕΒΕ») και της εναγομένης, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να φυλάσσει εμπορεύματα κυριότητας της πρώτης, σε δύο καταστήματα που διατηρεί στις αναφερόμενες στην αγωγή διευθύνσεις, καθώς και να τα διαθέτει προς πώληση σε τρίτους, για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, με τη συμφωνηθείσα αμοιβή, όπως αναφέρεται στην αγωγή, για τη φύλαξη και διατήρηση του εμπορεύματος της σε καλή και ασφαλή κατάσταση. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη δεν έλαβε κανένα μέτρο ασφαλείας προς αποτροπή διάρρηξης και κλοπής, με αποτέλεσμα, στις 29-11-2004, να παραβιασθεί η θύρα του ενός από τα δύο καταστήματα της εναγομένης, στην οδό _______  στην Κηφισιά και να αφαιρεθούν από άγνωστους δράστες τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα της εταιρείας «_______  ΑΕΕΒΕ», συνολικής αξίας € 15.993,09. Επίσης εκθέτει ότι, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης της κλοπής, η ενάγουσα κατέβαλε στην ως άνω ασφαλισμένη εταιρεία το ποσό των € 14.339,78, ως ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκε από το νόμο, αλλά και δυνάμει ρητού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στα δικαιώματα της ασφαλισμένης εταιρείας έναντι της εναγομένης. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των € 14.339,78, με το νόμιμο τόκο από τις 29-11-2004 (ημερομηνία επέλευσης της ζημιάς), άλλως από τις 29-3-2005 (ημερομηνία καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης), άλλως από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.

Το ως άνω Δικαστήριο, με τη με αριθμό 5.313/2008 οριστική απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα € 14.339,78, με το νόμιμο τόκο από τις 29-11-2004 και την καταδίκασε στα δικαστικά της έξοδα.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη με την υπό κρίση έφεση της, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η κατ’ αυτής αγωγή.

Από όλα τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των  μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται η αξιολόγηση ουδενός, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και από τις άμεσες ή έμμεσες ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω, αποδεικνύονται τα εξής. Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο στην εμπορία έτοιμων ενδυμάτων και για το σκοπό αυτό, διαθέτει τέσσερα καταστήματα, ένα από τα οποία, βρίσκεται στην Κηφισιά και, συγκεκριμένα, σε μισθωμένο χώρο, μέσα σε εμπορικό κέντρο της οδού _______  . Περαιτέρω, η εταιρεία με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, έχει ως κύρια δραστηριότητα την αποκλειστική αντιπροσώπευση και εισαγωγή έτοιμων ενδυμάτων επώνυμων οίκων του εξωτερικού. Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας, όπως περιγράφεται ανωτέρω, η εναγόμενη κατάρτισε με την ως άνω εταιρεία με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», την από 12-5-2004 σύμβαση παραγγελίας, με την οποίαν συμφωνήθηκε ότι η τελευταία, θα διέθετε στην εναγομένη εμπορεύματα^ προκειμένου αυτή να τα πωλεί στα καταστήματά της, στο δικό της  όνομα, για λογαριασμό, όμως, της ως άνω παραγγελέα εταιρείας, με τον­ πρόσθετο όρο, η τελευταία να παρακρατεί την κυριότητα των εμπορευμάτων της μέχρι το χρόνο της λιανικής τους πώλησης. Ως αμοιβή, συμφωνήθηκε η διαφορά του τιμήματος της λιανικής και της χονδρικής πώλησης. Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίζει τα μίσθια καταστήματα, έναντι παντός κινδύνου προκειμένου να διατηρεί τα εμπορεύματα σε καλή και ασφαλή κατάσταση, ενώ η εταιρεία με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει τα εμπορεύματα που θα παρέδιδε στην εναγομένη, έναντι παντός κινδύνου. Προς τούτο, στις αρχές Μαΐου του έτους 2004, προέβη στη σύναψη με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία του με αριθμό 17.773/2004 ασφαλιστήριου συμβολαίου κλοπής-διάρρηξης, με το οποίο ασφάλισε όλα τα εμπορεύματα που παραδόθηκαν στην εναγόμενη και βρίσκονταν στο επί της οδού _______  κατάστημά της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, τις πρωινές ώρες της 29ης Νοεμβρίου 2004 και, συγκεκριμένα, μεταξύ των ωρών 05.45′ και 07.20′, άγνωστοι δράστες παραβίασαν τις δύο κλειδαριές της θύρας εισόδου του ως άνω καταστήματος της εναγομένης, εισήλθαν σε αυτό και αφαίρεσαν εμπορεύματα, συνολικής αξίας € 161.000, μεταξύ των οποίων ήταν και εμπορεύματα ιδιοκτησίας της εταιρείας «_______  ΑΒΕΕ» και, συγκεκριμένα, ανδρικά και γυναικεία ενδύματα και αξεσουάρ, συνολικής αξίας € 15.993,09. Ο ακριβής χρόνος της διάρρηξης προκύπτει από την κατάθεση που έδωσε προανακριτικά, στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, ο νυκτερινός φύλακας του εμπορικού κέντρου, ο οποίος αναφέρει ότι, τελείωσε τη βάρδια του στις 05.45΄, χωρίς να διαπιστώσει, κατά τον έλεγχο των καταστημάτων που διενήργησε κατά το πέρας αυτής οτιδήποτε ύποπτο και, επίσης, από την κατάθεση του θυρωρού του εμπορικού κέντρου, ο οποίος αναφέρει ότι ανέλαβε υπηρεσία στις 07.20′ της ίδιας ημέρας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το εν λόγω κατάστημα, το οποίο, όπως προαναφέρεται, βρίσκεται μέσα σε εμπορικό κέντρο και φυλάσσεται από έμμισθο φύλακα, ο οποίος ελέγχει όλο το χώρο του εμπορικού κέντρου, δηλαδή το σύνολο των καταστημάτων που στεγάζονται σε αυτό. Πέραν του ως άνω μέτρου ασφάλειας, το οποίο είναι κοινό για όλους τους καταστηματάρχες του εμπορικού κέντρου, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο προστασίας του καταστήματος της, προς αποφυγή διάρρηξής του. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι οι προσόψεις του καταστήματος είναι υαλόφρακτες, η εναγομένη δεν φρόντισε να τοποθετήσει μεταλλικά ρολά ασφαλείας, ούτε σύστημα συναγερμού, ενώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την ίδια την εναγομένη τεχνική έκθεση, η οποία τιτλοφορείται «έκθεση πραγματογνωμοσύνης αριθ. 6469» της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «_______   ΑΑΕ», οι κλειδαριές που υπήρχαν στη γυάλινη θύρα εισόδου του καταστήματος ήταν απλές και όχι ασφαλείας. Τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά. προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι το κατάστημα δεν είχε σύστημα συναγερμού, ούτε μεταλλικά ρολά, ότι υπήρχε μόνο ένας φύλακας, ότι το εμπορικό κέντρο ήταν μεγάλο και ότι θα έπρεπε να είχε βάλει τουλάχιστον συναγερμό. Εξ άλλου, ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι το εμπορικό κέντρο φυλάσσεται 23 ώρες το εικοσιτετράωρο, ότι δεν φυλάσσεται το πρωί από τις 5 μέχρι τις 6, ότι έχουν αντικλεπτικά στα εμπορεύματα, όχι όμως, συναγερμό στο κατάστημα. Με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια, την οποία όφειλε καί·: μπορούσε να καταβάλει, ως προς την τήρηση της συμβατικής, υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι της εταιρείας με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», σχετικά με την ασφαλή φύλαξη των παραδοθέντων σε αυτήν εμπορευμάτων της τελευταίας και, συγκεκριμένα, δεν – έλαβε οποιοδήποτε ενδεδειγμένο, με βάση τις περιστάσεις, μέτρο ασφάλειας, όπως τοποθέτηση κλειδαριών ασφαλείας, μεταλλικών ρολών, ή εγκατάσταση συστήματος συναγερμού. Η ύπαρξη του φύλακα, δεν ήταν επαρκές μέτρο, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός είχε προσληφθεί από όλους τους καταστηματάρχες του εμπορικού κέντρου, με αποτέλεσμα, η παρεχόμενη από αυτόν υπηρεσία, λόγω της έκτασης του εμπορικού κέντρου να μην είναι αποτελεσματική, ενώ, εξάλλου, από την ώρα της αναχώρησής του, μέχρι την ώρα της άφιξης του θυρωρού, το εμπορικό κέντρο παρέμενε αφύλακτο για μιάμιση περίπου ώρα, γεγονός το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκμεταλλεύθηκαν οι άγνωστοι δράστες.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και έκρινε ότι η εναγομένη δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη των εμπορευμάτων της εταιρείας με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», δεν έσφαλε, αλλά ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο και εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις που είχαν τεθεί στην κρίση του. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης αποδείχθηκε ότι, μετά την επέλευση του ως άνω ασφαλιστικού κινδύνου και, συγκεκριμένα, στις 29-3-2005, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στη ζημιωθείσα εταιρεία με την επωνυμία «_______  ΑΒΕΕ», για αποζημίωσή της, το ποσό των 14.229,78€, που προκύπτει μετά την αφαίρεση από το συνολικό ποσό της ζημίας, ύψους € 15.993,09, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των εμπορευμάτων ιδιοκτησίας της που εκλάπησαν από το κατάστημα της εναγομένης, ποσοστού 10%, δηλαδή ποσού € 1.593,31, που είχε συμφωνηθεί ως ασφαλιστική απαλλαγή. Με ρητό όρο εκχώρησης που περιλήφθηκε στην απόδειξη καταβολής του ποσού αυτού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν 2.496/1997, η ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ως άνω εταιρείας, στην οποία η εναγομένη οφείλει να καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Τα αμέσως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά με την εκκαλούμενη απόφαση, δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη με κάποιο λόγο της κρινόμενης έφεσης.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, εφόσον κρίθηκε απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί, ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (ΚΠολΔ 176, 183, 191 § 2).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 5.313/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τακτικής διαδικασίας.

Καταδικάζει την εκκαλούσα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της εφεσιβλητης, του παρόντος δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα ευρώ (€ 450).

Κριθηκε, αποφασιστηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2010 και  δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2010, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ