fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ

Αριθμός Απόφασης:  3914/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Μαρία Μαζιώτη, Πάρεδρο, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Ηλιοπούλου.                                                                                                         ·

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Ι. Των καλούντων-εναγόντων: 1) _______ _______   του _______  και της _______  _______  , 2) _______  _______   του _______  και 3) _______  _______   του _______  , κατοίκων Πειραιώς, οδός _______  , εκ των οποίων ο δεύτερος παραστάθηκε δια και οι πρώτη και τρίτος μετά της  πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννας Μαρώση.

Των καθων η κλήση-εναγομένων προσεπικαλούντων – παρεμπιπτόντως εναγόντων: 1) _______  _______  του _______  και 2) _______  _______  του _______  , συζ. _______  _______  , κατοίκων _______  Αττικής οδός _______  , οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αρίστου Λευκαδίτη.

Της καθής η κλήση – καθής η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «_______  », που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. _______  και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά.

Ι. Η ενάγουσα,, ζήτησε να γίνει δεκτή η από 10.02.2010 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 32662/2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1439/2010, προσδιορίστηκε προς συζήτησή της η δικάσιμος της 07.10.2010, οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη με την από 15.10.2010 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 180406/2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8289/2010, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμό που αναφέρεται η συζήτηση της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, νόμιμα η ενάγουσα επαναφέρει προς συζήτηση την αγωγή της.

ΙΙ. Οι προσεπικαλούντες-παρεμπιπτόντως ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 19.02.2010 προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης 34769/2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1534/2010, προσδιορίστηκε προς συζήτησή της η δικάσιμος της 08.10.2010 οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε από αυτό.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις αγωγές και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση η υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 32662/1439/10.02-2010 κύρια αγωγή, που έχει αντικείμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, καθώς και η υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 34769/1534/19.02.2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων της κύριας αγωγής κατά της τρίτης συνεναγομένης τους σ’ αυτή (κύρια αγωγή), , οι οποίες υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία (άρθρο 286 Α’ του ΚΠολΔ) και πρέπει, να συνεκδικαστούν (άρθρο 285 εδάφιο α’ σε συνδυασμό μι άρθρο 591 παρ. 1 του ΚΠοΛΔ).

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου “οικογένεια”, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται τις επιδράσεις από τις κανονικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθινή όμως έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνονται οι θείοι και οι ανηψιοί, οι οποίοι είναι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι συγγενείς του θανατωθέντος. Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδάφιο β’ και 59 του ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ’ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 995/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)).

ΙΙ. Σχετικώς με την υπαιτιότητα επί ατυχήματος σε διασταύρωση χωρίς σήμανση, είναι αληθές ότι ο οδηγός που κινείται εξ αριστερών οφείλει να παραχωρεί προτεραιότητα στον, εκ δεξιών του κινούμενο οδηγό, (άρθρ.26§5 του ΚΟΚ – ad hoc ΕφΘεσ 2337/1991 Αρμ. 45. 1084), όμως η προτεραιότητα του τελευταίου δεν είναι απόλυτη, δηλαδή δεν του ανήκει σε οιαδήποτε απόσταση από της διασταυρώσεως και αν ευρίσκεται την στιγμή της προβολής του εξερχομένου εκ της δευτερευούσης οδού αυτοκινήτου. Και τούτο γιατί είναι προφανές ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από τη διασταύρωση και ο, εξ αριστερών, κινούμενος οδηγός, όταν δηλαδή μετά από έλεγχο θα διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη. “Ελεύθερη” νοείται η διασταύρωση όταν τα, εκ δεξιών, κινούμενα οχήματα, (ήτοι τα έχοντα προτεραιότητα), βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ’ αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φτάσουν σ’ αυτήν, ενώ αντιθέτως ο, εξ αριστερών, κινούμενος οδηγός, (και μη έχων προτεραιότητα), προλαβαίνει να διέλθεμ [βλ. σχετικώς με τα ισχύοντα επί διασταυρώσεως με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 : ΕΑ 12315/1988 ΕπΣυγκΔ 1991. 176 , ΕΑ 3622/1986 ΕπΣυγκΔ ΙΔ’. 217 – βλ. ομοίως την απόφαση του Τριμ.Πλημ.Ηλείας 337/1977, (Πρόεδρος : Γ.Π. Αρβανίτης), ΕπΣυγκΔ Ζ’. 321].

ΙΙΙ. Με την, υπ’ αριθμ. 13382 Φ.705.11/4δ’/25-11-1977, κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, που εκδόθηκε με νομοθετική εξουσιοδότηση από το άρθρο 42§5 του ν.714/1977, (παλιού ΚΟΚ), καθορίσθηκε ο τρόπος ανιχνεύσεως της αιθυλικής αλκοόλης, (οινοπνεύματος), και άλλων τοξικών ουσιών στο αίμα των οδηγών, ορίσθηκε δε ότι η μεγίστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού, πέραν της οποίας υπέχει, (ποινική), ευθύνη, είναι αυτή των 0,50 γρ. ο/οο. Από του ορίου αυτού, εφόσον από άλλα εξωτερικά συμπτώματα εξάγονται συμπεράσματα περί υπάρξεως μέθης, απαγγέλλεται κατηγορία εις βάρος του οδηγού, ενώ από του ορίου των 0,80 γρ. ο/οο και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη για τη μέθη του οδηγού. Η αποδεικτική όμως αξία της τοξικολογικής εξετάσεως ισχύει μόνο στην ποινική δίκη, ενώ στην πολιτική δίκη απλώς εκτιμάται ως τεκμήριο, ώστε για την απόδειξη της μέθης ν’ απαιτούνται και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, (λ.χ. μάρτυρες κλπ), τα οποία συνεκτιμώμενα με το τεκμήριο να οδηγούν στην ασφαλή κρίση ότι ο συγκεκριμένος οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης όταν οδηγούσε το αυτοκίνητό του, (ΑΠ 6/1987 ΕπΣυγκΔ 1987.298).

Στην προκειμένη περίπτωση, στην κρινόμενη υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1439/2010 αγωγή (υπό στοιχείο α’ κύρια αγωγή), οι ενάγοντες εκθέτουν, ότι, κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτή τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας _______  αυτοκίνητό, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, συζύγου του, το οποίο (αυτοκίνητο) ήταν ασφαλισμένο για την αστική κάλυψη των προς τρίτους ζημιών στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητα του, το περιγραφόμενο στην αγωγή τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, ήτοι από αμέλεια του, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, έγινε υπαίτιος σύγκρουσης του άνω αυτοκινήτου με την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας _______  δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο _______  _______  , αδερφός της πρώτης αυτών (εναγόντων), και θείος του δεύτερου και του τρίτου εναγόντων, που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό αυτού (οδηγού της μοτοσικλέτας). Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν, καθώς εκτιμάται το αγωγικό αίτημα, και όπως παραδεκτά περιορίστηκε αυτό, εν μέρει,, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. για το ότι και στις ειδικές διαδικασίες, αν κατατεθούν προτάσεις, είναι παραδεκτός ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 223, 295 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1308/2004, ΕλλΔνη 2005.74):Α) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, και με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής στην πρώτη αυτών 50.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη λόγω του θανάτου του αδερφού της, και Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν εις ολόκληρον  ο καθένας με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης μέχρι και την πλήρη εξόφληση 1) στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των 250.000 ευρώ , β) στο δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 70.000,00 ευρώ και στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 70.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη λόγω του θανάτου του αδερφού της, η πρώτη, και του θείου τους ο δεύτερος και τρίτος των εναγόντων.. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τα αναλογούντα σ’ αυτό υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. το υη’ αριθμ. 081904, 081903 αγωγόσημα )παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 περ.12, 22, 25 παρ. 2, 35, 40 Α’, 64 παρ. 1, 74 του ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670-676 του ΚΠολΔ (άρθρο 681 Α’ του ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων των εναγομένων, και εν μέρει νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδάφιο β’, 346, 481 επ., 914, 922, 926, 928, 930, 932, , 2, 4, 9, 10 του ν. ΓπΝ/1911, 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, 907, 908 παρ.1 περ. δ’, του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος να αναγνωριστεί ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθώς όπως προαναφέρθηκε στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη, τα ανήψια δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των προσώπων /που μπορούν να έχουν την εν λόγω αξίωση. Επίσης το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής ως τίρος το σκέλος που μετατράπηκε το αίτημα σε αναγνωριστικό είναι μη νόμιμο και εντεύθεν απορριπτέο καθώς μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής η απόφαση που θα εκδοθεί θα έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα και οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν παράγουν εκτελεστότητα. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή η αγωγή, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Οι εναγόμενοι, παραδεκτά με τις νομοτύπως («επί της έδρας») κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρο 591 παρ. 1, περ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, κοινές των δύο πρώτων και ξεχωριστές της τρίτης εναγομένης), σε συνδυασμό και με τα εκτιθέμενα στα πρακτικά (όπου γίνεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους παραπομπή στους ισχυρισμούς των εναγομένων που περιέχονται στις προτάσεις τους), προέβαλαν τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, για τους αναφερόμενους λόγους. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικού πταίσματος του θανόντος συνιστά ένσταση, που στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓπΝ/1911, ήτοι στο άρθρο 5. Ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό του αποτελεί νόμιμη ένσταση, κατ’ άρθρο 300 του ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Επίσης προέβαλαν τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 60% στην έκταση του τραυματισμού, διότι δε φορούσε κράνος, ισχυρισμός που αποτελεί νόμιμη ένσταση, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν.489/1976, 4 του ν.ΓπΝ/1911, 481, 914, 922 και 926 ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απέναντι στο ζημιωθέντα τρίτο, είναι δυνατή η συνεναγωγή από τον τελευταίο των ως άνω εις ολόκληρον έναντι αυτού ευθυνομένων προσώπων. Από τη στιγμή, όμως, που θα επιδοθεί στον ασφαλισμένο η αγωγή αποζημιώσεως του ζημιωθέντος, συνεπεία αυτοκινητικού ατυχήματος, τρίτου, έκτοτε γεννάται η λεγάμενη «αξίωση ελευθερώσεως» αυτού (ασφαλισμένου), έναντι του ασφαλιστή, περιεχόμενο της οποίας είναι ν’ απαιτήσει από τον τελευταίο να του καταβάλει, μέσα στα όρια της συμβάσεως ασφαλίσεως, κάθε ποσό, περιλαμβανομένων των τόκων και των δικαστικών εξόδων, το οποίο ο ασφαλισμένος από την πλευρά του υποχρεώθηκε ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο (βλ. ΑΠ 1656/2002, ΕλλΔνη 2003.1580, ΑΠ 277/1999, ΕλλΔνη 1999.1311, ΑΠ 402/1997, ΕλλΔνη 1997.1789, ΕφΑΘ 2452.1997, ΕπΣυγκΔ 1999.39, ΕφΑΘ 2414/1997, ΕπΣυγκΔ 1997.570). Την αξίωσή του αυτή ο ασφαλισμένος μπορεί παραδεκτώς να την ασκήσει επικουρικώς με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ασφαλιστή, ακόμη και πριν εκδοθεί εις βάρος του τελεσίδικη απόφαση ή και στη σπάνια περίπτωση που ο ζημιωθείς τρίτος θα προτιμήσει ν’ απαιτήσει από τον ασφαλισμένο – και όχι από τον ασφαλιστή, ως συμβαίνει συνήθως – το επιδικασθέν ποσό της αποζημιώσεως. Δηλονότι, η ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή, (αναγωγή), ασκείται υπό αίρεση (άρθρ.69 παρ.1 εδάφιο ε’ του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 277/1999, ΕλλΔνη 1999.1311, ΑΠ 1239/1993, ΕλλΔνη 1995.195), εφόσον η υποχρέωση του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του εξαρτάται από το ποιόν θα επιλέξει ο ζημιωθείς τρίτος, για να εισπράξει την επιδικασθείσα αποζημίωση, προβαίνοντας ενδεχομένως και σε αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως. Ιστορική βάση της ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής είναι ότι εις βάρος τρίτου προσώπου τελέσθηκε αδικοπραξία, βάσει της οποίας θεμελιώθηκε υποχρέωση αποζημιώσεως εις βάρος του ασφαλισμένου, ότι η οφειλή αυτή προς τον τρίτο εξοφλήθηκε ή επίκειται εξόφλησή της δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, ότι ο ασφαλιστής δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που συνήφθη μεταξύ τούτου ή άλλου καλύπτει ασφαλιστικά την ανωτέρω περίπτωση και ότι ο ενάγων είναι ασφαλισμένο, κατά το νόμο (άρθρ.6 παρ. 1 του ν. 489/1976), πρόσωπο και συνεπώς δικαιούται ν’ απαιτήσει το καταβληθέν ή καταβληθησόμενο ποσό (βλ. ΑΠ 227/1988 ΕΕΝ 1989. 132, Κρητικό, ό.π., αριθμ. 1878 επ., σελ. 641 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων της κύριας αγωγής, εκθέτουν στην υπ7 αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 39906/2005 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, καθώς εκτιμάται το περιεχόμενο αυτής και όπως διορθώθηκε με τις προτάσεις του παρεμπιπτόντως ενάγοντος (άρθρο 224 του ΚΠολΔ), ότι, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ασκήθηκε εναντίον τους και εναντίον της παρεμπιπτόντως εναγομένης, ως εις ολόκληρον ευθυνομένων, η υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 21222/2005 κύρια αγωγή, το περιεχόμενο , της οποίας παραθέτουν κατά λέξη, με την οποία η κυρίως ενάγοντες, επικαλούμενοι το ίδιο πιο πάνω τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο από υπαιτιότητα του δεύτερου των κυρίως εναγομένων και ήδη πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγόντων, φερόμενου ως οδηγού του., αναφερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης παρεμπιπτόντως ενάγουσας, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των κυρίως εναγομένων και εναγομένη της παρεμπίπτουσας αγωγής, ασφαλιστική εταιρία, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι κυρίως εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος,α) στην πρώτη των κυρίως εναγόντων το ποσό των 300.000,00 ευρώ και στους δεύτερο και τρίτο των κυρίως εναγόντων το ποσό των 70.000,00 ευρώ σε καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του _______  _______   , αδερφού της πρώτης και θείου των υπολοίπων, συνεπεία του στην κύρια αγωγή ατυχήματος.. Ότι, τέλος, υπαίτιος για το πιο πάνω ατύχημα ήταν ο πρώτος των παρεμπιπτόντως εναγόντων, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην κύρια αγωγή, κατά δε το χρόνο του ατυχήματος το φερόμενο ως ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως εναγομένη δυνάμει του αναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, προσεπικαλούν την τελευταία , ώστε να παρέμβει στη δίκη και ζητούν, όπως εκτιμάται το αγωγικό αίτημα της σωρευόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κύριας αγωγής, να εκδοθεί  προσωρινώς  εκτελεστή απόφαση του Δικαστηρίου, που να υποχρεώνει την παρεμπιπτόντως εναγόμενη, να τους καταβάλει, οιοδήποτε ποσό θα καταβάλουν oι ίδιοι στους κυρίως ενάγοντες δυνάμει της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της κυρίας αγωγής, αποτελούμενο από κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, και δη νομιμοτόκως από της επιδόσεως της κρινόμενης παρεμπίπτουσας αγωγής άλλως από την ημερομηνία καταβολής από μέρους της του ποσού και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η προσεπίκληση πρέπει ν’ απορριφτεί ως απαράδεκτη, καθόσον η «προσεπικαλούμενη» να παρέμβει στην κύρια δίκη είναι ήδη διάδικος (εναγόμενη) στην τελευταία και δεν είναι τρίτος, προϋπόθεση δε της προσεπικλήσεως είναι ο προσεπικαλούμενος να είναι τρίτος – μη διάδικος στην κύρια αγωγή. Στην περίπτωση δε αυτή δεν θίγεται η ενωθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, η οποία ασκείται για την περίπτωση ήττας του εναγομένου – παρεμπιπτόντως ενάγοντος στην κύρια αγωγή (βλ. Κρητικό, ό.π., αριθμ. 2622, σελ. 871-872). Η παρεμπίπτουσα αγωγή, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο και παραδεκτώς εισάγεταί προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 31 παρ. 1 και 2, 69 παρ. 1 εδάφιο ε’ του ΚΠολΔ), κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία (βλ. Κρητικό, ό.π., αριθμ. 1906, σελ. 648, αριθμ. 1051, σελ. 369) και είναι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται, αναφορικά με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στην υπό στοιχείο «I» νομική σκέψη, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346 (βλ. για το ότι, κατά το άρθρο αυτό 346 ΑΚ, ο ασφαλισμένος δικαιούται να ζητήσει τόκους από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής και όχι από τον τυχόν μεταγενέστερο χρόνο της καταβολής, ΑΠ 277/1999, ΕλλΔνη 1999.1311, ΑΠ 402/1997, ΕλλΔνη 1997.1789), 481 επ., 914, 926, 927 του ΑΚ Σημειώνεται, άτι, μετά την τροπή του αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής σε αναγνωριστικό, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, το αρχικό αγωγικό αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής κατέστη, μη νόμιμο, ως άνευ αντικειμένου, καθόσον προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις (βλ. ΕφΑΘ 3702/1986, ΕλλΔνη 1986.706). Πρέπει, επομένως, η παρεμπίπτουσα αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας( μετά την απόρριψη της αγωγής ως προς τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες) _______  _______  καθώς και την ανωμοτί εξέταση του πρώτου των εναγομένων, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης , τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ( άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ ) , και τα υπόλοιπα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια(μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας ), από όσα συνομολογούν οι διάδικοι, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δ/ριο, (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19.02.2005 και περί ώρα 19.40 , ήτοι υπό συνθήκες σκότους, ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και παρεμπιπτόντως (εφόσον απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η η προσεπίκληση ) εναγών, οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας _______  αυτοκίνητο της δεύτερης των εναγόμενων στην υπό στοιχείο α ’ κύρια αγωγή και δεύτερης παρεμπιπτόντως ενάγουσας στην οδό Γέρακα στο Γέρακα Αττικής , που είναι διπλής κατεύθυνσης , με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση , το εύρος οδοστρώματος είναι έξι μέτρα και του ερείσματος είναι 1,2 μέτρα, με κατεύθυνση από Πεντέλη προς Λεωφ. Μαραθώνος. Το τμήμα της οδού στο σημείο της σύγκρουσης είναι εθύγραμμο και οριζόντιο, με ασφαλτοτάπητα , η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο και επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας ( βλ την έκθεση αυτοψίας) Το επιτρεπόμενο όρω ταχύτητας είναι 50 XAC ως κατοικημένη περιοχή. Η ως άνω οδός διασταυρώνεται με την οδό Κεφαλληνίας , η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με εύρος οδοστρώματος 11,5 μέτρα, χωμάτινο έρεισμα ενός μέτρου,. ενώ χωμάτινο είναι και το οδόστρωμα. Επί δε της ανωτέρω οδού, , αμέσως μετά την οδό Γέρακα δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας από Λ. Μαραθώνα προς Πεντέλη υπήρχαν δύο λακκούβες ( βλ. την ανατεθείσα από την Τροχαία Αγ. Παρασκευής έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του _______  _______. Φθάνοντας ο οδηγός του υπ’ αριθμ. _______  αυτοκινήτου στη διασταύρωση της οδού Γέρακα με την οδό Κεφαλληνίας, δεξιά ως προς την κατεύθυνση της οδού Γέρακα προς Πεντέλη, , προκειμένου να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή για να εισέλθει στην κάθετη οδό Κεφαλληνίας με κατεύθυνση προς Παλλήνη, διέκοψε την πορεία του και ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του στο αριστερό άκρο της Λεωφόρου Γέρακα. Ήλεγξε τόσο την οδό Κεφαλληνίας όσο και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μήπως ερχόταν κάποιο όχημα, και αφού διαπίστωσε το οδόστρωμα εκ δεξιών ήταν ελεύθερο από οχήματα στο ορατό τμήμα της οδού, επανέλαβε την κίνησή του προς τα εμπρός , κινούμενος με μικρή ταχύτητα και πραγματοποίησε στροφή προς τα αριστερά, ευθυγράμμισε το αυτοκίνητό του και διέσχισε κάθετα και κανονικά το αντίθεο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Γέρακα. Εισερχόμενος στην οδό Κεφαλληνίας , λόγω του ότι το οδόστρωμά της ήταν κατεστραμμένο και είχε λακκούβες ως προελέχθη ήδη από το σημείο που τελείωνε το οδόστρωμα της λεωφόρου Γέρακα, το όχημά του έπεσε σε λακκούβα με αποτέλεσμα η μηχανή του αυτοκινήτου να σβήσει . Εκκινώντας πάλι τη μηχανή άκουσε ένα θόρυβο στην οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου και βγαίνοντας έξω είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας σοβαρά τραυματισμένο , μπρούμυτα στο έδαφος , εντός της οδού Κεφαλληνίας με το σώμα κάθετα στο αυτοκίνητό του.). Κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο ο οδηγός της υπ’ αριθμ. _______  δίκυκλης μοτοσικλέτας εκινείτο επίσης στην οδό Γέρακα με κατεύθυνση προς Πεντέλη.. Στην έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Αγίας Παρασκευής διαπιστώθηκαν και κατεγράφησαν ίχνη πέδησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας του τελευταίου μήκους 13,50 μέτρων, ίχνη κρούσης και τριβής στο οδόστρωμα του ίδιου οχήματος μήκους 7,8 μέτρων και τελική θέση του οχήματος σε απόσταση 82 μέτρων από την αρχή του ίχνους πέδησης όπως προέκυψε και από τις δύο προσκομισθείσες με επίκληση πραγματογνωμοσύνες των αντιδίκων. Μετά την τροχοπέδηση εκ μέρους του οδηγού της μοτοσικλέτας, η μοτοσικλέτα ανετράπη στη δεξιά πλευρά, σύρθηκε πάνω στο οδόστρωμα για 8 περίπου μέτρα, ο οδηγός επέπεσε αρχικά με το κεφάλι στο οπίσθιο δεξί τμήμα του αυτοκινήτου ( οπίσθιο δεξί τροχό και φτερό), ενώ η μοτοσικλέτα συνέχισε την πορεία της και ακινητοποιήθηκε μετά από περίπου πενήντα μέτρα (ληφθέντος υπόφη του προμνησθέντος σχεδιαγράμματος της Τροχαίας και τις υπολογισθείσες από αυτή αποστάσεις, σύμφωνα με τη χρησιμοποιηθείσα κλίμακα, υπολογίζεται η απόσταση των 50 μέτρων). Δεδομένης της τόσο μεγάλης απόσταση των 80 περίπου μέτρων, που διήνυσε η μοτοσικλέτα πριν αυτή αιανητοποιηθεί, το ότι τροχοπέδησε ο οδηγός ήδη επί 13.5 μέτρα οπότε και η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και σύρθηκε γι τα υπόλοιπα 70 περίπου μέτρα προκύπτει σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και της επιστήμης , ότι ο ενάγων εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 100 ΧΑΩ, υπερβαίνοντας στο διπλάσιο τουλάχιστον το επιτρεπόμενο όριο εντός κατοικημένης περιοχής που ήταν τα 50 ΧΑΩ. Λόγω δε της ιλιγγιώδους ταχύτητάς του, όταν ήλεγξε εκ δεξιών ο εναγόμενος της υπό στοιχείο α αγωγής, δεν ήταν ορατός ο οδηγός της μοτοσικλέτας, γι αυτό και δεν τον αντιλήφθηκε οδηγός του αυτοκινήτου παρά μόνο άκουσε ένα θόρυβο, αφού είχε ήδη εισέλθει με όλο το όχημά του στην οδό επί της Κεφαλληνίας. Το γεγονός ότι είχε εισέλθει όλος ο όγκος του οχήματος του εναγομένου προκύπτει και από την κηλίδα του αίματος ο,7 μέτρων όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας να καλύπτει επιφάνεια από το ύψος του πεζοδρομίου που βρίσκεται δεξιά της πορείας του οδηγού της μοτοσικλέτας , δηλαδή όχι σε επιφάνεια οδοστρώματος , επί του οποίου κινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας Επειδή δε ανετράπη στη δεξιά πλευρά η μοτοσικλέτα, αναγκαστικά το σώμα του έπεσε δεξιά στο οδόστρωμα ήδη πλέον επί της οδού Κεφαλληνίας. Και επειδή βρισκόταν εκεί ακινητοποιημένο για ελάχιστο το αυτοκίνητο του εναγομένου, λόγω του ότι είχε σβήσει η μηχανή όπως προελέχθη, επέπεσε στο οπίσθιο δεξί τμήμα του όπου υπέστη κακώσεις κεφαλής , θώρακος, κοιλίας και αριστερού άνω άκρου (βλ την υπ’ αριθμ. 578-21.02.2005 διενεργηθείσα ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας -νεκροτομίας ), διεκομίσθη δε στο ΚΑΤ και διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Η εκδοχή της πρώτης ανάγουσας ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, διέσχισε κάθετα την οδό Γέρακα με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να ελέγξει εκ δεξιών του και συνεπώς να αντιληφθεί ότι διερχόταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο., αντίθετα αντιβαίνει στους κανόνες της λογικής και της επιστήμης αφού εφόσον το επίδικο αυτοκίνητο μάρκας NISSAN τύπου MICRA κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας μήκος περίπου 3 μέτρων όσο είναι και το εύρος του οδοστρώματος από τη μία κατεύθυνση, για να διανύσει το οδόστρωμα κάθετα και να εισέλθει στην οδό Κεφαλληνίας αν έτρεχε με δέκα χιλιόμετρα την ώρα θα ήθελε το πολύ 2 δευτερόλεπτα να ολοκληρώσει την κίνησή του. Συνεπώς αν κινείτο με πολύ μεγάλη ταχύτητα θα τη διέσχιζε σε ακόμη λιγότερο χρόνο. Η χρονική απόσταση αντίθετα του οδηγού της μοτοσικλέτας από το σημείο που αντελήφθη την ανάγκη να τροχοπεδήσει, δεδομένων τον 22 περίπου μέτρων που μεσολάβησαν ( 13.50 ίχνη πέδησης + 7,8 χαράξεις επί του οδοστρώματος της ανατραπείσας μοτοσικλέτας) υπολογίζεται τουλάχιστον δέκα δευτερόλεπτα από το σημείο του ατυχήματος, απόσταση που επιτρέπει στο αυτοκίνητο ακόμη και δε σταματήσει να ελέγξει την κυκλοφορία, να διασχίσει κάθετα την οδό Γέρακα να εισέρθει στην οδό Κεφαλληνίας και να απομακρυνθεί από το σημείο που διασταυρώνεται Πολύ δε περισσότερο αν η χρονική διαφορά των 10 δευτερολέπτων εκκινεί από σημείο που ήδη είχε εισέλθει το αυτοκίνητο στην οδό Γέρακα, οπότε και κατά την κοινή λογική είχε γίνει αντιληπτό το αυτοκίνητο από τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Επίσης το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έπεσε στο αδιαμόρφωτο οδόστρωμα της οδού Κεφαλληνίας και συγκεκριμένα σε μία λακκούβα με αποτέλεσμα να σβήσει για ελάχιστο η μηχανή αποδεικνύει και τη μικρή ταχύτητα με την οποία κινείτο, γιατί κατά την κοινή οδηγική πείρα στο αυτοκίνητο σε μικρές ταχύτητες μπορεί να σβήσει η μηχανή και όχι όταν αναπτύσσονται μεγάλες ταχύτητες. Συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου έπραξε ό,τι όφειλε και μπορούσε να πράξει ως μέσος συνετός οδηγός, ήτοι διέκοψε την πορεία του, στη διασταύρωση των οδών ακινητοποίησε το όχημά του, ήλεγξε εκ δεξιών την κυκλοφορία των οχημάτων και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κάποιο όχημα πραγματοποίησε τη στροφή και εισήλθε στην κάθετη οδό. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας αντίθετα κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ εκινείτο με επικίνδυνα μεγάλη ταχύτητα σε κατοικημένη περιοχή, υπερβαίνοντας κατά 50 τουλάχιστον ΧΑΩ το επιτρεπόμενο όριο , με αποτέλεσμα να μη γίνει εγκαίρως αντιληπτός από το όχημα που σύννομα διέσχιζε κάθετα την οδό όπου εκινείτο, τρόμαξε από το όχημα που είδε και τροχοπέδησε απότομα , ενώ αν εκίνείτο σύμφωνα με το επιτρεπόμενο όριο θα είχε αντιληφθεί πως δεν υπήρχε λόγος να τροχοπεδήσει με τόση πίεση στα φρένα ώστε να ακινητοποιηθούν οι τροχοί της μηχανής και αυτός να ανατραπεί, αφού το αυτοκίνητο είχε ήδη εισέλθει στην κάθετο οδό, πριν αυτός πλησιάσει το σημείο σύγκρουσης. Όπως δε προκύπτει από την, υπ’ αριθμ. 230/16.03.2005, εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, στο αίμα του ανωτέρω οδηγού ανιχνεύθηκε αλκοόλη σε ποσότητα 2,04 γρ.ο/οο, , η οποία επηρεάζει κατά κανόνα, την ικανότητα οδηγήσεως αυτοκινήτου και τη βάδιση, δεδομένου ότι αποτελεί τετραπλάσια ποσότητα από την ανωτάτη επιτρεπομένη. Η χρήση των προαναφερθεισών ναρκωτικών ουσιών είχε επηρεάσει σημαντικά την ικανότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας οδηγεί το άνω όχημα, με αποτέλεσμα αυτός να μην έχει τον πλήρη έλεγχό του και να μην είναι σε θέση, σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Επιπλέον, αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και τη δέουσα προσοχή, αλλά με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα. Η προαναφερθείσα μη σύννομη οδηγητική συμπεριφορά αυτού είχε ως αποτέλεσμα, κατά τη στιγμή που έφθασε στο προαναφερθέν σημείο της άνω οδού, να χάσει τον έλεγχο του δϋτύκλου που οδηγούσε, το οποίο εξετράπη της πορείας του, δεξιά σε σχέση με αυτήν και ανετράπη επί του οδοστρώματος του και σύρθηκε επί πολλά μέτρα. Το ότι δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει αποδεικνύεται και από την κατάθεση του Μάρτυρα _______  _______  οποίος ανέφερε ότι προθυμοποιήθηκε να παραλάβει τρίτο πρόσωπο με τη μοτοσικλέτα του παρά τις αντίθετες προτροπές των παρευρισκόντων τόσο να μην οδηγήσει όσο και να πάρει το κράνος του. Σημειώνεται επίσης ότι αν ήταν σε νηφάλια κατάσταση οπωσδήποτε θα αντιλαμαβανόταν ότι δεν υπήρχε λόγος να τροχοπεδήσει και δη τόσο αιφνιδιαστικά όταν είδε το όχημα του εναγομένου, διότι ο τελευταίος καθ’ όλα σύννομα είχε κινηθεί στη διασταύρωση και είχε ήδη πραγματοποιήσει τη στροφή όταν ο η μοτοσικλέτα πλησίαζε πια τη διασταύρωση. Επιπλέον αν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του σύμφωνα με το επιτρεπόμενο όριο που προβλέπεται εντός κατοικημένης περιοχής ακόμη και με τον εσφαλμένο χειρισμό της τροχοπέδησης δε θα ανατρεπόταν η μοτοσικλέτα , διότι η ταχύτητα θα ήταν χαμηλή και συνεπώς δε θα επερχόταν το επελθόν αποτέλεσμα παράβαση άρθρων 12§1 και 19§1-3 του ΚΟΚ Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω οδηγός δεν έφερε προστατευτικό κράνος ( βλ. την από 11.07.2006 ένορκη κατάθεση του _______  _______  ) Υπό τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικούς υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος είναι ο _______  _______  , κινούμενος εντός κατοικημένης περιοχής και σε ολισθηρό οδόστρωμα, ανέπτυξε ταχύτητα τουλάχιστον 100 ΧΑΩ, (παράβαση άρθρου 20§1 του ΚΟΚ), επιπροσθέτους δε δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, (παράβαση άρθρων 12§1 και 19§1-3 του ΚΟΚ), επελήφθη της οδηγήσεως της μοτοσικλέτας του τελών σε κατάσταση μέθης (42§1 του ΚΟΚ), η οποία προκύπτει τόσο από τη σημαντική ποσότητα αλκοόλ που βρέθηκε στο αίμα του, όσο και από την συνολική οδηγική συμπεριφορά του, ήτοι την πολύ μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει, τουλάχιστον 100 ΧΑΩ, την έλλειψη προστατευτικού κράνους και μάλιστα παρά τη παραίνεση των συνδαιτυμόνων του λίγη ώρα πριν το ατύχημα και τέλος την επιπόλαιη αιφνίδια τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του, επειδή λόγω της μέθης και της ταχύτητας δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση στο οδόστρωμα και την κίνηση των οχημάτων, με αποτέλεσμα να προβεί σε λάθος χειρισμούς ήτοι σε απότομη τροχοπέδηση, η οποία λόγω της αυξημένης ταχύτητας είχε φυσικό επακόλουθο την ανατροπή της μοτοσικλέτας, το «σύρσιμό» της για πολλά μέτρα και την πρόσκρουση του οδηγού στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της δεύτερης αναγομένης. Αντιθέτως, στην επέλευση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε πταίσμα του πρώτου εναγομένου, διότι αποδείχθηκε ότι αυτός οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, εισήλθε δε στη διασταύρωση, προερχόμενος εξ αριστερών του ανωτέρω οδηγού της μοτοσικλέτας, με μικρή ταχύτητα και μόνον όταν διαπίστωσε ότι η, έχουσα προτεραιότητα κινήσεως, οδός ήταν ελεύθερη αυτοκινήτων στο ορατό, εκ δεξιών του, τμήμα της μήκους 20-25 μέτρων, την οποία και πρόλαβε να διασχίσει ακινδύνως. Κατόπιν των ανωτέρω, είναι προφανές ότι πρέπει ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν η, υπό στοιχ. (α), αγωγή, και δή τόσο κατά ‘ τη βάση της που στηρίζεται στο ν.ΓπΝ/1911, [κατά ουσιαστική παραδοχή της, εκ των άρθρων 5§1 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς 12§1 εδ.β’ και 19§1-3 και 42 του ΚΟΚ, νομίμου ενστάσεως που προέβαλαν οι, δι’ αυτής, εναγόμενος όσο και κατά τη βάση της που στηρίζεται στις, περί αδικοπραξιών, διατάξεις του ΑΚ, αφού αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον 1ο των εναγόμενων για την πρόκληση του ατυχήματος. Όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να λεχθεί ότι μετά την απόρριψη της κύριας αγωγής , υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της οποίας τελούσαν τα συναφή αιτήματα της παρεμπίπτουσας, δεν έχει πλέον αντικείμενο. Δικαστική δαπάνη εις βάρος των παρεμπιπτόντως εναγόντων δε θα επιβληθεί, διότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα έναντι των παρεμπιπτόντως εναγόντων, παρά μόνο έναντι των εναγόντων της υπό στοιχείο α’ κύριας αγωγής. ). Αναφορικά με την προσεπίκληση δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα, γιατί οι προσεπικαλούμενοι δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερα έξοδα για την απόκρουση αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, με βάση το σχετικό αίτημα αυτών (βλ. τις προτάσεις τους) βαρύνουν την ενάγουσα, που χάνει τη δίκη (άρθρα 176,191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΤΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1439/10.02.2010 κύρια αγωγή και την υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1534/19.02.2010 προσεπίκληση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1534/19.02.2010 προσεπίκληση, καθώς και ό,τι. άλλο κρίθηκε, ότι πρέπει, ν’ απορριφθεί.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, ποσού οκτακόσιων (800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 4 Νοεμβρίου 2011.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ