fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης: Α1065/2021

Ε.Γ

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ Δ’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2021, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11:00, με δικαστές τις: Αθανασία Κεχρή, Προεδρεύουσα Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, λόγω αποχώρησης της Ευσταθίας Παπαγεωργίου, Προέδρου του Τμήματος, Μαρία Συμεωνίδου (Εισηγήτρια) και Ιωάννα Καρακίτσιου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα τη Μαρία Σωτήρχου, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την έφεση με αριθμό πράξης κατάθεσης ΕΦ 722/12-11-2019 (αρ. καταχ. βιβλίου ενδίκων μέσων ΕΦ133/8-1-2020),

τ ο υ νπδδ με την επωνυμία «__________ » και ήδη «__________ » (__________ ), που εκπροσωπείται νομίμως από το Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντή, που κατέθεσε δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του ΚΔΔ,

κ α τ ά της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «__________ .» που εδρεύει στον Πειραιά, οδός ______, και εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Παπαγεωργίου,

κ α ι κατά της Α 3304/2019 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο

  1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία δεν απαιτείται παράβολο, ο εκκαλών Φορέας επιδιώκει παραδεκτώς να εξαφανιστεί η Α 3304/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή της εφεσίβλητης εταιρείας, ως παραδεκτώς, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της, ασκηθείσα, κατά των εξής πράξεων που είχαν εκδοθεί εις βάρος της: (α) της 75825/15-10-2012 απόφασης του Προέδρου του πρώην Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), που εκδόθηκε λόγω καταβολής από το ΝΑΤ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του ν. 1220/1981, τρίμηνων αποδοχών του πληρώματος του πλοίου «__________ », κυριότητας της εφεσίβλητης, ποσού 14.900 ευρώ, για το χρονικό διάστημα 23-12-2011/22-3-2012, εξαιτίας εγκατάλειψης των ναυτικών από τον πλοιοκτήτη, (β) του 709/2011 φύλλου εκκαθάρισης του ΝΑΤ ποσού 30.202,60 ευρώ και (γ) του 467/2012 φύλλου εκκαθάρισης του ΝΑΤ ποσού 76.491,84 ευρώ, που αφορούσαν εισφορές ναυτολογίου του ανωτέρω πλοίου για τα διαστήματα αντιστοίχως 1-11-2010/2-5-2011 και 3-5-2011/22-3-2012, και ακυρώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις, κατά το μέρος που αφορούν την εφεσίβλητη.
  2. Επειδή, όσον αφορά το προτασσόμενο εν προκειμένω, ως μείζον, ζήτημα της αρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά, που, αν και ο εκκαλών προβάλλει ως λόγο έφεσης το πρώτον με το από 12-7-2021 νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, ως αναγόμενο στην έκταση της δικαιοδοσίας του (ΣτΕ 2964/2017 σκ. 8) κατά την παρ. 2 του άρθρου 97 του ΚΔΔ, το Δικαστήριο κρίνει ως εξής: Ο εκκαλών Φορέας υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται να ασκήσει σε βάρος των ένδικων φύλλων εκκαθάρισης προσφυγή ουσίας, αλλά αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας το διοικητικό πρωτοδικείο δεν έχει αρμοδιότητα και άρα αυτό όφειλε να παραπέμψει την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Συναφώς, επικαλείται την απόφαση ΣτΕ 2672/2011, με την οποία επί αίτησης ακυρώσεως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου πλοιοκτήτριας εταιρείας κρίθηκαν τα εξής: « […] εκ της προσβολής φύλλου εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ. με το οποίο καταλογίζονται εις βάρος διευθυντή ή διαχειριστή ή εν γένει εκπροσώπου πάσης φύσεως εταιρείας ή επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται πλοίο [συμπεριλαμβανο-μένης και της κατά τον ν. 959/1979 (Α’ 192) ναυτικής εταιρείας (βλ. Σ.τ.Ε. 2551/2003 κ.ά.)] εισφορές από ναυτολόγιο του πλοίου αυτού, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 86 παρ. 6 περ. δ’ και 84 παρ. 1 περ. γ’ του κωδ. π.δ. 913/1978 (Α’ 220), δεν γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 περ. α’ του ν. 702/1977 (Α’ 268), ελλείψει της ιδιότητας του εργοδότη στα ανωτέρω πρόσωπα. Σε περίπτωση που το φύλλο εκκαθαρίσεως είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας […], τα προαναφερθέντα πρόσωπα ενομιμοποιούντο να ασκήσουν κατά του φύλλου εκκαθαρίσεως ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, Α’ 90). Σε περίπτωση δε που το φύλλο εκκαθαρίσεως εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ., ο οποίος δεν προβλέπει πλέον (άρθρο 217) τη δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής (άρθρου 73 παρ. 1 περ. γ’ του Κ.Ε.Δ.Ε.), ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά διοικητικών πράξεων που συνιστούν νόμιμο τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 περ. α’ του Κ.Ε.Δ.Ε. (Σ.τ.Ε. 828-9/2010 Ολομ., 3529/2001 7μ. 2253/2002 7μ., 747/2005, 267/2008 κ.ά.), τα προαναφερθέντα πρόσωπα νομιμοποιούνται να ασκήσουν κατά του φύλλου εκκαθαρίσεως των εκ ναυτολογίου οφειλομένων προς το Ν.Α.Τ. ασφαλιστικών εισφορών (οι οποίες, κατά το άρθρο 83 παρ. 1 του π.δ. 913/1978, περιλαμβάνονται στους πόρους του Ν.Α.Τ.) αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. […]». Η κρίση αυτή επαναλαμβάνεται και στην απόφαση ΣτΕ 2292/2020. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση τα ένδικα φύλλα εκκαθάρισης, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται κατωτέρω και όπως άλλωστε εκθέτει και ο εκκαλών με την έκθεση απόψεών του, εκδόθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης ως πλοιοκτήτριας – υπόχρεης στην καταβολή των σχετικών εισφορών ναυτολογίου, ως προσώπου δηλαδή που έχει την κυριότητα και την οικονομική εκμετάλλευση του πλοίου (βλ. ΣτΕ 4302/2013, σκ. 6 και 8, σχετ. βλ. κατωτέρω σκ. 9 και 10) και όχι ως προσώπου που έχει την ιδιότητα του διευθυντή ή διαχειριστή ή γενικώς εκπροσώπου πάσης φύσεως εταιρείας ή επιχείρησης που εκμεταλλεύεται πλοίο, που, πράγματι, παραδεκτώς ασκεί αίτηση ακυρώσεως και όχι προσφυγή ουσίας. Άρα, το ένδικο βοήθημα που μπορούσε να ασκήσει η εφεσίβλητη, προκειμένου να υποστηρίξει ότι δεν είναι νόμιμη η επιβολή των εισφορών σε βάρος της διότι δεν τυγχάνει πλοιοκτήτρια – εργοδότρια των ναυτικών υπέρ των οποίων επιβλήθηκαν οι εισφορές, αλλά (απλή) κυρία του πλοίου, που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των υπόχρεων προσώπων, ήταν η προσφυγή ουσίας ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το οποίο ήταν αρμόδιο να δικάσει τη διαφορά.
  3. Επειδή, στο άρθρο 90 του π.δ/τος 913/1978 (Α’ 220) «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των περί Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου κειμένων διατάξεων […]» ορίζεται ότι : «1. α) […] β) Το φύλλο εκκαθάρισης που έχει εκδοθεί από το Ν.Α.Τ., με το οποίο βεβαιώνεται οφειλή στο Δημόσιο Ταμείο, είναι τίτλος νόμιμος και εκτελεστός. 2. […]. 3 . […] 6. Τα υπό του ΝΑΤ εκδιδόμενα φύλλα εκκαθαρίσεως των εν ναυτολογίων εισφορών των πλοίων, νομίμως κοινοποιούνται εις τας υπό των εκπροσώπων τούτων ή των πλοιοκτητών των ή των αντικλήτων των δηλωθείσας διευθύνσεις. 7. Εν περιπτώσει μεταβολής διευθύνσεων μη γνωστοποιηθεισών υπό των υποχρέων εις ΝΑΤ, η επίδοσις θεωρείται νομίμως γενομένη εις την παλαιάν διεύθυνσιν είτε εγένετο υπό Δικαστικού Επιμελητού είτε υπό εξουσιοδοτουμένου δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του ΝΑΤ οργάνου του Ταμείου» και στο άρθρο 89 ότι: ότι: «1. […]
  4. Επί των επί αποδείξει κοινοποιουμένων φύλλων εκκαθαρίσεως επιτρέπεται η υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως τούτων, εντός εξαμήνου από της κατά τα ως άνω κοινοποιήσεως [με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 1085/1980 η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά των κοινοποιουμένων φύλλων εκκαθαρίσεως ορίστηκε τρίμηνη]. Το δικαίωμα της αναθεωρήσεως δεν αναστέλλει την υποχρέωσιν εξοφλήσεως του χρεωστικού υπολοίπου του φύλλου εκκαθαρίσεως ουδέ την επιβολή προσθέτων τελών. 6 […]».
  5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις της νομοθεσίας περί ΝΑΤ, δεν προβλέπεται ιδιαίτερος τρόπος κοινοποίησης των φύλλων εκκαθάρισης που εκδίδει το Ταμείο, με τα οποία καταλογίζονται εισφορές στους κατά τη νομοθεσία αυτή υπεύθυνους για την καταβολή τους, αλλά απλώς γίνεται λόγος για «επί αποδείξει κοινοποίηση» των φύλλων αυτών στις δηλωθείσες από τους υπεύθυνους διευθύνσεις, από δικαστικό επιμελητή ή όργανο του Ταμείου, εξουσιοδοτημένο με απόφαση του ΔΣ του ΝΑΤ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η απόδειξη κοινοποίησης είναι άτυπη. Περαιτέρω, το φύλλο εκκαθάρισης, καθώς και η επί της αίτησης αναθεώρησης κατ’ αυτού απόφαση του ΔΣ του Ταμείου προσβάλλονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και, ως εκ τούτου, γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (Α’ 268), που διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις 47 έως 57 περί επιδόσεων. Κατά συνέπεια, και η επίδοση των ανωτέρω πράξεων καταλογισμού εισφορών του ΝΑΤ, η οποία κινεί την προθεσμία της προσφυγής, ελλείψει ειδικών ρυθμίσεων της κειμένης περί ΝΑΤ νομοθεσίας, διενεργείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί επιδόσεων του ΚΔΔ (πρβλ. ΣτΕ 2092, 2090/2014, 995/2008, 2483/2001, 820/1997).
  6. Επειδή, στο άρθρο 50 του ΚΔΔ ορίζεται ότι: «1. Οι επιδόσεις προς τους ιδιώτες διενεργούνται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας, κατά περίπτωση, προσωπικώς στους ίδιους ή στους νόμιμους αντιπροσώπους ή στους εκπροσώπους ή στους δικαστικούς πληρεξουσίους ή στους αντικλήτους τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ειδικότερες αντίστοιχες διατάξεις», στο άρθρο 51 ότι: «1.Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγραφο παραδίδεται στο σύζυγο ή σε οποιονδήποτε από τους συγγενείς ή σε μέλος του προσωπικού, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν μαζί τους και, σε περίπτωση μη ανεύρεσης κανενός από τα παραπάνω πρόσωπα, σε οποιονδήποτε από τους λοιπούς συνοίκους. 2. […]», στο άρθρο 52 ότι: «1. Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από το κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο όπου εργάζονται, το έγγραφο παραδίδεται σε συνεταίρο ή συνεργάτη ή υπάλληλο, που εργάζεται στον ίδιο χώρο. […]», στο άρθρο 55 ορίζεται ότι: «1. Η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση: α) αν τα πρόσωπα προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας τους ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την έκθεση, ή β) […] 2. Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση του επιδοτέου εγγράφου εντός σφραγισμένου και αδιαφανούς φακέλου, επί του οποίου αναγράφονται μόνο τα στοιχεία της επιδίδουσας υπηρεσίας και του προς η κοινοποίηση προσώπου από μέρους του οργάνου της επίδοσης, με την παρουσία ενός μάρτυρα, στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται, κατά περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η παράδοση του εγγράφου» και στο άρθρο 56 ότι: «1. Για κάθε επίδοση, το όργανο που τη διενεργεί συντάσσει έκθεση. 2. Η έκθεση, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 44, πρέπει να μνημονεύει: α) την παραγγελία προς επίδοση, β) σαφή προσδιορισμό του επιδοτέου εγγράφου και των προσώπων τα οποία αφορά, γ) την ημέρα και την ώρα της επίδοσης, δ) το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και την ιδιότητα με την οποία το παρέλαβε, καθώς και ε) τους λόγους που προκάλεσαν τη θυροκόλληση. 3. […]» Εξάλλου, στο άρθρο 54 παρ. 2 του ίδιου άνω Κώδικα, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3659/2008 (Α’ 77) ορίζεται ότι: «Αν εκείνος στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι, κατά το χρόνο της επίδοσης, άγνωστης διαμονής, τότε αυτή γίνεται, όταν δεν υπάρχει αντίκλητος, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, ενώ αν δεν υπάρχει γνωστή κατοικία ή διαμονή, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της έδρας της αρχής που εξέδωσε την πράξη».
  7. Επειδή, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 55 του ΚΔΔ και προκειμένου να εξασφαλιστεί κατά το δυνατόν ότι το πρόσωπο που αφορά η επίδοση λαμβάνει γνώση αυτής, ώστε να διαφυλαχθεί τελικώς το δικαίωμά του στη δικαστική προστασία του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σε περίπτωση που η επίδοση λαμβάνει χώρα σε χώρο εργασίας ή κατοικίας που βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή, η θυροκόλληση γίνεται στην πόρτα του διαμερίσματος ή του γραφείου, αναλόγως, και όχι στην κεντρική είσοδο της όλης οικοδομής. Τα ζητήματα άλλωστε των επιδόσεων στις περιπτώσεις που διέπονται από τον ΚΔΔ, ρυθμίζονται ειδικά και εξαντλητικά από τον Κώδικα αυτό, ώστε να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και ιδίως του άρθρου 128 αυτού (πρβλ. ΣτΕ 3880/1995 σκ. 8, που ερμηνεύει όμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 61 του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας), που ναι μεν ορίζει ότι η θυροκόλληση μπορεί να γίνει και στην είσοδο της πολυκατοικίας, εφόσον η κεντρική θύρα αυτής βρίσκεται κλειστή, πλην (i) αυτό ορίζεται ρητώς στο εν λόγω άρθρο, (ii) ο ΚΠολΔ προνοεί εξάλλου, στην περίπτωση της θυροκόλλησης, με πρόσθετες εγγυήσεις πραγματικής επίδοσης: με την παράδοση του εγγράφου στο αστυνομικό κατάστημα και την αποστολή με το ταχυδρομείο, σε εκείνον προς τον οποίον απευθύνεται το έγγραφο, ειδικής έγγραφης ειδοποίησης, το αργότερο την επόμενη εργάσιμη, διαδικασίες που δεν προβλέπει ο ΚΔΔ. Εξάλλου, η διαπίστωση από το όργανο της επίδοσης ότι στην αναγραφόμενη στο έγγραφο ή στην παραγγελία της επίδοσης διεύθυνση κατοικίας, διαμονής ή εργασίας (κατάστημα, γραφείο, εργαστήριο) δεν βρίσκεται η κατοικία ή ο χώρος εργασίας του προσώπου στο οποίο παραδίδεται το έγγραφο, οδηγεί, εφόσον δεν υπάρχει αντίκλητος, στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 54 παρ. 2 του ΚΔΔ περί επίδοσης σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής (υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν καθίσταται δυνατόν να ανευρεθεί, αν και καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια, το οίκημα όπου διαμένει, ή το κατάστημα, ή το γραφείο, στο οποίο τυχόν το πρόσωπο αυτό ασκεί το επάγγελμά του, πρβλ. ΣτΕ 101/2012) και όχι σε θυροκόλληση, που, και όταν ακόμη διενεργείται νομοτύπως, προϋποθέτει οπωσδήποτε γνωστή διεύθυνση κατοικίας, διαμονής ή εργασίας, στην οποία κατά το χρόνο της επίδοσης δεν βρίσκονται τα πρόσωπα προς τα οποία μπορεί να παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο.
  8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη προέβαλε μεταξύ άλλων, με την προσφυγή της κατά του ΝΑΤ, που ανέπτυξε και με το από 16-10-2018 υπόμνημά της, ότι έλαβε γνώση των προσβαλλόμενων με αυτήν πράξεων το πρώτον με την κοινοποίηση της η 24750/28-7-2016 βεβαίωσης οφειλών του Τμήματος Εισφορών Ελληνικών Πλοίων της Διεύθυνσης Πόρων του ΝΑΤ, και συνεπώς η προσφυγή της ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 14-11-2016, καθόσον ουδέποτε της επιδόθηκαν νομίμως οι πράξεις που προσέβαλε με αυτήν. Αντιλέγοντας, ο εκκαλών Φορέας, που είχε ήδη, κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο, υπεισέλθει στη θέση του καθ’ ου η προσφυγή, ως καθολικός διάδοχος του ΝΑΤ, με την έκθεση των απόψεών του ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η προσφυγή κατατέθηκε εκπροθέσμως, διότι τα ένδικα φύλλα εκκαθάρισης νομίμως επιδόθηκαν στην εφεσίβλητη, ως πλοιοκτήτρια, στη δηλωθείσα έδρα της στην οδό _______ στον Πειραιά. Το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη (α) ότι στην 2652Γ724-6-2016 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, Νικόλαου Ζηλάκου, περί επίδοσης προς την προσφεύγουσα εταιρεία των 709/2011 και 467/2012 φύλλων εκκαθάρισης, βεβαιώνεται ότι: «[…] αφού στην πιο πάνω διεύθυνση [________] δεν βρήκα την έδρα της παραπάνω εταιρίας ούτε την κατοικία της νομίμου εκπροσώπου της ______ _____ θυροκόλλησα τα ως άνω φύλλα εκκαθάρισης με τους αναλυτικούς πίνακες οφειλών στην είσοδο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στον Πειραιά ________ παρουσία της μάρτυρος ______  _______  ______ Πειραιάς (θυροκόλλησα δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 1085/80)» και (β) ότι στο εν λόγω αποδεικτικό, ο δικαστικός επιμελητής ενώ βεβαιώνει ότι δεν βρήκε ούτε την έδρα της προσφεύγουσας εταιρείας ούτε την κατοικία της εκπροσώπου της, θυροκόλλησε τα προσβαλλόμενα φύλλα εκκαθάρισης, χωρίς να τηρήσει τις προβλεπόμενες διατάξεις περί θυροκολλήσεως, δέχθηκε ότι η επίδοση των προσβαλλόμενων με την προσφυγή πράξεων είναι για το λόγο αυτό άκυρες και ότι κατά συνέπεια, καθώς από κανένα άλλο στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει η με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτών (τόσο όσον αφορά τα φύλλα εκκαθάρισης όσο και την πρώτη προσβαλλόμενη με την προσφυγή πράξη) πριν τις 28-7-2016, ημερομηνία κατά την οποία, κατά τα εκτεθέντα με την προσφυγή της η εφεσίβλητη έλαβε γνώση των ένδικων οφειλών της, η κρινόμενη προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 14-11-2016.
  9. Επειδή, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, προβάλλεται ότι η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, διότι, εφόσον, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί ΝΑΤ (άρθρο 34 παρ. 1 ν. 1085/1980) τα φύλλα εκκαθάρισης των εισφορών των πλοίων από τα ναυτολόγια κοινοποιούνται στις διευθύνσεις που δηλώνονται από τους εκπροσώπους τους ή τους πλοιοκτήτες ή τους αντικλήτους τους, νομίμως επιδόθηκαν αυτά, με την ανωτέρω 1652Γ724-6-2016 έκθεση επίδοσης, στη δηλωθείσα διεύθυνση της εφεσίβλητης στην οδό ________ στον Πειραιά και άρα η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως, σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση 60 ημερών από τη γνώση του περιεχομένου των πράξεων. Ο κρινόμενος αυτός λόγος όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η θυροκόλληση που διενεργήθηκε στην οδό _______ στον Πειραιά δεν ήταν νόμιμη, καταρχάς για το λόγο ότι τα έγγραφα θυροκολλήθηκαν στην κεντρική θύρα της πολυώροφης οικοδομής, χωρίς αυτό να επιτρέπεται από τις οικείες διατάξεις του ΚΔΔ (βλ. ανωτέρω σκ. 5). Η δε βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, στην έκθεση επίδοσης που συνέταξε, ότι προέβη σε θυροκόλληση στην είσοδο της πολυκατοικίας διότι δεν βρέθηκε εκεί η έδρα της εταιρείας, ούτε η κατοικία της νόμιμης εκπροσώπου της ______ ______, δεν θεραπεύει την πλημμέλεια αυτή: θα δικαιολογούσε μόνο, καταρχήν, την επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 2 ΚΔΔ, με επίδοση όμως στο Δήμαρχο και όχι με θυροκόλληση του εγγράφου στη δηλωθείσα διεύθυνση, που κατά τα γενόμενα ανωτέρω δεκτά προϋποθέτει γνωστή διεύθυνση κατοικίας, διαμονής ή εργασίας. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας το λόγο έφεσης εντός των ορίων του και κατά το μέρος που προβάλλεται παραδεκτώς (δηλαδή με σαφείς και ορισμένους ισχυρισμούς όσον αφορά τα φύλλα εκκαθάρισης, διότι ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη με την προσφυγή πράξη δεν προβάλλονται ειδικές και συγκεκριμένες αιτιάσεις) κρίνει, με τα ανωτέρω δεδομένα, ότι ορθώς, αν και με ελλιπή αιτιολογία, με την εκκαλουμένη κρίθηκε εμπρόθεσμη η προσφυγή της εφεσίβλητης.
  10. Επειδή, περαιτέρω, στο ν. 3816/1958 «Περί κυρώσεως του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΚΙΝΔ, Α’ 32), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 84: «Ο πλοιοκτήτης ενέχεται εκ των δικαιοπραξιών ας επιχείρησεν ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτόν καθηκόντων. Ο πλοιοκτήτης ευθύνεται ωσαύτως εκ των αδικοπραξιών τας οποίας διέπραξεν ο πλοίαρχος, το πλήρωμα ή ο πλοηγός κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτούς καθηκόντων». Άρθρο 85: «Ο πλοιοκτήτης απαλλάσσεται των εκ του προηγουμένου άρθρου υποχρεώσεων, παραχωρών το πλοίον και το μικτόν ναύλον […]». Άρθρο 86: «Ο πλοιοκτήτης, αντί παραχωρήσεως, δύναται να προσφέρη δι’ έκαστον πλουν ποσόν αντιστοιχούν εις τα τρία δέκατα της αξίας ην είχε το πλοίον κατά την αρχήν του πλου […]». Άρθρο 105: «Ο εκμεταλλευόμενος δι’ εαυτόν πλοίον ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώση τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου νηολογήσεως. Η δήλωσις, περιλαμβάνουσα το όνομα, την ιθαγένειαν και την κατοικίαν του εφοπλιστού, την διάρκειαν της εκμεταλλεύσεως, ως και τα χαρακτηριστικά του πλοίου, καταχωρίζεται εις το νηολόγιον και σημειούται εις το έγγραφον εθνικότητος του πλοίου. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτον δι’ εαυτόν. Ο εφοπλιστής έχει το κατά τας διατάξεις του παρόντος τίτλου δικαίωμα παραχωρήσεως». Άρθρο 106: «Ο εφοπλιστής, εκτός ενάντιας συμφωνίας, διορίζει τον πλοίαρχον. Αι εκ του εφοπλισμού απορρέουσαι απαιτήσεις ασκούνται και κατά του πλοίου. Εν περιπτώσει παραχωρήσεως κατά το άρθρον 85 υπό του εφοπλιστού, ο πλοιοκτήτης δικαιούται ν’ αντικαταστήση ταύτην δια της κατά το άρθρον 86 εδ. 1 παραχωρήσεως». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει η ύπαρξη δύο διακριτών όρων, του “πλοιοκτήτη” και του “κυρίου του πλοίου”, οι οποίοι απαντώνται τόσο στον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, όσο και στις προϊσχύσασες του Κώδικα αυτού αντίστοιχες διατάξεις του Εμπορικού Νόμου (ΕΝ, β.δ. 19-4/1-5-1835, Α’ 15 και β.δ. 16/17-6-1910 «περί αναδημοσιεύσεως του κειμένου του Εμπορικού Νόμου, ως ούτος ετροποποιήθη δια των νόμων ΨΛς’, ΓΦΟΔ’, ΓΧΟ’, ΓΨΙΖ’», Α’ 206, άρθρα 278 και 285). Ως “πλοιοκτήτης” νοείται ο έχων ταυτόχρονα την κυριότητα και τη ναυτιλιακή εκμετάλλευση πλοίου, ενώ ο όρος “κύριος του πλοίου” προσδιορίζει τον έχοντα την κυριότητα επί πλοίου που δεν ασκεί και την ναυτιλιακή του εκμετάλλευση, υφίσταται δε ως έννοια στην περίπτωση που την εκμετάλλευση του πλοίου ασκεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν έχει και την κυριότητά του (“εφοπλιστής”). Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν είναι δυνατή κατά νόμο η σύγχρονη επί του πλοίου ύπαρξη πλοιοκτήτη και εφοπλιστή. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι προαναφερόμενοι όροι (“πλοιοκτήτης” και “κύριος του πλοίου”) αποδίδουν τις αντίστοιχες πιο πάνω διακριτές έννοιες, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στη διάταξη του άρθρου 106 εδ. γ’ του ΚΙΝΔ χρησιμοποιείται, εκ παραδρομής, ο όρος “πλοιοκτήτης” αντί του ορθού “κύριος του πλοίου”, ούτε από το ότι τα ανωτέρω νομοθετήματα διαφοροποιούνται ως προς το ζήτημα της ευθύνης των προσώπων αυτών έναντι τρίτων καθώς και ως προς τον τρόπο κατάρτισης της σύμβασης του εφοπλισμού.Ειδικότερα, ως προς το τελευταίο ζήτημα, ο ΚΙΝΔ, εισάγει την υποχρέωση τήρησης διατυπώσεων δημοσιότητας για τη σύμβαση του εφοπλισμού (άρθρο 105), με υποβολή έγγραφης δήλωσης από κοινού από τον κύριο του πλοίου και τον εφοπλιστή στη λιμενική αρχή του τόπου νηολόγησης του πλοίου. Η καταχώρηση της έγγραφης αυτής δήλωσης δεν αποτελεί συστατικό τύπο της σύμβασης εφοπλισμού (βλ. ΣτΕ 3703/2010), στην περίπτωση, όμως, που παραλειφθεί τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή ότι είναι πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο, όμως, αυτό είναι μαχητό και μπορεί να καταρριφθεί από τον κύριο του πλοίου, εφόσον αποδείξει ότι το πλοίο το εκμεταλλεύεται τρίτος. Εξάλλου, η εκμετάλλευση του πλοίου μπορεί να στηρίζεται είτε σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική είτε σε πραγματική κατάσταση. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του β’ εδαφίου του άρθρου 106 του ΚΙΝΔ με τις οποίες ορίζεται ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από τον εφοπλισμό ασκούνται και κατά του πλοίου,προβλέπεται «πραγματοπαγής» ευθύνη του κυρίου του πλοίου, υπό την έννοια ότι το πλοίο που εκμεταλλεύεται ο εφοπλιστής είναι υπέγγυο ως προς τις απορρέουσες από τον εφοπλισμό απαιτήσεις και ότι οι κατά του εφοπλιστή δικαστικές ενέργειες μπορεί να στραφούν και κατά του πλοίου σαν να περιλαμβανόταν και αυτό στα περιουσιακά του στοιχεία (βλ. ΣτΕ 4302/2013).
  11. Επειδή, στο άρθρο 84 του κωδικοποιημένου π.δ/τος 913/1978 ορίζεται ότι: «1. Οι ναυτικοί, μέλη συγκεκροτημένων πληρωμάτων ελληνικών πλοίων και αντιστοίχως οι πλοιοκτήται τούτων, καταβάλλουν τακτικάς μηνιαίας εισφοράς ως ακολούθως: α) [.] γ) [.] Δια την εν γένει καταβολήν προς το Ν.Α.Τ. των ανωτέρω οφειλομένων ή βεβαιουμένων εισφορών ευθύνονται αλληλεγγύως μη χωρούσης της ενστάσεως διζήσεως άπαντες οι εν παραγράφω 6 του άρθρου 86 του παρόντος νόμου αναφερόμενοι υπόχρεοι [.] 8. Οι πλοιοκτήται, εφοπλισταί, διαχειρισταί και πλοίαρχοι υποχρεούνται να εισπράττουν παρά των πληρωμάτων των πλοίων την τακτικήν εισφοράν, δικαιούμενοι να παρακρατώσι ταύτην εκ του μισθού των, ούσης ακύρου πάσης περί του εναντίου συμφωνίας […]», στο δε άρθρο 86 παρ. 6 του ίδιου ως άνω π.δ/τος ότι: «Δια τας εκ του ναυτολογίου οφειλουμένας ή βεβαιουμένας εισφοράς εν γένει ευθύνονται αλληλεγγύως μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως: α) Άπαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήται, δια τα προς της χρονολογίας της παρ’ αυτών μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου οφειλόμενα δικαιώματα, ως και οι διάδοχοι αυτών. β) Οι εφοπλισταί δια τον χρόνον της παρ’ αυτών εκμεταλλεύσεως του πλοίου. γ) Επί συμπλοιοκτησίας, έκαστος συμπλοιοκτήτης κατά τον λόγον της κυριότητός του επί του πλοίου, οι δε διαχειρισταί δια τον χρόνον της διαχειρίσεώς των εις ολόκληρον και δ) Οι διευθυνταί, διαχειρισταί και εν γένει εκπρόσωποι πάσης φύσεως εταιρειών ή επιχειρήσεων εκμεταλλευομένων τα πλοία και εις ολόκληρον έκαστος. Δια το Ν.Α.Τ. ως εκπρόσωποι των πλοιοκτητών νοούνται και οι εν Ελλάδι πράκτορες ή πληρεξούσιοι τούτων, ευθυνόμενοι μόνον δια τα συναλλαγάς, τας οποίας διενήργησαν μετά του Ν.Α.Τ. εφ’ όσον ανέλαβον εγγράφως προσωπικήν ευθύνην δια τας εκάστοτε οφειλάς των υπ’ αυτών εκπροσωπουμένων προσώπων». Περαιτέρω, στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου (86) του π.δ/τος 913/1978, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1711/1987 (Α’ 109), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι : «[…] Νέο ναυτολόγιο δεν χορηγείται αν δεν καταβληθούν εισφορές που οφείλονται στο Ν.Α.Τ. από προηγούμενο ναυτολόγιο […]» και στην παρ. 9 του ίδιου άρθρου ότι: «Αι δια του ναυτολογίου βεβαιούμεναι και κατά τα άνω υπολογιζόμεναι εκ πάσης φύσεως εισφοραί, τα πρόσθετα τέλη τούτων, τα λοιπά τέλη και δικαιώματα τα οφειλόμενα προς το Ν.Α.Τ. [.] είναι προνομιούχα επί τε του πλοίου και του ναύλου, υπαγόμενα άνευ χρονικού περιορισμού, εις την β’ τάξιν των ναυτικών προνομίων του άρθρου 205 του Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου […]». Εξάλλου, στο άρθρο 88 του ίδιου π.δ/τος, υπό τον τίτλο «Εξασφαλιστικά μέτρα εισπράξεως των πόσων του Ν.Α.Τ.», ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Δύναται να απαγορεύεται ο απόπλους πλοίου εκ λιμένων εσωτερικού εάν [.] δεν καταβληθούν τα εκ του ναυτολογίου οφειλόμενα δικαιώματα υπέρ του Ν.Α.Τ. 2. [.] 5. Απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητος η καταχώρησις μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου εις το νηολόγιον, εάν αύτη δεν συνοδεύηται με το οικείον πιστοποιητικόν εξοφλήσεως των προς το Ν.Α.Τ., Τ.Π.Ε.Ν. και λοιπούς παρά τω Ν.Α.Τ. λογαριασμούς και Κεφάλαια οφειλών του πλοίου, μέχρι της χρονολογίας καταχωρήσεως. 6. […]». Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις του π.δ/τος 913/1978, με τις οποίες γίνεται αναφορά μόνο σε «πλοιοκτήτες» και «εφοπλιστές», ταυτόχρονα δε ορίζεται ρητώς ότι ευθύνη προς καταβολή εισφορών στο ΝΑΤ υπέχουν και οι εκπρόσωποι όσων εκμεταλλεύονται τα πλοία επί των οποίων υπηρετούν οι ασφαλιζόμενοι ναυτικοί, συνάγεται ότι το φύλλο εκκαθάρισης εισφορών ναυτικών υπέρ του ΝΑΤ εκδίδεται σε βάρος προσώπων που εκμεταλλεύονται τα πλοία, επί των οποίων υπηρετούν οι ασφαλιζόμενοι ναυτικοί, και έχουν ως εκ τούτου την ιδιότητα του εργοδότη έναντι των τελευταίων, όπως τα πρόσωπα αυτά απαριθμούνται περιοριστικώς στην παρ. 6 του άρθρου 86 του π.δ/τος 913/1978 και συνεπώς και κατά τις διατάξεις αυτές ως «πλοιοκτήτης» νοείται ο έχων την κυριότητα και εκμετάλλευση του πλοίου, όπως άλλωστε και στον ΚΙΝΔ. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 του π.δ/τος 913/1978, ο (απλός) κύριος του πλοίου ο μη ασκών και την εκμετάλλευσή του, ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον πλοιοκτήτη, κατά τα προεκτεθέντα, δεν περιλαμβάνεται στους υπόχρεους σε βάρος των οποίων μπορεί να εκδοθεί φύλλο εκκαθάρισης εισφορών. Διάφορο δε είναι το ζήτημα της πραγματοπαγούς ευθύνης του ανωτέρω προσώπου και το αν, λόγω της ευθύνης αυτής, θα πρέπει να κοινοποιείται το εκδοθέν σε βάρος του εφοπλιστή φύλλο εκκαθάρισης εισφορών και η σχετική ταμειακή βεβαίωση προς το πρόσωπο αυτό (βλ. ΣτΕ 4302/2013).
  12. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, που είχαν τεθεί υπόψη του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ΝΑΤ κατέβαλε, σε εφαρμογή του άρθρου 29 του ν.1220/1981, στο πλήρωμα του πλοίου «__________ » (ΝΠ 10530), κυριότητας της εφεσίβλητης, τρίμηνες αποδοχές συνολικού ποσού 14.900 ευρώ για το χρονικό διάστημα 23-12-2011/22-3-2012, λόγω εγκατάλειψης των ναυτικών από τον πλοιοκτήτη. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε η 75825/15-10-2012 απόφαση του Προέδρου του ΝΑΤ, με την οποία, για την ανωτέρω αιτία και κατ’ επίκληση των παρ. 1 και 6 του άρθρου 88 του π.δ/τος 913/1978, απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου, βεβαιώθηκαν στο Δημόσιο Ταμείο οι οφειλές για την είσπραξή τους με κατάσχεση και πλειστηριασμό του πλοίου και των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και εξουσιοδοτήθηκε ο προϊστάμενος ποινικής δίωξης για την υποβολή μήνυσης κατά των νομίμων εκπροσώπων και αυτών που τους διόρισαν. Επίσης, εκδόθηκαν τα 709/2011 (ποσού 30.202,60 ευρώ, διαστήματος 1-11-2010/2-5-2011) και 467/2012 (ποσού 76.491,84 ευρώ, διαστήματος 3-5-2011/22-3-2012) φύλλα εκκαθάρισης του ΝΑΤ, με τα οποία επιβλήθηκαν εισφορές ναυτολογίου του πλοίου «__________ » για τα αντίστοιχα ανωτέρω διαστήματα. Οι πράξεις αυτές εκδόθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης ως πλοιοκτήτριας. Ακολούθως, η εφεσίβλητη εταιρεία στις 28-7-2016 παρέλαβε από το ΝΑΤ το 24750/28-7-2016 έγγραφο, ως απάντηση στην 26599/25-7-2016 αίτησή της περί χορήγησης πιστοποιητικού οφειλών για το Δ/Ξ __________ », Νηολογίου Πειραιά, με το οποίο της γνωστοποιήθηκε το πρώτον η συνολική οφειλή της προς το καθ’ ου, και στις 14-11-2016 υπέβαλε την 40261/14-11-2016 «αίτηση αναθεώρησης» κατά των φύλλων εκκαθάρισης και αυθημερόν την ΠΡ 2137/2016 προσφυγή της στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά. Με την ΠΡ230/2018 δεύτερη προσφυγή της, που άσκησε κατά τις διατάξεις του άρθρου 70 παρ. του ΚΔΔ, υποστήριξε στη συνέχεια (α) ότι η κυριότητα, η πλοιοκτησία και ο εφοπλισμός είναι διακριτές έννοιες κατά τον ΚΙΝΔ, ότι ο απλός κύριος του πλοίου, που δεν έχει την ιδιότητα του πλοιοκτήτη, δεν ευθύνεται για την καταβολή των οφειλών του πλοίου, καθόσον στην περίπτωση αυτή απουσιάζει τελείως το κρίσιμο πραγματικό γεγονός της οικονομικής εκμετάλλευσης του πλοίου, το οποίο έχει αναλάβει δυνάμει σύμβασης ναύλωσης ο εφοπλιστής, εκείνος δηλαδή ο οποίος ευθύνεται απεριορίστως με τις σχετικές από την εκμετάλλευση του πλοίου υποχρεώσεις, όπως είναι οι ένδικες οφειλές, (β) ότι η ίδια κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1-11-2010 έως 22-3-2012) είχε παραχωρήσει την κατοχή, χρήση και γενικά την οικονομική εκμετάλλευση του πλοίου «__________ » σε άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα στη ναυτική εταιρεία «__________ » και (γ) ότι επομένως δεν υπέχει καμία ευθύνη έναντι του ΝΑΤ, τόσο όσον αφορά τις ένδικες εισφορές, όσο και τις καταβληθείσες από το Ταμείο τρίμηνες αποδοχές. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε με την προσφυγή (δ) ότι μοναδικός υπόχρεος για την καταβολή των ένδικων εισφορών στο ΝΑΤ τυγχάνει η ναυτική εταιρεία «__________ » που από τις 22-7-2010 έως την άσκηση της προσφυγής είχε ως εφοπλίστρια την κατοχή, χρήση και οικονομική εκμετάλλευση του πλοίου, δυνάμει σύμβασης γυμνής ναύλωσης του πλοίου για πλόες εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και της Μεσογείου, με συμφωνηθέντα ναύλο για όλη τη διάρκεια της ναύλωσης 84.000 ευρώ, ήτοι 7.000 ευρώ μηνιαίως, και με χρονική διάρκεια 12 μηνών, που παρατάθηκε όμως σιωπηρώς, καθόσον μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας η εφοπλίστρια ΝΕ συνέχισε να διαχειρίζεται το πλοίο, διενεργώντας καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα τις σχετικές ναυτιλιακές εργασίες (ναυλώσεις, είσπραξη ναύλων, πρόσληψη και ασφάλιση πληρώματος, τροφοδοσίες), και (ε) ότι δυνάμει του με αρ. 11 παρ. Δ και Ε όρου του προαναφερόμενου συμφωνητικού γυμνής ναύλωσης η ναυλώτρια εταιρεία «__________ » ανέλαβε ρητά την καταβολή των εισφορών υπέρ του ΝΑΤ, όπως είναι οι ένδικες. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι ακριβή αντίγραφα: (α’) την από 21-9-2010 σύμβαση γυμνής ναύλωσης (ολική ναύλωση) του υπό ελληνική σημαία Δ/Ξ πλοίου «__________ » νηολογίου Πειραιά 10530 (Κ.Α. 24682) από τη ναυτική εταιρεία «__________ », με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής των συμβαλλομένων μερών από δημόσια αρχή, η οποία είχε κατατεθεί στις 7-10-2010 στη ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά, (β’) επίσημη μετάφραση του από 25-11-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού υποναύλωσης του πλοίου «__________ », που συνήψε η ναυλώτρια εταιρεία «__________ » με την εταιρεία «__________ LTD», με χρόνο παράδοσης του πλοίου προς την τελευταία εταιρεία την 15-1-2012 και για ένα χρόνο, με δυνατότητα ετήσιας παράτασης, (γ’) το από 1-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό της ναυλώτριας εταιρείας «__________ » με την εταιρεία «__________ », (δ’) αντίγραφο του ημερολογίου του πλοίου της 22-3-2012, όπου στη στήλη συμβάντων καταγράφεται ότι ο ναυτικός Δημήτριος Παπασταματίου δήλωσε «ότι τα οφειλόμενα θα τα διεκδικήσει από τη ναυλώτρια εταιρεία «__________ ». Ο εκκαλών αντέλεξε με την 28402/16-10-2018 έκθεση απόψεων ότι εφόσον η εφεσίβλητη είχε ως πλοιοκτήτρια την εξουσία εκμετάλλευσης και διαχείρισης του πλοίου και άρα την πλήρη ευθύνη για την καταβολή των εισφορών, νομίμως εκδόθηκαν σε βάρος της οι ένδικες πράξεις. Με την εκκαλουμένη απόφαση, η προσφυγή εκτιμήθηκε καταρχάς ως στρεφόμενη κατά των πράξεων που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη, με την 40261/14-11-2016 αίτηση αναθεώρησης λογιζόμενη ως αίτηση θεραπείας, και περαιτέρω έγινε δεκτή, με το σκεπτικό ότι η εφεσίβλητη για το ως άνω χρονικό διάστημα (1-11-2010 έως 22-3­2012) δεν ήταν πλοιοκτήτρια, αλλά απλή κυρία του πλοίου, στερούμενη τη νομή και συνακόλουθα την εκμετάλλευσή του, ότι επομένως δεν ευθύνεται για τις εισφορές από το ναυτολόγιο και για τις τρίμηνες αποδοχές των ναυτικών λόγω εγκατάλειψης από τον πλοιοκτήτη του Δ/Ξ «__________ » και ότι άρα μη νόμιμα καταλογίστηκαν σε βάρος της οι ένδικες εισφορές και αποδοχές εγκατάλειψης, καθόσον για την ίδια αυτή χρονική περίοδο δεν είχε την ιδιότητα του εργοδότη των απασχολούμενων στο πλοίο ναυτικών και δεν συγκαταλέγεται στους αναφερόμενους στο άρθρο 86 παρ. 6 του π.δ. 913/1978 υπόχρεους σε βάρος των οποίων μπορούν να εκδοθούν φύλλα εκκαθάρισης εισφορών. Με τις σκέψεις αυτές το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε τις ανωτέρω πράξεις.
  13. Επειδή, με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ο εκκαλών Φορέας υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 6 του π.δ/τος 913/1978 για τις εισφορές από τα ναυτολόγια ευθύνονται αλληλεγγύως άπαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήτες, ότι η κρίση της εκκαλουμένης ότι ο κύριος του πλοίου είναι διάφορος του πλοιοκτήτη είναι αυθαίρετη και αναιτιολόγητη, ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων έγινε δεκτό ότι η εφεσίβλητη είχε παραχωρήσει τον εφοπλισμό του πλοίου σε άλλη εταιρεία και ότι πάντως ουδέποτε ενημερώθηκε περί αυτού το ΝΑΤ, δοθέντος ότι ουδέποτε καταχωρήθηκε ο εφοπλισμός στο Τμήμα Νηολογίων και Υποθηκολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά. Όλοι όμως αυτοί οι νομικοί και πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν τον κρινόμενο λόγο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι: Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη δέκατη σκέψη, στους απαριθμούμενους περιοριστικώς, με τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 6 του π.δ/τος 913/1978, υπόχρεους προς καταβολή των εισφορών εργοδότη και ναυτικού, σε βάρος των οποίων δύναται να εκδοθεί το σχετικό φύλλο εκκαθάρισης οφειλομένων εισφορών, δεν συμπεριλαμβάνεται ο απλός κύριος του πλοίου, δηλαδή ο έχων την κυριότητα αλλά όχι και την εκμετάλλευση του πλοίου, ο οποίος εξάλλου, εφόσον δεν έχει την ιδιότητα του εργοδότη, δεν βαρύνεται και με την καταβολή αποδοχών και επομένως και των τρίμηνων αποδοχών που κατ’ άρθρο 29 του ν. 1220/1981 καταβάλλει το ΝΑΤ εξαιτίας εγκατάλειψης των ναυτικών από τον πλοιοκτήτη. Στην κρινόμενη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας αποδείχθηκε πρωτοδίκως ότι η εφεσίβλητη εταιρεία είχε παραχωρήσει τον εφοπλισμό του Δ/Ξ «__________ » δυνάμει του από 21-9-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην εταιρεία «__________ », η οποία κατέστη εφοπλίστρια αυτού από 21-9-2010 και τουλάχιστον έως τις 22-3-2012 (βλ. την από 21-9-2010 σύμβαση γυμνής ναύλωσης του υπό ελληνική σημαία Δ/Ξ «__________ » μεταξύ της εφεσίβλητης και της εταιρείας «__________ », επίσημη μετάφραση του από 25-11-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού υποναύλωσης της ναυλώτριας εταιρείας «__________ » με την εταιρεία «__________ LTD», το από 1-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό της ναυλώτριας εταιρείας «__________ » με την εταιρεία «__________ »). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εφεσίβλητη από 1-11-2010 έως 22-3-2012 δεν ήταν πλοιοκτήτρια, αλλά (απλή) κυρία του εν λόγω Δ/Ξ, στερούμενη την εκμετάλλευσή του. Άρα, για το ίδιο ως άνω διάστημα δεν ευθύνεται για τις εισφορές ναυτολογίου και για τις τρίμηνες αποδοχές των ναυτικών λόγω εγκατάλειψης από τον πλοιοκτήτη του Δ/Ξ «__________ » και συνεπώς μη νομίμως καταλογίστηκαν σε βάρος της οι ένδικες εισφορές και τρίμηνες αποδοχές εγκατάλειψης, όπως ορθώς κρίθηκε και πρωτοδίκως. Αντιθέτως δε με όσα αβασίμως προβάλλονται, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την παράλειψη της ενημέρωσης του ΝΑΤ ή της καταχώρισης της δήλωσης εφοπλισμού του πλοίου στο αρμόδιο νηολόγιο, δοθέντος ότι τέτοια παράλειψη δεν προβλέπεται στο νόμο ως λόγος συμπερίληψης του κυρίου στους περιοριστικώς, κατά τα προλεχθέντα, αναφερόμενους υπόχρεους.
  14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά η έφεση, με την οποία δεν προβάλλονται παραδεκτώς άλλοι λόγοι, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, που ορίζονται σε 341 ευρώ, να καταλογιστούν στον ηττηθέντα Φορέα.

 

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α

Απορρίπτει την έφεση.

Καταλογίζει στον e-ΕΦΚΑ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, ύψους 341 ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στον Πειραιά, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο της κύριας έδρας του Δικαστηρίου, στις 30 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ                  Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ