fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΠΟΦΑΣΗ 6306/2015

Γενικός Αριθμός Κατάθεσης 49338/30-4-2015
Αριθμός κατάθεσης δικογράφου 5189/30-4-2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Ιωάννα Σερβέτα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν κλήρωσης.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 3η Ιουνίου 2015, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : ________ ________  του ________ , κατοίκου Ν. Ψυχικού Αττικής (επί της οδού ________ ), που παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Δήμητρας Τόμπρα (AM ΔΣΑ 29731).

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ : 1) ________ χήρας ________ ________ , κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής (επί της οδού ________ ), 2) ________ , θυγατέρας ________ ________ , κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής (επί της οδού ________ ), 3) ________ , θυγατέρας ________ ________ , συζύγου ________ , κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής (επί της οδού ________ και 4) ________ , θυγατέρας ________ ________ , συζ. ________ ________ , κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (επί της οδού ________ ), οι οποίες παραστάθηκαν, οι 1η και 4η διά και οι 2η και 3η μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Παπαστεργίου (AM ΔΣΑ 12803).

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-4-2015 αίτηση-κλήση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5189/30-4-2015 (Γ.Α.Κ. 49338/30-4-2015) και προσδιορίσθηκε η συζήτησή της, αρχικώς για τις 18-5-2015 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί αυτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωσή της ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου και με το σημείωμα της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), ζητά να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό 2990/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου και η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της με την από 24-3-2015 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής που έχει ασκήσει κατά της διαταγής αυτής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση, νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 1 και 933 ΚΠολΔ, και εκδικάζεται την 22-1-2019 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, για το λόγο αφενός ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της, αφετέρου ότι με την εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.

Η αίτηση με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη των άρθρων 632 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 632 αριθμ. 37 και τις εκεί περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία και νομολογία) και 938 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ________  ________ του ________ , που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με επιμέλεια της αιτούσας (οι καθ’ ων δεν εξέτασαν μάρτυρα), τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, από όσα ανέπτυξαν προφορικώς και με τα σημειώματά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό και με όλη γενικά τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Δυνάμει του από 26-5-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, συμφωνήθηκε στο Χαλάνδρι Αττικής μεταξύ της αιτούσας ως μισθώτριας και των καθ’ ων η αίτηση ως εκμισθωτριών, η μίσθωση του με στοιχεία ΙΑ3 καταστήματος, εκτάσεως 37,00 τ.μ., με πατάρι εκτάσεως 18,50 τ.μ., συνιδιοκτησίας των καθ’ ων, κατά ποσοστό 1/4 εξ’ αδιαιρέτου της καθεμίας από αυτές, το οποίο βρίσκεται στον ισόγειο όροφο του εμπορικού κέντρου ________ επί της οδού ________ στο Χαλάνδρι, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την αιτούσα ως κατάστημα πωλήσεως

ενδυμάτων. Επίσης, δυνάμει του από 17-10-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, υπό τις ίδιες ως άνω ιδιότητες αυτών, ήτοι της αιτούσας ως μισθώτριας και των καθ’ ων η αίτηση ως εκμισθωτριών και στον ίδιο τόπο, η μίσθωση του με στοιχεία ΙΑ2 καταστήματος εκτάσεως 40,00 τ.μ., με πατάρι εκτάσεως 20,00 τ.μ., συνιδιοκτησίας των καθ’ ων, κατά ποσοστό 1/4 εξ’αδιαιρέτου της καθεμίας από αυτές, το οποίο βρίσκεται, επίσης, στον ισόγειο όροφο του ως άνω εμπορικού κέντρου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την αιτούσα για τον ίδιο σκοπό, ήτοι ως κατάστημα πωλήσεως ενδυμάτων. Η διάρκεια καθεμιάς από τις ανωτέρω μισθώσεις είχε συμφωνηθεί για εννέα (9) έτη, ώστε για μεν την πρώτη από αυτές, έληγε στις 31-5­2007, για δε τη δεύτερη, στις 31-10-2007 και το καταβαλλόμενο μίσθωμα, σύμφωνα με τον υπό αριθ. 4.1 όρο των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών, ανέρχονταν στο ποσό των 180.000 δραχμών (ήδη 528,24 ευρώ), πλέον του αναλογικού τέλους χαρτοσήμου (για καθεμία από τις ανωτέρω μισθώσεις), θα αναπροσαρμοζόταν δε, προσαυξημένο κατά το ποσοστό του τιμαρίθμου του προηγούμενου 12μηνου έναντι του καταβαλλόμενου το αμέσως προηγούμενο μισθωτικό έτος προσαυξημένου κατά δύο (2) μονάδες. Επίσης, σύμφωνα με τον με αριθ. 4.3 όρο των ως άνω μισθωτηρίων συμβολαίων, η αιτούσα κατέβαλε ως «εγγύηση» για την ακριβή εκπλήρωση των όρων καθεμιάς από τις ανωτέρω συμβάσεις, το ποσό των 180.000 ευρώ (ήτοι 528,24 ευρώ) σε μετρητά. Το ποσό αυτό, συμφωνήθηκε να αναλάβει ατόκως η μισθώτρια μετά την εκ των μισθίων εμπρόθεσμη κατά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης κανονική αποχώρησή της, την απόδοση των μισθίων και των κλειδιών στις εκμισθώτριες, την εξόφληση τυχόν οφειλών σε Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας, καθώς και την ακριβή τήρηση όλων των συμφωνημένων όρων της σύμβασης από μέρους της. Στη συνέχεια, δυνάμει των από 8-12-2011 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, τα οποία, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων και στα οποία ρητά αναφέρεται ότι η διάρκεια αμφοτέρων των ως άνω μισθώσεων παρατάθηκε σιωπηρά μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία σύμφωνα με τις ισχύουσες περί επαγγελματικών μισθώσεων διατάξεις, το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, για καθεμία από τις ανωτέρω μισθώσεις, το οποίο, κατά το ανωτέρω χρόνο, ανέρχονταν στο ποσό των 794,60 ευρώ, πλέον του αναλογικού τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμόσθηκε, λόγω της οικονομικής κρίσης, στο ποσό των 635,68 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2011 έως 31-12-2011. Συμφωνήθηκε δε, ρητά, ότι τα μέρη με τις ανωτέρω συμφωνίες τους,

ρυθμίζουν το ύψος του μηνιαίου μισθώματος για το επόμενο δωδεκάμηνο στο άνω ποσό των 635,68 ευρώ και δεν τροποποιούν για το πέραν του διαστήματος αυτού, τα αρχικά από 26-5-1998 και 17-10-1998 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, των οποίων όλοι οι όροι παραμένουν σε πλήρη ισχύ, πλην του όρου 4.1, του οποίου η ισχύς αναστέλλεται για το ως άνω διάστημα, ήτοι από 1-12-2011 έως 31­12-2011. Στη συνέχεια, δυνάμει των από 15-9-2012 (όσον αφορά τη μίσθωση του με στοιχ. ΙΑ2 καταστήματος) και από 25-9-2012 (όσον αφορά τη μίσθωση του με στοιχ. ΙΑ3 καταστήματος), ιδιωτικών συμφωνητικών που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, αναπροσαρμόσθηκε εκ νέου το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 579,15 ευρώ, για καθεμία από τις ως άνω μισθώσεις, για χρονικό διάστημα 6 μηνών, ήτοι από 1-9-2012 έως 28-2-2013 και συμφωνήθηκε ότι, κατά τα λοιπά, ισχύουν όλοι οι όροι των αρχικών, από 26-5-1998 και από 17-10-1998 ιδιωτικών συμφωνητικών, χωρίς όμως να αποκλεισθεί η ισχύς της συμφωνίας περί αναπροσαρμογής του μισθώματος καθενός από τα ως άνω μίσθια καταστήματα στο ως άνω ποσό των 579,15 ευρώ, για τον, μετά του διμήνου χρόνο διάρκειας και των δύο μισθώσεων, όπως εξάλλου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ρητά αποκλείσθηκε, κατά την πρώτη από 8-12-2011, συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του μισθώματος, για τον μετά τον συμφωνηθέντα χρόνο διάρκειας αυτής. Με βάση τα ανωτέρω και δεδομένου ότι και μετά την παρέλευση του χρόνου που ως άνω είχε συμφωνηθεί, η αιτούσα μισθώτρια, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το μίσθιο χωρίς την εναντίωση των καθ’ ων εκμισθωτριών, με αποτέλεσμα η μίσθωση του ως άνω ακινήτου να ανανεωθεί για αόριστο χρόνο (άρθρο 611 ΑΚ, 44 ΠΔ 34/1995) και εφόσον η περαιτέρω ισχύς της ως άνω ρήτρας δεν αποκλείστηκε συμβατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ανωτέρω ποσό των 579,15 ευρώ εξακολούθησε να ισχύει και μετά την 28-2-2013. Επιπλέον, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του ν. 3853/2010, το οποίο θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης “ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφεοθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης”. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς προκύπτει ότι ο έγγραφος τύπος στον οποίο
απαιτείται να υποβληθεί η καταγγελία είναι συστατικό στοιχείο του κύρους της και δεν έχει αποδεικτικό μόνο χαρακτήρα. Απαιτείται δε έγγραφος τύπος μόνο για τη δήλωση της καταγγελίας και δεν είναι ανάγκη να υπάρχει έγγραφη απόδειξη για την περιέλευσή της στον εκμισθωτή, η οποία δε χρειάζεται να γίνει πανηγυρικά, αλλά με οποιονδήποτε τρόπο, αποδεικνυόμενη με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες (ΑΠ 1012/2012 Νομος). Τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται μετά την πάροδο της προθεσμίας τριών μηνών, η οποία αρχίζει κατ’ άρθρο 167 ΑΚ από την επόμενη της περιέλευσής της στον εκμισθωτή με συνέπεια, κατά το χρονικό αυτό διάστημα να υπέχει ο μισθωτής υποχρέωση καταβολής μισθώματος. Εν προκειμένω, η αιτούσα μισθώτρια, με την από 3-6-2013 ηλεκτρονική επιστολή της γνωστοποίησε στις καθ’ ων ένα έγγραφο υπό τον τίτλο «ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως μίσθωσης» στο οποίο αναφέρεται ως ημερομηνία παραλαβής των μισθίων από τις εκμισθώτριες η 31-8-2013. Το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγκυρη και σαφή δήλωση καταγγελίας των ένδικων μισθώσεων, αλλά απλή γνωστοποίηση των προθέσεων της αιτούσας

για τη λύση των μισθώσεων. Άλλωστε, εάν αποτελούσε δήλωση καταγγελίας, θα αναφερόταν το ακριβές χρονικό σημείο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και όλα όσα σχετίζονται με τα αποτελέσματα της λύσεως της μισθώσεως με τον τρόπο αυτό. Στη συνέχεια δε, με την από 29-7-2013 εξώδικη δήλωση – γνωστοποίηση που επιδόθηκε στις καθ’ ων αυθημερόν, η αιτούσα, προέβη σε νομότυπη καταγγελία των ένδικων μισθώσεων, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, επέφερε τα αποτελέσματά της 3 μήνες μετά την κοινοποίησή της και ήδη η ένδικη μίσθωση λύθηκε. Ακολούθως, με την από 9-9­2013 εξώδικη διαμαρτυρία τους, η οποία επιδόθηκε στην αιτούσα στις 11-9-2013, οι καθ’ων, αφού ανέφεραν ότι το μηνιαίο μίσθωμα και για τις δύο μισθώσεις, είχε ήδη αναπροσαρμοσθεί στο ποσό των 579,15 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-9-2012 έως 28-2-2013 και εκλαμβάνοντας πράγματι την ως άνω δήλωση ως καταγγελία των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, καθώς και ότι τα αποτελέσματα αυτής, θα επέρχονταν, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1994, στις 29-10-2013, καλούσαν την αιτούσα να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα από αυτήν μισθώματα. Τέλος, με την από 24-9-2013 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε αυθημερόν στις καθ’ ων, η αιτούσα ανέφερε ότι σε εξόφληση της οφειλής της από τις ως άνω συμβάσεις μίσθωσης, παραδίδει σε αυτές το με αριθ. 111810/24-9-2013 γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών, συνολικού ύψους 4.901,82 ευρώ, προς εξόφληση των μισθωμάτων των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2013 και για τα δύο μίσθια καταστήματα (579,15 ευρώ συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα) X 4 μήνες=2.316,60 ευρώ + (2.316,60 Χ3,6% – αναλογούν τέλος χαρτοσήμου =) 83,40 ευρώ=2.400 ευρώ (για το ΙΑ3 κατάστημα) + 2400 ευρώ (για το ΙΑ2 κατάστημα + 1.158,30 ευρώ (ως αποζημίωση για την καταγγελία των εν λόγω μισθώσεων)= 5.958,30 ευρώ – 1.056,48 ευρώ (λόγω της καταβληθείσας από την αιτούσα εγγύησης ποσού 528,24 ευρώ για το καθένα από τα μίσθια καταστήματα), οι δε καθ’ων, όπως προκύπτει από τις 2857β’-2860β’/24-9-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Αριστείδη Κοπανά, αρνήθηκαν να παραλάβουν το ανωτέρω γραμμάτιο. Σημειώνεται ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 433 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής δια δημοσίας καταθέσεως της παροχής, πρέπει να υπάρχει νόμιμος λόγος δικαιολογών την κατάθεση όπως είναι η υπερημερία του δανειστή, επί πλέον δε πρέπει η κατάθεση αυτή να έχει ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλομένη παροχή. Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την παροχή, η οποία του προσφέρεται και η οποία είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή είναι κατά ποιότητα και ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο. Ειδικότερα, ο μισθωτής δικαιούται να παρακαταθέσει το μίσθωμα μόνον, αν ο εκμισθωτής αρνείται να το παραλάβει αν και αυτό προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως (427, 349 Α.Κ.) Ο οφειλέτης που επικαλείται ως αποσβεστικό λόγο της οφειλής του τη δημόσια κατάθεση, βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων της δημόσιας κατάθεσης, δηλαδή της προκαταβολικής άρνησης αποδοχής της οφειλής εκ μέρους του δανειστή και της ρηματικής (δια λόγου) εκ μέρους του μεταγενέστερης προσφοράς της οφειλής του (ΑΠ 314/2013, Νομος, ΑΠ 907/2005 Δ/νη 2005/1115, ΕφΑΘ 5912/2004 Νόμος). Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι οι καθ’ ων αρνήθηκαν να παραλάβουν το ανωτέρω ποσό και ότι για το λόγο αυτό η αιτούσα προέβη στη δημόσια κατάθεση αυτού και επομένως, δεν επήλθε με αυτήν, η απόσβεση της ένδικης οφειλής της. Ωστόσο, με βάση τα πιθανολογηθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η άσκηση της ένδικης αξίωσης των καθ’ ων και η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., όπιος βάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα με τον 5° – κατ’ ορθή αρίθμηση- λόγο της ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και τον 2° λόγο της ανακοπής κατά της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, καθόσον έρχεται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και τούτο, διότι οι καθ’ ων προέβησαν στις 19-9-2014, ήτοι μετά την παρέλευση σχεδόν ενός ολόκληρου έτους από την επίδοση σε αυτές της ως άνω από 24-9-2013, εξώδικης δήλωσης της αιτούσας και χωρίς στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα να οχλήσουν την αιτούσα για την καταβολή του διατασσόμενου με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού, στην κατάθεση αίτησης για την έκδοση αυτής (διαταγής), με την οποία, εξάλλου, έγινε δεκτό ότι το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, ανέρχονταν, για καθεμία από τις ως άνω μισθώσεις, στο ποσό των 794,6 ευρώ και διατάχθηκε η αιτούσα να καταβάλλει για οφειλόμενα μισθώματα, το συνολικό ποσό των 8.232,06 ευρώ, καθώς επίσης, στη συνέχεια, επεδίωξαν την σε βάρος της επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, μολονότι γνώριζαν ότι το μηνιαίο μίσθωμα για καθεμία από τις ανωτέρω δύο (2) μισθώσεις, δεν ανέρχονταν στο ως άνω ποσό των 794,6 ευρώ, αλλά στο ποσό των 579,15 ευρώ, στο οποίο είχε αναπροσαρμοσθεί το μίσθωμα, όχι μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-9-2012 έως 28-2-2013, αλλά και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, αφού, αν και ευχερώς μπορούσαν, δεν συμπεριέλαβαν ρήτρα αποκλεισμού της ισχύος της συμφωνίας περί αναπροσαρμογής του μισθώματος των μισθίων καταστημάτων, για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, όπως άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ρητά συμπεριέλαβαν κατά την πρώτη συμφωνία αναπροσαρμογής, στις 8-12-2011. Επιπλέον δε, ούτε στην ανωτέρω από 9-9-2013 εξώδικη δήλωσή τους προς την αιτούσα, ζήτησαν τα οφειλόμενα από αυτήν μισθώματα να υπολογισθούν με βάση το ανωτέρω μηνιαίο μίσθωμα των 794,6 ευρώ, περί του οποίου, άλλωστε, ουδείς λόγος γίνεται στην ανωτέρω δήλωση και επομένως, καταχρηστικά αρνήθηκαν να παραλάβουν το ποσό των 4.901,82 ευρώ, παρότι αυτό είναι κατατεθειμένο στο ΤΠΔΑ και παρά το γεγονός, ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω, η καταβολή αυτή, ήταν προσήκουσα . Στο σημείο αυτό και ενόψει του ισχυρισμού των καθ’ ων ότι δεν είναι δυνατός εν προκειμένω συμψηφισμός των καταβαλλομένων μισθωμάτων με το ποσό της εγγύησης λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Το χρηματικό ποσό που, κατά την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως, δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή, αποκαλούμενο καταχρηστικώς εγγύηση (αφού η τελευταία αυτή σύμβαση, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ, συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και του εγγυητή, ο οποίος είναι τρίτο πρόσωπο εκτός των συμβαλλόμενων) διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), διότι αυτό είναι δυνατόν να συμφωνήθηκε προς εξασφάλιση του μισθώματος και μάλιστα ως προκαταβολή του ή ως αρραβώνας (επιβεβαιωτικός ή προς κάλυψη της ζημίας από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ.) ή ως ποινική ρήτρα ή ως συμβατική εγγυοδοσία (ΑΠ 712/73 ΝοΒ 22.197, ΕφΠειρ 230/ 94 ΕλλΔνη 35.1711, ΕφΑΘ 6225/93 ΕλλΔνη 35. 1126, ΕφΑΘ 11439/91 ΕλλΔνη 31.1100). Η αξίωση του μισθωτή για απόδοση της εγγυοδοσίας γίνεται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μισθώσεως και πρέπει να επιστραφεί εάν ο εκμισθωτής δεν έχει απαιτήσεις για μισθώματα ή αποζημίωση από ζημίες στο μίσθιο και εφόσον, βεβαίως, δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά (Καυκάς, Ενοχ. Δίκ., άρθρο 574, παρ. 2, υποσημ. 3α, ΕφΑΘ 11439/91, ό.π., ΕφΑΘ 104/87 ΕλλΔνη 29.145, ΜονΠρΑρτ 258/1994 Αρμ ΜΘ(1995)768). Η αξίωση περί απόδοσης της ως άνω συμβατικής εγγυοδοσίας καθίσταται ληξιπρόθεσμη με τη λήξη της μεταξύ των συμβληθέντων μισθώσεως και μάλιστα εντόκως, προβάλλεται δε νόμιμα προς συμψηφισμό, ακόμη και αν ρητώς έχει συμφωνηθεί το αντίθετο (βλ. ΕφΘεσ 2446/1999 Αρμ 2000.379, Στ. Ματθία, Ελλ Δνη 36.826, I. Δεληγιάννη – Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ί, 1992, σελ. 359). Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, ρητά συμφωνήθηκε στα ως άνω από 26-5-1998 και 17-10-1998 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό της «εγγύησης» θα αναληφθεί ατόκως από την αιτούσα μισθώτρια κατά τη λύση της μίσθωσης εφόσον αυτή αποδώσει τα κλειδιά στις εκμισθώτριες ( όπως και πιθανολογήθηκε ότι έπραξε, οι δε εκμισθώτριες αρνήθηκαν την παραλαβή τους, οπότε και αυτά παρέμειναν εις χείρας του δικαστικού επιμελητή προς παραλαβή από τις εκμισθώτριες, οι οποίες τελικώς τα παρέλαβαν στις 15-7-2014), εξοφλήσει τους λογαριασμούς των οργανισμών κοινής ωφέλειας (όπως και πιθανολογήθηκε επίσης ότι έπραξε και δεν αμφισβητείται ειδικά από τις εκμισθώτριες, οι οποίες ισχυρίζονται μόνο ότι δεν έχουν προσκομιστεί οι σχετικές αποδείξεις πληρωμής), ενώ, από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν πιθανολογήθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός των καθ’ων ότι η αιτούσα δεν έχει επαναφέρει τα μίσθια στην κατάσταση που ήταν πριν τη μίσθωση, όπως είχε σχετική υποχρέωση, αντιθέτως δε, από τις προσκομιζόμενες από την αιτούσα φωτογραφίες πιθανολογήθηκε ότι αυτή προέβη σε εργασίες αποκατάστασης των μισθίων . Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσουν οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη, καθόσον πιθανολογήθηκε επίσης ότι η εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής θα επιφέρει στην αιτούσα ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού αυτή θα εξαναγκαστεί να πληρώσει μη υφιστάμενο χρέος της και ν’ ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό 2990/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και η αρξάμενη με την 24-3-2015 επιταγή για πληρωμή, που γράφτηκε κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων, οι οποίες υπέβαλαν σχετικό αίτημα με το σημείωμά τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της απούσας, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της απόφασης (άρθρο 84 § 2 τελ. εδ. του ν. 4194/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της με αριθμό 2990/2015 διαταγής πληρωμής του Δι­καστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και της αρξάμενης με την από 24-3-2015 επιταγή για πληρωμή, που γράφτηκε κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 8-3-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42433/5247/9-4-2015 ανακοπής, που άσκησε η αιτούσα και η οποία ορίστηκε να συζητηθεί στις 22-1-2019.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της απούσας τα δικαστικά έξοδα των καθ’ων, τα οποία ορί­ζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2015.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ