fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός απόφασης 2149/2008
3467/2008

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελεάνα Σταυγιανουδάκη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ειρήνη Σκευοφύλακα.

Συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «________ Ο.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ________ ), νομίμως εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Χασάνδρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «________ » Και διακριτικό τίτλο «________ Α.Ε.» , που εδρεύει στον Πειραιά (οδός ________ ), νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε διά της πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννας Μαρώση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητάει να γίνει δεκτή η από 26/3/2008 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού (αρ.εκθ.καταθ. 3467/3-4-2008), προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 4/12/2008 και μετ’αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το έκθεμα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να  γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις γραπτές προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 479 ΑΚ, αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση. Επέρχεται δηλαδή εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των μέχρι τη μεταβίβαση χρεών που ανήκουν στην περιουσία ή επιχείρηση και ο νέος κτήτορας ευθύνεται έως την αξία των στοιχείων της περιουσίας ή της επιχείρησης που μεταβιβάστηκαν, εφόσον, προκειμένου. περί ειδικού αντικειμένου, αυτός κατά τη μεταβίβαση γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε το μοναδικό 1 το σπουδαιότερο στοιχείο της περιουσίας ή της επιχείρησης, άρα m απέκτησε περιουσία ή επιχείρηση ως σύνολο (ΑΠ 829/2003 δη μ. ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 591/2002 ΔΕΕ 2003.187, ΕφΛαρ 559/2008 πισκΕμπΔ 2008.1104). Ως χρέη που ανήκουν στη μεταβιβαζόμενη περιουσία ή επιχείρηση κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης και α τα οποία ευθύνεται ο αποκτών θεωρούνται και εκείνα, των ποιων τα παραγωγικά γεγονότα είχαν συντελεσθεί κατά το χρόνο ης μεταβίβασης, έστω και αν αυτά κατέστησαν μετά ληξιπρόθεσμα αι απαιτητά (ΑΠ 736/2002 ΔΕΕ 2002.1255, ΕφΘεσ 2361/2005 πισκΕΔ 2006.1196). Περαιτέρω, τα χρέη στα οποία αναφέρεται η ^ωτέρω διάταξη, μπορεί να είναι οιασδήποτε φύσεως και να ΐγάζουν είτε από σύμβαση, είτε από το νόμο είτε από αδικοπραξία φΑΘ 2545/2003 ΕλλΔ/νη 2004.590). Γεννημένα κατά το χρόνο της /ιαβίβασης χρέη νοούνται, εκτός από τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και εκείνα που τελούν υπό προθεσμία ή αναβλητική αίρεση καθώς και εκείνα που στηρίζονται σε έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει υποχρέωση προς παροχή. Πρέπει δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά της γένεσης του χρέους γεγονότα κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι να υφίστανται πριν από τον κρίσιμο αυτό χρόνο της μεταβίβασης ο νομικός λόγος γέννησής του και αν ακόμη τα λοιπά περιστατικά ανέκυψαν μεταγενέστερα και κατέστη αυτό στη συνέχεια ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔ/νη 1998.1572), αρκεί να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το χρόνο της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της αγωγής (ΕφΘεσ 922/2006 ΕμπΔ 2006.569, ΠΠρΘεσ 2122/1980 ΕλλΔ/νη 22.47). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 479 και 513 ΑΚ, συνάγεται ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχειρήσεως. Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών, το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως η πελατεία, η φήμη, το δίκτυο λειτουργίας, η τεχνογνωσία, η πίστη στις συναλλαγές κλπ που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία, για την ανάπτυξη δραστηριότητας προς επίτευξη οικονομικών (κατά κανόνα κερδοσκοπικών) σκοπών (ΑΠ 1038/2009 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 5/2002 ΕλλΔ/νη 2003.182, ΑΠ 736/2002 ΔΕΕ 2002.1255, ΕφΑΘ 2446/2006 ΔΕΕ 2006.915, ΕφΘεσ 2361/2005 ΕπισκΕμπΔ 2006.1196). Σε περίπτωση αμφιβολίας, μάλιστα, η μεταβίβαση της πελατείας θα σημαίνει και μεταβίβαση : της επιχείρησης, πολύ περισσότερο όταν ο μεταβιβάζων την πελατεία κλείνει την επιχείρηση του, διότι η πελατεία συνιστά το κεντρικό I συστατικό στοιχείο της επιχείρησης, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει. Για τη μεταβίβαση, που αφορά μόνο στο ενεργητικό της επιχείρησης, αυτή λαμβάνεται ως ιδιαίτερη παραγωγική ενότητα, λόγω της αυξημένης υπεγγυότητας που προσφέρει στους δανειστές της, από οικονομική άποψη, έστω και αν η υπόλοιπη περιουσία παραμένει στον μεταβιβάζοντα. Απαιτείται δε να γίνεται μεταβίβαση των κατ’ ιδίων περιουσιακών στοιχείων της με τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις, σύγχρονες ή διαδοχικές, αρκεί να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση μεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ενότητα (ΕφΑΘ 2446/2006 ΔΕΕ 2006.915), χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταβίβαση όλων των στοιχείων που συνθέτουν την επιχείρηση, αλλά μόνον τον πυρήνα εκείνου που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρνομΑΚ 479 αριθ. 18, σελ. 677). Γίνεται, ωστόσο, δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία ότι, σύμφωνα με τον σκοπό της ΑΚ 479 (δηλαδή την προστασία των δανειστών), η διάταξη εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίστηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που καταρτίστηκε είναι άκυρη. Αρκεί ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της επιχείρησης με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρνομΑΚ 479, αριθμ. 7 και 12, σελ. 674 – Απ.Γεωργιάδης Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, Εκδ. Σακκουλα Θεσ/νικη 1999, σελ. 447 επ.). Η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και ιδρύεται με αυτήν παθητική εις ολόκληρον ενοχή (481 επ. ΑΚ) μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος για τα χρέη του πρώτου που υπήρχαν μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης και που είχαν δημιουργηθεί έως τη μεταβίβαση αυτή, η δε σωρευτική από τη διάταξη αυτή (479 ΑΚ) ευθύνη του αποκτώντος την περιουσία ή επιχείρηση καταλαμβάνει και τις παρεπόμενες της κυρίας απαίτησης υποχρεώσεις, όπως είναι και αυτή περί καταβολής νομίμων τόκων (ΕφΠειρ 990/1993 ΕΝΔ 1994.165, ΕφΑιγ 114/1974 Αρμ 29,505, Β. αθρακοκοίλης ΕΡΝΟΜΑΚ τόμ. Β, έκδ. 2003, σελ. 679 αρ. 23).

Μάλιστα ο μεν μεταβιβάζων συνεχίζει να ευθύνεται απεριορίστως και με ολόκληρη την προσωπική του περιουσία, ο δε αποκτών έως J πην πραγματική αξία των μεταβιβαζόμενων (περιορισμένη ευθύνη) που είχαν αυτά κατά τον κρίσιμο χρόνο τα μεταβιβάσεως και με την προσωπική του περιουσία αλλά και αυτούσιως διά των μεταβιβαζομένων πραγμάτων (ΕφΑΘ 5380/1980 ΝοΒ 28,1575, Βαθρακοκοίλης ό.π. σελ. 681 αρ. 28). Σκοπός της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ είναι η προστασία των δανειστών του οφειλέτη, απέναντι στους οποίους η περιουσία του αποτελεί τη βάση για την πίστη που του παρέχουν στις συναλλαγές. Για την ευθύνη του αποκτώντος είναι αδιάφορο αν αυτός γνώριζε την ύπαρξη των χρεών απαιτείται όμως να γνώριζε ότι του μεταβιβάζεται όλη η περιουσία ή επιχείρηση ή κατά το σημαντικότερο μέρος της (ΑΠ 1384/2005, ΕφΔωδ 251/2006 αμφότερες δημοσιευμένες στην ΝΟΜΟΣ). Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν από τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η μεταβίβαση αυτός που αποκτά γνώριζε την γενική περιουσιακή κατάσταση αυτού που μεταβίβασε και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεταβιβαζόμενη σ’ αυτόν περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το πιο σημαντικό τμήμα αυτής, η δε αναφορά των ειδικών αυτών συνθηκών είναι αναγκαία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής (ΑΠ 1384/2005, ΑΠ 829/2003, ΑΠ 591/2002 όλες δημοσιευμένες στην ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 424/1995 ΕΝΔ 24,124, ΑΠ 377/1987 ΝοΒ 36,562, ΕφΘεσ 922/2006 ΕΕμπΔ 2006,569, ΕφΑΘ 2545/2003 ΕλλΔ/νη 45.590, ΕφΑΘ 33/2002 ΔΕΕ 2003,561, ΕφΑΘ 1647/2002 ΕλλΔ/νη 2003.236, ΕφΑΘ 9675/1999 ΕλλΔ/νη 41,1394, ΕφΠειρ 176/1999 ΕμπΔ 1999,786). Στρεφόμενος ο δανειστής κατά του αποκτώντος, οφείλει, για την πληρότητα του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 117 και 118 και 216 ΚΠολΔ, να αναφέρει (και αν αμφισβητηθούν να αποδείξει), τα εξής στοιχεία: α) τη σύμβαση μεταβιβάσεως περιουσίας ή επιχειρήσεις η άλλο νόμιμο λόγο που θεμελιώνει τη μεταβίβαση, λ.χ. μονομερή δικαιοπραξία, διάταξη νόμου κ.λπ., β) την απαίτηση του εναντίον εκείνου που μεταβίβασε την επιχείρηση ή περιουσία του και γ) αν έχουν μεταβιβασθεί μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία που εξαντλούν την περιουσία ή το σημαντικότερο μέρος αυτής το γεγονός ότι τούτο το γνώριζε υπό τις εκτιθέμενες ειδικές συνθήκες ο εναγόμενος, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται σ’ αυτή και η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, καθόσον η μέχρι της αξίας αυτών ευθύνη εκείνου που απέκτησε προβάλλεται μόνο κατ’ ένσταση (ΑΠ 318/2008 ΕλλΔ/νη 2009.482, ΑΠ 684/1993 ΕλλΔνη 35,1306, ΑΠ 1043/1972 ΝοΒ 21,610, ΕφΑΘ 6240/1998 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9083/1990 ΕλλΔνη 31,1519, Β. Βαθρακοκοίλης ό.π. σελ. 685 αρ. 40).

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, με την αγωγή της με την οποία νόμιμα παραιτείται από την προγενέστερη αγωγή της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 7925/2004 που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 294, 295, 297 ΚΠολΔ), ισχυρίζεται ότι ασχολείται με την βιοτεχνία, την χονδρική και λιανική εμπορία ανδρικών ειδών ένδυσης. Ότι η εναγόμενη διατηρεί στον Πειραιά και στην Κηφισιά καταστήματα εμπορίας ειδών ένδυσης. Ότι στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητάς της πώλησε και παρέδωσε εμπορεύματα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «________ » (με διακριτικό τίτλο «________ ») με έδρα στον Πειραιά και στην Κηφισιά και μάλιστα ακριβώς στα ίδια καταστήματα της εναγομένης. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 5/4/2003 – 1/12/2003 πώλησε στην ________  εμπορεύματα συνολικής αξίας 50.139,61 €, εκδίδοντας συνολικά δεκατρία (13) τιμολόγια πώλησης με πίστωση τιμήματος για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών, τα οποία (εμπορεύματα) λεπτομερώς αναφέρονται κατ’είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος στα σχετικά τιμολόγια που ενσωματώνονται στην αγωγή αποτελούμενα ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα της υπό κρίση αγωγής. Ότι σε μερική εξόφληση των τριών πρώτων τιμολογίων πώλησης ύψους 16.493,08 € η «________ » της παρέδωσε δύο επιταγές στις 10/7/2003 με ημερομηνία έκδοσης η πρώτη στις 31/12/2003 και η δεύτερη 31/1/2004, όμως η πρώτη αντικαταστάθηκε με άλλη ισόποση με ημερομηνία έκδοσης την 15/4/2004 (και πραγματική ημερομηνία παράδοσης την 9/1/2004) η οποία σφραγίσθηκε στις 15/4/2004, ενώ η δεύτερη επιταγή εξοφλήθηκε μερικώς . Ότι για την πρώτη επιταγή εκδόθηκε διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ενώ κατέθεσαν και αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4269/20-5- 2004 με την οποία ζητούσαν την καταψήφιση του ποσού των 48.646,61 €. Ότι όταν στις 8/6/2004 ο δικαστικός επιμελητής τους μετέβη στο κατάστημα της ________  στον Πειραιά για να επιδώσει την αγωγή και τη διαταγή πληρωμής, διαπίστωσαν ότι άλλη επιχείρηση λειτουργούσε στο κατάστημα αυτό και συνεπώς δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση. Ότι το κατάστημα αυτό του Πειραιά είχε γίνει το Γ’ υποκατάστημα της εναγόμενης εταιρείας, το ίδιο δε συνέβαινε και με τα υπόλοιπα δύο κατάστηματα της ________  τα οποία λειτουργούσαν ως υποκαταστήματα της εναγομένης. Ότι με βάση τα παραπάνω είναι πρόδηλο ότι ολόκληρη η επιχείρηση της ________ (με διακριτικό τίτλο «________ »), δηλαδή το σύνολο των πλειόνων αυθύπαρκτων πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων (υπάρχον εξοπλισμός, εμπορεύματα, απαιτήσεις, πρωτίστως δε η πελατεία, η φήμη, τα απόρρητα κλπ) σε όλα τα καταστήματα που είχαν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα κα αποτελούσαν ενιαίο σύνολο στις συναλλαγές, μεταβιβάσθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία, οπότε έχει επέλθει σωρευτική αναδοχή των χρεών της πρώτης ανώνυμης εταιρείας προς την εναγομένη. Ότι η εναγομένη γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τις υποχρεώσεις  της ________ και ότι τα τρία καταστήματα συνιστούσαν επιχείρηση που αποτελούσε τη συνολική μοναδική της περιουσία, γεγονός που προκύπτει από την ταυτότητα των προσώπων που διοικούν τις δύο εταιρείες. Ότι μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης στην εναγομένη, η τελευταία ξεκίνησε την ίδια ακριβώς εμπορική δραστηριότητα, στους ίδιους χώρους, λειτουργώντας με τη δική της επωνυμία, αλλά με τον ίδιο διακριτικό τίτλο «________ ». Ότι η συνολική αξία της μεταβιβασθείσας επιχείρησης (πάγιος εξοπλισμός, εμπορεύματα δικαιώματα φήμης και πελατείας) ξεπερνουσε τα 300.000 €, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται στην αγωγή και ότι το συνολικό χρέος των 48.646,61 € της εταιρείας ________ είχε διαμορφωθεί ήδη στο ποσό αυτό πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το τελευταίο τιμολόγιο εκδόθηκε στις 1/12/2003 και η επιχείρηση της εναγομένης ξεκίνησε να λειτουργεί στις αρχές του έτους 2004. Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα αιτείται, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγομένη ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την «________» για το ποσό των 48.646,61 5 (αφού η αξία της επιχείρησης υπερκαλύπτει το ποσό αυτό να της καταβάλλει το εν λόγω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικασθεί στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 361, 477, 479, 481, 513 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ. Είναι δε ορισμένη, απορριπτόμενου του σχετικού περί αοριστίας ισχυρισμού της εναγομένης, καθόσον περιέχει όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία ως αυτά εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενόψει του ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το αντικείμενο της τέλος δικαστικού ενσήμου, με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ του ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ (βλ. τα με Σειρά A 139545, 069736, 133396, 024976 αγωγόσημα με τα υπέρ ΤΝ και ΤΠΔΠ επικολληθέντα ένσημα και το γραμμάτιο είσπραξης Σειρά Γ’ 20915/23-11-2009 του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών).

Η εναγομένη παραδεκτά με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά και εκβιαστικά από την ενάγουσα αφού επιδιώκει να εισπράξει χρήματα που οφείλονται από άλλη εταιρεία και ότι αυτή δεν έχει καμία ευθύνη. Ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, την από 9/1/2006 εκτίμηση αξίας ανώνυμης εταιρείας «_______ Α.Ε.» του ______  ______ Λογιστή-Φοροτεχνικού Α’, που εκτιμάται από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, από τα διδάγματα της ‘ κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή, καθώς και την πώληση (χονδρική και λιανική) ανδρικών ειδών ένδυσης. Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία.^ διατηρεί στον Πειραιά και στην Κηφισιά καταστήματα εμπορίας ειδών ένδυσης ως εξής: Υποκατάστημα Α’ στην Κηφισιά (οδός ________ ), Υποκατάστημα Β’ στον Πειραιά (οδός ________ ) και Υποκατάστημα Γ’ επίσης στον Πειραιά (οδός ________ ). Η ενάγουσα, στο πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητάς της, κατά το χρονικό διάστημα από 15/4/2003 έως και 1/12/2003, πώλησε και παρέδωσε με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης χονδρικώς με κέρδος εμπορεύματα στην εταιρεία με την επωνυμία «________ » (και διακριτικό τίτλο «________ »), η οποία είχε την έδρα της στο κατάστημα στον Πειραιά στην οδό ________  και διατηρούσε υποκαταστήματα-καταστήματα λιανικής πώλησης τόσο στην Κηφισιά (στο κατάστημα στην οδό ________ ), όσο και στον Πειραιά (στο κατάστημα στην οδό ________ ), τα ίδια δηλαδή καταστήματα που λειτουργεί η εναγομένη . Στα πλαίσια, δε, αυτών των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως εκδόθηκαν και τα σχετικά τιμολόγια. Ειδικότερα οι επί μέρους πωλήσεις έλαβαν χώρα στις 5/5/2003, στις 5/5/2003, στις 22/5/2003, στις 24/10/2003, στις 2/11/2003, στις 2/11/2003, στις 2/11/2003, στις 711/2003, στις 13/11/2003, στις 1/12/2003, στις 1/12/2003, στις /12/2003, στις 1/12/2003. Μάλιστα για τις πωλήσεις αυτές η ενάγουσα εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια που ενσωματώθηκαν στην αγωγή και στα οποία αναφέρονται αναλυτικά τα εμπορεύματα που πώλησε και παρέδωσε στην αγοράστρια εταιρεία και το σχετικό τίμημα (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), στα οποία αναφέρονται λεπτομερώς κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος. Τις πωλήσεις και παραλαβές δεν αμφισβήτησε εξάλλου με τρόπο ειδικό η εναγομένη συναγομένης ομολογίας της (άρθρο 261 εδ. 2 ΚΠολΔ). Ειδικότερα εξέδωσε τα τιμολόγια με αριθμούς ΤΑ 000499/5-5-2003 (ποσού 3.701,89 €), ΤΑ 000500/5-5-2003 (ποσού 9.305,00 €), ΤΑ 000583/22- 5-2003 (ποσού 3.486,19 €), ΔΑΠ 000012/24-10-2003 (ποσού 3.571,86 €), ΔΑΠ 000002/2-11-2003 (ποσού 6.723,64 €), ΔΑΠ 000122/2-11-2003 (ποσού 6.736,62 €), ΔΑΠ 000001/2-11-2003 (ποσού 3.214,32 €), ΔΑΠ 000129/2-11-2003 (ποσού 2.511,04 €), ΠΑΡ 000024/13-11-2003 (ποσού 354,00 €), ΔΑΠ 000236/1-12-2003 (ποσού 4.587,84 €), ΔΑΠ 000246/1-12-2003 (ποσού 2.095,68 €), ΔΑΠ 000247/1-12-2003 (ποσού 3.761,84 €), ΔΑΠ 000296/1-12-2003 (ποσού 89,68  €), συνολικού ύψους 50.139,61 Ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του αναγραφόμενου σε αυτά ΦΠΑ). Από τα τιμολόγια αυτά προέκυψε ότι άλλα εμπορεύματα παραδόθηκαν στο ευρισκόμενο στην οδό ________ κατάστημα της «________ » στον Πειραιά και άλλα εμπορεύματα στο κατάστημα της οδού ________  στην Κηφισιά, στις ίδιες ακριβώς διευθύνσεις που σήμερα βρίσκονται τα υποκαταστήματα Γ’ και Α’ της εναγομένης. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το τίμημα των επιμέρους πωλήσεων που αναφέρεται σε κάθε ένα από τα παραπάνω τιμολόγια πιστώθηκε για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου, όπως προέκυψε από την κατάθεση της μάρτυρα σε συνδυασμό με τα τιμολόγια που νομότυπα με επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα στα οποία αναγράφεται ότι εκδόθηκαν επί πιστώσει. Περαιτέρω, όπως ομολογεί η ενάγουσα με την αγωγή της, η εναγόμενη της κατέβαλε έναντι του συνολική οφειλομένου παραπάνω τιμήματος το ποσό των 1.493,00 €. Έτσι,” μετά την τελευταία καταβολή από την αγοράστρια των εμπορευμάτων εταιρεία «________ », απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο 48.646,61 Ευρώ, που οφείλεται νομιμοτόκως. Μάλιστα, για μέρος της αρχικής απαίτησης των 50.139,61 € η εν λόγω εταιρεία εξέδωσε και επιταγές, οι οποίες, όμως, δεν εξοφλήθηκαν, αν και εμφανίσθηκαν για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία βεβαίωσε την έλλειψη επαρκούς υπολοίπου. Ως εκ τούτου η ενάγουσα προέβη στην έκδοση της υπ’ αριθμ. 626/2004 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Πειραιώς για την επιταγή με αριθμό 60454491-0 της Γενικής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 15/4/2004. Επιπλέον, η ενάγουσα προέβη και στην κατάθεση αγωγής για τις απαιτήσεις της από τα τιμολόγια που προαναφέρθηκαν (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4269/2004) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζητώντας την καταβολή σε αυτήν του ποσού των 48.646,61 Ευρώ. Εν συνεχεία, στις 8/6/2004, μετά από εντολή της, ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιος Κομβόκης μετέβη στο κατάστημα της εν λόγω εταιρείας για να επιδώσει τη διαταγή πληρωμής και την αγωγή στο κατάστημα της οδού ________ , όπου διαπίστωσε ότι δεν υφίστατο πλέον η εταιρεία, αλλά ότι στον ίδιο χώρο λειτουργούσε η επιχείρηση με την επωνυμία «________ Α.Ε.». Η εταιρεία μάλιστα αυτή λειτουργούσε και στα υπόλοιπα καταστήματα που έως τότε διατηρούσε η εταιρεία _______, δηλαδή στην οδό ________ στον Πειραιά και στην οδό ________  στην Κηφισιά, όπως εξάλλου αποδείχθηκε και από τις δύο αποδείξεις λιανικής πώλησης με αρμούς 00392/12-6-2004 και 01712/24-6-2994 που εξέδωσε η εναγόμενη στα καταστήματα της Κηφισιάς (________ ) και του Πειραιά (________ ), όπου παλαιότερα λειτουργούσαν τα καταστήματα της επιχείρησης «________ ». Μάλιστα αποδείχθηκε ότι στα νέα καταστήματα διατηρήθηκε ο ίδιος διακριτικός τίτλος «________ » που έφερε και η παλαιά επιχείρηση.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι στο με αριθμό φύλλου 2139/14-3- 2003 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ είχε καταχωρηθεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της «________ » περί συγκρότησης αυτού σε σώμα, σύμφωνα με την οποία διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ορίσθηκε ο ________  ________ του ________ με θητεία λήγουσα την 15/1/2007, ενώ λοιπά μέλη του Δ.Σ. ορίσθηκαν η ________ σύζυγος ________ ________ (Αντιπρόεδρος και Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος), η ________ ________ του ________ (ως μέλος του Δ.Σ.), η ________ χήρα ________ ________ (ως Πρόεδρος του Δ.Σ.) και η ________ ________ -________ του ________ (ως μέλος ΔΣ). Περαιτέρω, στο με αριθμό φύλλου 166/12-1-2004 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ ανακοινώθηκε η απόφαση της σύστασης της εναγομένης εταιρείας (που καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. στις 31/12/2003) και το καταστατικό της. Σύμφωνα με το καταστατικό μέσα στους σκοπούς της εταιρείας, μεταξύ όλων των άλλων, είναι και η παραγωγή και εμπορία ειδών ανδρικής και γυναικείας ένδυσης, υποδηματοποιίας και λοιπών συναφών αξεσουάρ, οι εισαγωγές και εξαγωγές των άνω ειδών και αντιπροσωπείες ξένων οίκων. Επίσης, από το ίδιο καταστατική προκύπτει ότι το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από τον ________ ________ ,-________ του ________ , τον ________ ________ και την ________ ________  ________ του ________ , ενώ στο Διοικητικό Συμβούλιο που συγκροτήθηκε σε σώμα αποφασίσθηκε ο ________  ________ να είναι Πρόεδρός και Διευθύνων Σύμβουλος, ο ________ ________ Αντιπρόεδρος και η ________ θυγατέρα ________ ________ Μέλος Δ.Σ. (ΦΕΚ με αριθμό 1049/5-2-2004 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Εν συνεχεία μετά την αντικατάσταση του ________ ________ , το νέο Δ.Σ. της εναγομένης συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής: ________ συζ. ________ ________ ως Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος, ________  ________ ως Μέλος ΔΣ και η Αντωνία ________ ως Μέλος ΔΣ (ΦΕΚ με αριθμό 1418/18-2-2004 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Τέλος, από το ΦΕΚ με αριθμό 3514/30-4-2004 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ πέρι δημοσίευσης απόφασης της από 10/1/2004 έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης προκύπτει ότι μοναδικοί μέτοχοι αυτής ήταν οι ________  ________ και η σύζυγός του ________ ________ -________ με 10.200 και 9.800 μετοχές αντιστοίχως σε σύνολο 20.000 μετοχών της εναγομένης, ενώ πό τα ΦΕΚ με αριθμούς 9498/29-11-1999, 285/15-1-2001, 6846/5-7- 002 και 6863/3-7-2003 – Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ — προκύπτει ότι τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρείας ________  υπέγραφε και η ________ ________ , η οποία, επίσης, υπέγραψε αι το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως για το έτος 2004 της εναγομένης (ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 8397/28-7-2005).

Περαιτέρω, αναφορικά με το μίσθιο της Κηφισιάς (δύο ανεχόμενα καταστήματα της οδού ________ ), ο ________  ________ , ως εκπρόσωπος της εταιρείας «________» είχε ζητήσει από την εκμισθώτρια ________ ________ το Φεβρουάριο του έτους 2004 να τροποποιήσουν το σχετικό μισθωτήριο και να συνεχισθεί η μίσθωση με την εναγόμενη εταιρεία, γιατί η επιχείρηση «________ » αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα επιδιώκοντας μάλιστα την καταβολή του ίδιου μισθώματος. Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα της εκμισθώτριας ________ ________ σε ασκηθείσα αγωγή της κατά της εναγόμενης εταιρείας καθώς και του ________ ________ που κατέθεσε ως εκπρόσωπος της εναγομένης (βλ. τα πρακτικά της απόφασης με αριθμό 2764/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η νέα εταιρεία και ήδη εναγομένη «________ Α.Ε.» διατηρεί τηλεφωνική γραμμή στο κατάστημα της Κηφισιάς, η οποία είναι καταχωρημένη στον ΟΤΕ με την επωνυμία της εταιρείας «________ » παρόλο που αυτή έχει ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την απόφαση 2124/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς βάσει δήλωσης του τελευταίου Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εταιρείας ________ ________ του ________ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 1/3/2004. Σύμφωνα με την έκθεση απογραφής που πραγματοποιήθηκε κατά το άρθρο 570 ΕΝ στις 15/4/2005 από τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης ανευρέθησαν ρούχα και αντικείμενα της πτωχεύσασας επιχείρησης που συνολικά εκτιμήθηκαν ότι ανέρχονταν στο ποσό των 5.152,50 €. Σημειωτέον, ότι η απογραφή πραγματοποιήθηκε στην οδό ________ , δηλαδή σε διεύθυνση που δηλώθηκε για πρώτη φορά με την ως άνω δήλωση πτώχευσης, ενώ κατά την πρώτη προσπάθεια σφράγισης του καταστήματος της επιχείρησης «______» στη διεύθυνση αυτή (στις 28/5/2004), η σφράγιση δεν επιτεύχθηκε, διότι υπήρχε εκεί κατάστημα επίπλων. Η εναγόμενη δεν προσκόμισε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει πότε έγινε αλλαγή της επαγγελματικής έδρας της «________ » στην παραπάνω διεύθυνση ούτε απέδειξε ότι διακόπηκε η λειτουργία της πτωχεύσασας επιχείρησης στα υποκαταστήματα στα |οποία λειτουργεί σήμερα η εναγομένη εταιρεία. Τέλος, ο ισχυρισμός ;ης εναγομένης ότι συνάφθηκαν νέες μισθώσεις με μεγαλύτερο μίσθωμα δεν αποδείχθηκε αφού ούτε τα μισθωτήρια προσκόμισε, αλλά ούτε και η καταβολή αυξημένου μισθώματος αποδεικνύει από μόνη της την έναρξη νέας επιχείρησης.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προέκυψε ότι για τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας, η οποία μάλιστα προηγήθηκε της πτώχευσης της εταιρείας «________ », έγινε εισφορά της επιχείρησης αυτής στην εναγομένη με μεταβίβαση της πελατείας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε α) ότι οι ίδιοι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας «________ » είναι και μέτοχοι της [[εναγομένης εταιρείας, και μάλιστα ο τέως Δ/νων Σύμβουλος της «________»  ________  ________ είναι και ο βασικός μέτοχος της [εναγομένης εταιρείας, β) ότι η ________ ________  – ________ ου συμμετείχε και στο Διοικητικό Συμβούλιο της «________  και υπέγραφε τους ετήσιους λογαριασμούς της που δημοσιεύονταν στα ΦΕΚ του Εθνικού Τυπογραφείου συμμετείχε και στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και μάλιστα ως Διευθύνων Σύμβουλος, γ) ότι μέσα στους καταστατικούς σκοπούς της εναγομένης στους οποίους περιλαμβάνονται πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα εμπορικής δραστηριότητας περιλαμβάνεται και εκείνο της εμπορίας ενδυμάτων, δ) ότι τα τρία καταστήματα στα οποία λειτουργεί η επιχείρηση της εναγομένης έχουν διατηρήσει το διακριτικό τίτλο και την επιγραφή ________  που είχαν και τα καταστήματα της επιχείρησης «________ », ε) ότι η νέα επιχείρηση της εναγομένης ουδέποτε απέκοψε τους δεσμούς της με τα καταστήματα της επιχείρησης «________ », αφού ουδέποτε ξεκίνησε να λειτουργεί σε άλλα καταστήματα δημιουργώντας ένα νέο κύκλο πελατών και επιτυγχάνοντας τη δημιουργία μιας νέας εμπορικής φήμης, αντίθετα, δε, ότι ως προς το κατάστημα της Κηφισιάς έκανε μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει το κατάστημα τόσο ενημερώνοντας την εκμισθώτρια για τις προσπάθειες σύστασης νέας εταιρείας (προς αποφυγή των υφισταμένων χρεών προς τρίτους) με τα ίδια άτομα, όσο και καταβάλλοντας υψηλότερο μίσθωμα από το έως τότε καταβαλλόμενο, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη της νέας επιχείρησης να διατηρήσει την αναγνωρισιμότητά της στον κύκλο των πελατών της. Συνεπώς, ο πυρήνας της επιχείρησης της πτωχεύσασας εταιρείας «________ », που ήταν η καλή φήμη, η πελατεία, η εμπορική πίστη, το όνομα της επιχείρησης (όπως αυτό αποτυπώνεται στο διακριτικό τίτλο της που παραχωρήθηκε στη νεοσυσταθείσα επιχείρηση της εναγομένης) που είχαν οργανωθεί από την πτωχεύσασα επιχείρηση για τον προσπορισμό κέρδους έχουν πράγματι μεταβιβασθεί στην εναγόμενη επιχείρηση, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της επιχείρησης από το νέο φορέα της που είναι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι μεταβιβάσθηκαν τα εμπορεύματα της πτωχεύσασας επιχείρησης, η αξία των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, με βάση τη διενεργηθείσα στο πλαίσιο της πτώχευσης απογραφή ήταν αμελητέα. Η μεταβίβαση αυτή έγινε κατά το χρονικό διάστημα από 31/12/2003 που καταχωρήθηκε η σύσταση της εναγομένης εταιρείας έως την 1/3/2004 που κατατέθηκε η δήλωση αναστολής πληρωμών, ενώ ήδη η εναγομένη είχε αρχίσει πριν από τις 1/3/2004 να λειτουργεί στα καταστήματα της υπό πτώχευση εταιρείας. Δηλαδή τα παραγωγικά γεγονότα των χρεών της εταιρείας «________ » είχαν ήδη συντελεσθεί κατά το χρόνο της μεταβίβασης αφού το τελευταίο τιμολόγιο προς αυτήν είχε εκδοθεί στις 1/12/2003, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατέστησαν απαιτητά λίγο αργότερα, δηλαδή μετά την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Πέραν του ότι, συνεπώς, η νέα επιχείρηση ήταν σε θέση να γνωρίζει τα χρέη της πτωχεύσασας εταιρείας λόγω της μετοχικής σύνθεσής της και των προσώπων που αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο και των δύο εταιρειών, ήταν σίγουρα γνωστό σε αυτήν, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι τα στοιχεία αυτά που της μεταβιβάσθηκαν ήταν το σημαντικότερο μέρος της επιχείρησης αυτής και ότι οι δανειστές της δεν θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από άλλα περιουσιακά στοιχεία της. Τέλος, δεν ασκεί καμία επιρροή στην ένδικη υπόθεση ότι η ενάγουσα δεν ανήγγειλε τις απαιτήσεις της στη σε βάρος της _______ πτωχευτική διαδικασία, διότι αφενός ήταν δικαίωμά της αν θα αναγγελθεί ή όχι, αφετέρου, δε, η εναγομένη ενέχεται εις ολόκληρον με την «______», σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην νομική σκέψη στην αρχή της απόφασης. Αποδείχθηκε, τέλος, ότι η αξία της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη, με την έννοια και τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ανερχόταν στο ποσό των 103.238,119 δραχμών ή 302.973,20 Ευρώ σύμφωνα με την από 9/1/2006 εκτίμηση της αξίας της πτωχεύσασας εταιρείας του ________ ________ Οικονομολόγου και Λογιστή-Φοροτεχνικού Α’ που προσκόμισε η ενάγουσα με επίκληση και η οποία εκτιμάται ελεύθερα σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή, ο υπολογισμός της αξίας της επιχείρησης στηρίχθηκε σε επίσημα οικονομικά στοιχεία των χρήσεων 1998-2002 με τη χρήση της μεθοδολογίας εκτίμησης αξίας επιχείρησης βάσει της οποίας υπολογίζεται από τις φορολογικές αρχές η αντικειμενική αξία μίας μη εισηγμένης επιχείρησης, ώστε να επιβληθεί ο ελάχιστος φόρος μεταβίβασης μετοχών. Εξάλλου, αντίθετη έκθεση εκτίμησης αξίας δεν προσκόμισε η έχουσα το βάρος απόδειξης εναγομένη, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ότι την αξία της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα, αφού σε ασκηθείσα αγωγή του άρθρου 479 ΑΚ την αξία της επιχείρησης οφείλει να αποδείξει ο εναγόμενος προκειμένου να περιορίσει την έκταση της ευθύνης του.

Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, και ενόψει του ότι η αξία της μεταβιβασθείσας προς την εναγομένη επιχείρησης αποδείχθηκε ότι ανερχόταν στο ποσό των 302.973,20 Ευρώ, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να, υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα έξι   Ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (48.646,όΙ,Ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την, επίδοση της αγωγής και να κηρυχθεί η απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) Ευρώ, γιατί  η επιβράδυνση στην εκτέλεση μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, ενόψει, δε, και της εμπορικότητας της διαφοράς (άρθρο 908 παρ. 1 εδ. στ’ ΚΠολΔ). Επιπλέον, η εναγόμενη, πρέπει, λόγω της ήττας της, να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι Ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (48.646,61 Ευρώ) με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής της ως την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή μέχρι του ποσού των δώδεκα χιλιάδων (12.000,00) Ευρώ.

I Καταδικάζει την εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700,00) Ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στον Πειραιά στις 6 Απριλίου 2010 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ