fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

I.M

Αριθμός 685/2009

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ιωάννη Παζαρίδη, Πρόεδρο Εφετών, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Αικατερίνη Γκιούλη – Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μάΐου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: _______  _______   του _______  , κατοίκου Πειραιώς, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Δημήτριο Βλουτόγλου.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: _______  _______   του _______  , συζύγου _______  _______  , κατοίκου Νίκαιας Αττικής, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη.

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 29-5-2006 και με αριθ. εκθ. κατάθ. 4681/2006 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η 4182/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 16-12-2008 και με αριθ. εκθ. κατάθ. 1421/2008 έφεσή του της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-12-2008 έφεση του πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου κατά της υπ’αριθμ. 4182/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμολία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως (άρθρ. 495 παρ. 1, 511 επ., 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι εντός, προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης στον παραστάντα και πρωτοδίκως πληρεξούσιο δικηγόρο του ανωτέρω εκκαλούντος στις 27-11-2008 (βλ. υπ’αριθμ. 8768Β727-11-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Δημητρίου Ραπατζίκου). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533 Κ.Πολ.Δ.) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή και ως κατ ουσίαν βάσιμη η από 29-5-2006 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσόν των 5.000 ευρώ (αιτούμενο ποσόν 1.000.000 ευρώ, εκ του οποίου 20.000 ευρώ καταψηφιστικό και το υπόλοιπο αναγνωριστικό) και με προσωπική του κράτηση διάρκειας ενός μηνός, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη, εξαιτίας της αναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του τελευταίου, συνεπεία της οποίας προσεβλήθη η προσωπικότητά της. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο εκκαλών με τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή του λόγους, κατ’αποδοχή των οποίων επιδιώκει την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της εναντίον του αγωγής.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ’αριθμ. 1391/8-3- 2003 και 13790/9-8-2004 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Πειραιώς Αναστασίου Αθανασοπούλου και Νέας Αγχιάλου Ελένης Γιαμούζη αντίστοιχα, με το δεύτερο εκ των οποίων έγινε αναγνώριση οριστικοποιήσεως κτήσεως κυριότητας ακινήτου λόγω επικτήσεως και διόρθωση του τίτλου κτήσεως και αναφέρεται στο πρώτο εξ αυτών, ο γεννηθείς το έτος 1915 πατέρας των διαδίκων _______  _______   μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, στην ενάγουσα θυγατέρα του _______  _______   την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας, ενός οικοπέδου, εμβαδού 475 τ.μ., ευρισκομένου εντός του σχεδίου πόλεως της Νέας Αγχιάλου του ομώνυμου Δήμου μετά της επ’αυτού παλαιός οικίας, εμβαδού 54,78 τ.μ. Η ανωτέρω μεταβίβαση είχε ως συνέπεια την όξυνση των σχέσεων της ενάγουσας με τον εναγόμενο αδελφό της και την μητέρα της _______  _______  , στην οποία η πρώτη (ενάγουσα) και ο πατέρας της _______  _______   απέστειλαν εξώδικη δήλωση διαμαρτυρόμενοι για την παραβίαση των κλειδαριών του ως άνω ακινήτου από αυτήν και τον εναγόμενο. Η _______  _______   απαντώντας στην προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση διαμαρτυρήθηκε για την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου στην ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι έχει συμβάλει οικονομικώς και η ίδια, κατά το ήμισυ του τιμήματος, στην αγορά τούτου και τους κάλεσε να συζητήσουν τον τρόπο διαθέσεώς του και την ταυτόχρονη ακύρωση των μεταβιβαστικών συμβολαίων, γεγονός που αρνήθηκαν οι ανωτέρω (ενάγουσα και _______  _______  ) και με νέα εξώδικη δήλωσή τους την κάλεσαν να σταματήσει να διαδίδει ψευδώς ότι έχει συμβάλει στην αγορά του ακινήτου. Ακολούθως και ενώ στο μεταξύ την 1-3-2005 είχε αποβιώσει η μητέρα των διαδίκων _______  _______  , συνεπεία καρδιοαναπνευστικής ανακοπής και καρκινωματώσεως, ο εναγόμενος και οι αδελφές του _______  _______   και _______  _______   με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 25-11-2005 αγωγή τους κατά της νυν ενάγουσας, του πατέρα τους _______  _______   και της τρίτης _______  _______  ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας των διαλαμβανομένων στα προαναφερόμενα συμβόλαια, επικαλούμενοι στέρηση της χρήσεως λογικού του _______   _______  , η οποία όμως απερρίφθη ως κατ’ουσίαν αβάσιμη με την υπ’αριθμ. 991/2008 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων, για τον οποίο ο εναγόμενος θεωρούσε υπεύθυνη την ενάγουσα λόγω της στενοχώριας που προκάλεσε στην αποβιώσασα από τις ανωτέρω ενέργειές της (εξώδικες προσκλήσεις κ.λ.π.), έγινε νέο επεισόδιο μεταξύ τους, το οποίο ενδιαφέρει στην |     προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα στις 18-6-2005 ο εναγόμενος και η αδελφή του _______  _______   (εξετασθείσα μάρτυρας ανταποδείξεως), μετέβησαν στη Νέα Αγχίαλο, όπου διατηρεί και ο ίδιος ιδιόκτητη οικία σε μικρή απόσταση από το επίμαχο ακίνητο, προκειμένου να τελέσουν τρισάγιο στον τάφο της μητέρας τους, καθόσον ήταν ψυχοσάββατο. Φθάνοντας εκεί περί ώρα 8.45′ έλαβε χώρα φραστικό επεισόδιο μεταξύ των διαδίκων και του συζύγου της ενάγουσας _______  _______   και ακολούθως ο εναγόμενος με την _______  _______   απεχώρησαν για το νεκροταφείο. Αφού τέλεσαν το τρισάγιο μετέβησαν στην οικία του πατέρα τους, πλην όμως ο εναγόμενος, αντικρύζοντας στον περίβολο τον σύζυγο της ενάγουσας πήρε ένα φτυάρι, που ήταν στο χώρο εκείνο και απευθυνόμενος σ’αυτόν φώναζε «είστε φονιάδες της μητέρας μου και θα το πληρώσετε», φράση που επανέλαβε και όταν έφθασε η ενάγουσα στον ίδιο χώρο, αλλά είχε απευθύνει σ’αυτούς και κατά το πρωινό επεισόδιο, όπως ο ίδιος δέχεται. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία υπεβλήθησαν εκατέρωθεν μηνύσεις, βεβαιώνονται από την εξετασθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα αποδείξεως _______  _______  , η οποία, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, καταθέτει τα όσα πράγματι διαδραματίσθηκαν κατά την επιστροφή του εναγομένου από το νεκροταφείο. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από εκείνη της μάρτυρος ανταποδείξεως – _______  _______  , η οποία αναφέρει αόριστα και αντιφατικά γεγονότα, μη Εμπορευόμενη ούτε και με τους ισχυρισμούς του εναγομένου αδελφού της ως προς το λόγο μεταβάσεώς τους στην πατρική οικία, με την επισήμανση ότι η για οποιοδήποτε λόγο μετάβασή τους εκεί θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί λόγω της οξύτατης αντιδικίας που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη φράση που ο εναγόμενος απηύθυνε στην ενάγουσα, εν γνώσει του και με σαφή πρόθεση προσβολής της τιμής της, ενέχει, κατ’αντικειμενική κρίση, διαμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας αυτής, αλλά και καταφρονήσεως του προσώπου της και ως τούτου συνιστά αδικοπραξία σε βάρος της με την ειδικότερη μορφή του αδικήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 ΠΚ, συνεπεία της οποίας προσεβλήθη η προσωπικότητά της. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας αμέσως προηγούμενης πράξεως του συζύγου της ενάγουσας σε βάρος του (άρθρ. 361 παρ. 3 σε συνδ. με άρθρ. 308 παρ. 3 ΠΚ), η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του συνίσταται στο ότι αυτός κρατούσε σίδερο στα χέρια του και τον απειλούσε, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 3 Π.Κ. δεν εφαρμόζεται αναλογικά στις αδικοπραξίες του ΑΚ (Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ. Δίκαιο, τ. I παρ. 86). Ενόψει των εκτεθέντων, είναι φανερό ότι από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το είδος και την βαρύτητα της προσβολής, την υπαιτιότητα του εναγομένου, τις προσωπικές σχέσεις των διαδίκων και την συγγενική σχέση που τους συνδέει και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών (η ενάγουσα ασχολείται με τα οικιακά και ο εναγόμενος είναι ηλεκτρολόγος), πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσόν των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατ’ορθή εκτίμηση των προσκομισθεισών ενώπιον του αποδείξεων έκρινε ότι από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμένου προσεβλήθη η προσωπικότητα της ενάγουσας, ο δε αντίθετος περί τούτου κύριος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εσφαλε, όμως, προσδιορίζοντας την οφειλόμενη σ’αυτήν χρηματική ικανοποίηση στο ποσόν των 5.000 ευρώ και ως εκ τούτου ο αντίστοιχος επικουρικός λόγος της εφέσεως είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, όσον αφορά το πληττόμενο με την έφεση κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπκής κρατήσεως κατά του εναγομένου πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά γενική δικονομική αρχή που συνάγεται από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και 2 ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην έκκλητη δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως, έστω και αν προσδόθηκε σ αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη για την εφαρμογή του και επί κριθέντων οριστικώς, με απόφαση μη τελεσίδικη και εκτός βεβαίως αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 522 και 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της αγωγής και της ουσίας της υποθέσεως εξ υπαρχής, μετά την αποδοχή λόγου εφέσεως, οπότε και εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της άποφάσεώς του (Ολ.ΑΠ 654/1984, Ελλ.Δικ. 25.1174, ΑΠ 206/1993, Ελλ.Δικ. 34.1351). Ωστόσο, όμως, το επιτρεπτό της προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εξαναγκασμού του οφειλέτη προς εξόφληση χρηματικών του οφειλών και συνακόλουθα η νομική βασιμότητα του σχετικού αιτήματος του δανειστή του κρίνεται, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 951 παρ. 1 και 1047-1054 Κ.Πολ.Δ. (βλ. και άρθρα 50 παρ. 1 και 51 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), πάντοτε από το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτή επιχειρείται, αφού δεν μπορεί να απαγγελθεί με την απόφαση του Εφετείου (τελεσίδικη) αν κατά τη δημοσίευσή της έχει ήδη καταργηθεί (Ολ.ΑΠ 680/1977 Νοβ 1978.362, Ε.Α. 8764/1998 Ελλ.Δικ. 1999.1135, Εφ.Πειρ. 207/1998, Ελλ.Δικ. 1998.627, I. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλεση, άρθρ. 1047 Κ.Πολ.Δ. παρ. 752 III). Εάν, επομένως, έχει απαγγελθεί προσωπική κράτηση, για την ως άνω αιτία, με οριστική απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επακολουθήσει, νομοθετικώς, η κατάργηση του εξαναγκαστικού αυτού μέσου, παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επικαλεσθεί, με λόγο εφέσεώς του, τη νομοθετική μεταβολή, προκειμένου να επιτύχει την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά την επιβλαβή διάταξή της, ενώ παράλληλα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξετάζει αυτεπαγγέλτως την νομιμότητα όλων των αγωγικών αιτημάτων, ανεξαρτήτως λόγου εφέσεως, έχει την εξουσία να απορρίψει το αίτημα της προσωπικής κρατήσεως, αφού εξαφανίσει την προσβαλλομένη απόφαση, που έχει αποφανθεί αντιθέτως (βλ. Ε.Α. 8764/1998, Εφ.Πειρ. 207/1998 ο.α.). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαίτηση από αδικοπραξίες, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την Υ.Α. 12082/2009 (ΦΕΚ Β’ 318/20-2-2009) «Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση δικαστικών εξόδων…. ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, εκτός αν προέρχεται από πιστωτικό τίτλο». Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως κατά του εναγομένου, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, ενόψει τόσο του αιτηθέντος καταψηφιστικώς με την αγωγή ποσού των 20.000 ευρώ, όσο και του ύψους της επιδικασθείσας τελεσιδίκως με την παρούσα απόφαση απαιτήσεως των 3.000 ευρώ, είναι πλέον μη νόμιμο, αφού αυτή είναι μικρότερη του ποσού των 30.000 ευρώ, κατ’εφαρμογή της τροποποιηθείσας διατάξεως του άρθρου 1047 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ήδη ισχύει από 20-2-2009, επομένως και κατά το χρόνο δημιεύσεως της αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου.

Κατόπιν αυτών, εφόσον η νομιμότητα του αιτήματος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, το τελευταίο δύναται, μολονότι ο εκκαλών δεν επικαλείται την ϊ προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή με λόγο εφέσεως, αφού κατά το χρόνο ασκήσεώς της δεν είχε αυτή πραγματοποιηθεί, πλην όμως ζητεί την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος παράπονού μένος για την κατ’ουσίαν εσφαλμένη παραδοχή του, να ερευνήσει εκ νύου το σχετικό αίτημα και αφού εξαφανίσει την εκκαλουμένη, να το απορρίψει ως μη νόμιμο, χωρίς να κωλύεται από το άρθρο 536 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ενόψει του ότι η εκδιδόμενη απόφαση είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η από 29-5-2006 αγωγή, να απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημά της περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του εναγόμενου και να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατουσίαν βάσιμη κατά τα λοιπά και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, αλλά και λόγω της συγγενικής τους σχέσεως (άρθρ. 178 παρ. 1, 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει, αντιμολία, των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την από 16-12-2008 έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’αριθμ. 4182/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 29-5-2006 αγωγής.

Απορρίπτει το περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του εναγόμενου αίτημα.

Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμό τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 25 Ιουνίου 2009 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 31 Αυγούστου 2009, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ