fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΩΝ

Αριθμός Απόφασης
2678/2010
7064/2006 -10266/2007
6593/2009 – 3677/2008

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Σοφία Καβαρινού, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιά και τη Γραμματέα Αναστασία Γεωργούση.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 25η Νοεμβρίου 2010 για να δικάσει την υπόθεση:

Της καλούσας-ενάγουσας: ________ ________ του ________ , κατοίκου Κορυδαλλού, για την ίδια ατομικά και ως έχουσας τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του τέκνου της ________ ηλικίας 4 ετών, η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μαρώση.

Του καλούντα-εναγόμενου: ________ ________ του ________ , κάτοικου Κορυδαλλού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Χριστοπούλου.

Φέρεται για συζήτηση η με αριθμ. κατάθεσης 6593/2009 πράξη-κλήση, με την οποία εισάγεται για επανασυζήτηση η με αριθμό έκθεσης δημοσίευσης 7064/2007 αγωγή, η οποία  προσδιορίστηκε για την δικάσιμο 31-1-2007 και κατόπιν    ματαίωσης επανήλθε για συζήτηση με την από 26/3/2008  κλήση της για τη δικάσιμο 8-10-2008 μετά τη συζήτηση της ανωτέρω υποθέσεων κατά την ως άνω δικάσιμο, λόγω κωλύματος του Δικαστού Αθανάσιου Παπαχαραλάμπους να εκδώσει απόφαση, η αγωγή φέρεται προς αυτεπάγγελτη επανασυζήτηση, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, οι διάδικοι κατά την συζήτηση παραστάθηκαν όπως αναφέρεται αναλυτικά στο πρακτικό της ως άνω απόφασης.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως του ενός από τους συζύγους για καταβολή σε αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει να αναφέρεται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι οι διάδικοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, ότι ο ενάγων διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή αυτή χρηματικό ποσό. Δεν απαιτείται, όμως, να διαλαμβάνεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ’ αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου (ΑΠ 1206/2008, ΕΦΑΔ 2009, σ.175, ΑΠ 132/2003, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 του Α.Κ. προκύπτει περαιτέρω ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξάρτητα του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία που περιλαμβάνει και την εγκατάλειψη του από τον υπόχρεο προς διατροφή σύζυγο, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικώς και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης (ΑΠ 272/2004, ΝοΒ 2005, σ.275, ΑΠ 132/2003, ο.π). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι η συνεισφορά αυτή των συζύγων γίνεται με την προσωπική τους εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία τους. Όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει κοινός οίκος και οικογενειακές ανάγκες, παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα, προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούνταν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, με τη διαφορά ότι ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται, αλλά εκπληρώνονται αθροιστικά, όταν διακοπεί η συμβίωση χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος τελικά είναι μόνο ο σύζυγος ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης οφείλει τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή εγκαταλείφθηκε από τον άλλο σύζυγο, οφείλεται ως διατροφή (σε χρήμα) η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (ΕφΠειρ 846/2004, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2276/2003, ΕλΔνη 2003, σ.1405, ΕφΠειρ 544/2002, ΠΕΙΡΝΟΜΟΛ 2002, σ.323). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του Α.Κ. προκύπτει, ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση τους, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν -το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν, ή το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του έξοδα και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του (ΑΠ 416/2007 Δημ/ση Νόμος, ΑΠ 1681/2005 ΕλΔνη 2006, σ.461). Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Τέλος; σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ, διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται, παρά μόνο από την υπερημερία, που επέρχεται μετά δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από το δανειστή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 του ίδιου Κώδικα. Επί οφειλής διαδοχικών παροχών, όπως η διατροφή, η όχληση μπορεί να γίνει είτε στο σύνολο των μελλουσών παροχών είτε για παροχές ορισμένου χρόνου και σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι ορισμένη και σαφής (ΑΠ 342/2001 ΕλΔνη 2002, σ.114). Η όχληση αυτή είναι στοιχείο της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΕφΑΘ 5956/2003 ΕλΔνη 2004/520). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 340, 345 και 346 ΑΚ συνάγεται, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής καθίσταται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής (αρθρ. 215 επ., 221 επ., ΚΠολΔ) δεν αποτελεί μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα “οιονεί δικαιοπραξίας” οχλήσεως, ανεξάρτητης από το διαδικαστικό χαρακτήρα της ως στοιχείου της αγωγής και άρα ως μέσου ενάρξεως της δίκης. Τα αποτελέσματα δε της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση της αγωγής δεν ανατρέπονται, ακόμη αν ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και άκυρη για τυπικούς λόγους (βλ. ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 1263/2003 ΕλΔνη 2005Τ σ.447, ΕφΔωδ 105/2006, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλη, ερμηνεία ΑΚ, υπό αρθρ. 1498, αριθμ. 5).

Με την κρινόμενη αγωγή, η οποία νόμιμα φέρεται προς επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, με τη με αριθμό . 6593/21.10.2009  (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10187/22.10.2009) πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, η ενάγουσα ζητεί με την ιδιότητα με την οποία παρίσταται, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της προκαταβάλει μηνιαία διατροφή σε χρήμα ποσού 730 Ευρώ για την ίδιαν ατομικά και ποσού 700 Ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, όλα δε τα παραπάνω ποσά για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης και ως την πλήρη εξόφληση τους, επειδή η ίδια από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωση τους και δεν μπορεί να διατραφεί από δικούς της πόρους, καθώς επίσης και το ανήλικο τέκνο τους δεν μπορεί να διασφαλίσει τη διατροφή του από δικούς του πόρους. Ζητεί, επίσης, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 700 Ευρώ ως μηνιαία διατροφή για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της. για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επίδοση της με αριθμό κατάθεσης 9854/2004 αγωγής της κατά του εναγομένου,, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 4858/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου λόγω αοριστίας, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης έως την ολοσχερή εξόφληση τους. Ζητεί, τέλος, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 17 τταρ.1 και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Β’, 666 τταρ.1, 667, 670 671 αρ. 1-3, 672-676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα και με αναλαμβανόμενα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, Π, 345, 346, 1389, 1390, 1391, 1392, 1484, 1485, 1486, 1487 εδ.2, 1489 αρ.2, 1493, 1496 εδ.1, 1498, 1510-1514, 1516 παρ.2, 907, 908, 910 αρ.4. Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δομένου ότι έχει καταβληθεί εκ μέρους της ενάγουσας,, το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, με τα αναλογούντα τέλη υπέρ τρίτων (βλ. τα με αριθμούς 012605 Α, 042076 Α, 250329 Α αγωγόσημα με τα επικολληθέντα ένσημα Τ.Ν. και ΤΠΔΠ) και ο εναγόμενος έχει προκαταβάλει τα έξοδα της δίκης (αρθρ. 173 παρ.4 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ.1 του ΑΚ, προκύπτει ότι, αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η υποχρέωση διατροφής που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους όπως και η τελευταία κανόνες των παραπάνω άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, πλην όμως για τη θεμελίωση της για διατροφή αξίωσης αυτής, απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη της παρ. 1 του αρθρ. 1391 ΑΚ, είτε, κατ’επέκταση, η διακοπή της συμβίωσης να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου (βλ. ΑΠ 132/2003, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 951/2004, ΕλΔνη 2005,-a.l99). Περαιτέρω, κατά την παρ.2 του άρθρου 1391 ΑΚ, η υποχρέωση διατροφής της παρ.1 του ιδίου άρθρου παύει ή το ποσό της αυξάνεται η μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, τέτοια δε περίσταση είναι και η ύπαρξη περιουσίας, που μπορεί να ρευστοποιηθεί από τον δικαιούχο ενάγοντα. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προβληθούν με ένσταση, όταν ασκηθεί αγωγή : διατροφής (ΑΠ 1206/2008, ΕΦΑΔ 2009, σ.175, ΑΠ 132/2003; Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 400/2007, ΕΦΑΔ 2008. σ.316). Εξάλλου, η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 εδ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Ο εναγόμενος, συνεπώς, γονέας, προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ’ένσταση, κατ’άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 416/2007 Α’ Δημ/ση Νόμος, ΑΠ 884/2003 Α’ Δημ/ση Νόμος, Εθ 1993/2003  Αρμ. 2004: σ.357, ΕφΠειρ 370/2002 Δημ/ση Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 8.10.2008 και με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του κατά την ως άνω δικάσιμο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει διατροφή στην ενάγουσα- εν διαστάσει σύζυγο του, διότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης του με αυτήν επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα της, χωρίς εύλογη αιτία από μέρους της. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 67/1999, ΕλΔνη 1999.592). Επίσης, ισχυρίστηκε ότι υφίσταται ειδική περίσταση στο πρόσωπο της ενάγουσας, ήτοι εισόδημα αυτής από την εργασία της, ανερχόμενο σε 600 Ευρώ το μήνα και για το λόγο αυτό πρέπει να της επιδικασθεί ελαττωμένη διατροφή, την οποίαν προσδιορίζει στο ποσό των 300 Ευρώ μηνιαίως. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με την αμέσως προηγηθείσα μείζονα σκέψη, συνιστά εν μέρει καταλυτική της αγωγής ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1391 παρ.2 ΑΚ, πρέπει, δε, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει υποχρέωση να συνεισφέρει ισομερώς με αυτόν στην ανάλογη διατροφή του ανηλίκου τέκνου της και ότι έχει προς τούτο την οικονομική δυνατότητα, την οποίαν προσδιόρισε στα 600 Ευρώ μηνιαίως, ήτοι σε ποσό περίπου ίδιο με τις δικές του οικονομικές δυνάμεις, τις οποίες προσδιόρισε σε 693 Ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 1486 παρ.2 και 1489 παρ.2 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο φωτογραφία, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (αρθρ. 444 αρ.3, 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο, από τον οποίον απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, τον έγγαμη συμβίωση τους εξαρχής δεν ήταν απόλυτα ομαλή και, εν τέλει, διασπάστηκε αυτή κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2004, από εύλογη και για τους δύο διαδίκους αιτία, ήτοι αφενός μεν,.’ από μέρους του εναγομένου, διότι η ενάγουσα είχε υπέρμετρες απαιτήσεις για τις οικονομικές δυνατότητες του εναγομένου και ξόδευε χρήματα χωρίς προγραμματισμό, αφετέρου δε, από μέρους της εναγομένης, διότι ο ενάγων συνήψε εξωσυζυγική σχέση με άλλη γυναίκα στο αρτοποιείο που εργάζονταν τούτος. Τα ανωτέρω δέχθηκε και η με αριθμό 4858/2005 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω διαδίκων συζύγων σε δίκη διατροφής της ενάγουσας κατά του εναγομένου συζύγου της για προηγούμενο χρονικό διάστημα και η οποία δέχθηκε ότι η ενάγουσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία; η ανωτέρω, δε, απόφαση έχει εξοπλισθεί με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του ότι α) από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει η άσκηση έφεσης κατά αυτής από κάποιον από τους διαδίκους και β) έχει επέλθει σιωπηρή αποδοχή αυτής από τους διαδίκους, με την καταβολή από τον εναγόμενο και την είσπραξη από την ενάγουσα, χωρίς ειδική από μέρους του επιφύλαξη για το υπόλοιπο, του επιδικασθέντος με αυτήν ποσού (κεφάλαιο της επιδικασθείσας απαίτησης και τόκων), σε συνδυασμό με την άσκηση από την ενάγουσα νέας αγωγής και τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (βλ. Σ. Σαμουήλ, «Η έφεση», εκδ. 2009, σελ. 212-215). Επομένως, στην παρούσα δίκη αποκλείεται η εκ νέου έρευνα του ζητήματος της υπαιτιότητας και η ενάγουσα, σύζυγος του εναγομένου, δικαιούται κατ αρχήν να αξιώσει πλήρη διατροφή από αυτόν, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (ΑΠ 34/1992, ΕλΔνη 33, σ.1450, ΕφΑΘ 3143/2009, ΕλΔνη 2009, σ.1462, ΕφΠειρ 951/2004, ΕλΔνη 2005, σ. 199, ΕφΠειρ 267/1998, ΕλΔνη 1998, σ.897, ΕφΘες 2449/1994, Αρμ. 1995, σ.475). Ειδικότερα, ο εναγόμενος, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2007 ήταν άνεργος και προς τούτο ελάμβανε επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, ύψους 330 Ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη, από 28.9.2006 εγκριτική απόφαση του Ο.Α.Ε.Δ. Νίκαιας). Ενόψει, όμως, της ηλικίας του (34 ετών), είχε τη δυνατότητα να βρει σταθερή και μόνιμη εργασία με πλήρες ωράριο και να απασχολείται, ώστε να εξασφαλίζει καθαρό μηνιαίο εισόδημα τουλάχιστον 700 Ευρώ μηνιαίως. Από την 10.9.2007, έχει προσληφθεί αυτός ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία «________ Ο.Ε.», από την εργασία του, δε, αυτήν, λαμβάνει μεικτές αποδοχές ύψους 866,43 Ευρώ και καθαρές αποδοχές ύψους 693,14 Ευρώ (βλ. την από 10.9.2007 αναγγελία πρόσληψης στον Ο.Α.Ε.Δ. και την από 6.10.2008 βεβαίωση της ως άνω Ο.Ε., σε συνδυασμό με την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος του εναγομένου). Άλλη περιουσία ή εισοδήματα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ενόψει του ότι έχει προβεί αυτός στη μεταβίβαση, λόγω δωρεάς, στον πατέρα του, του μοναδικού του περιουσιακού στοιχείου, ήτοι της ψιλής κυριότητας επί ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας στο Δήμο Κορυδαλλού επί της οδού ________ , επιφάνειας  75τ.μ., δυνάμει του με αριθμό 13.280/11.5.2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Νίκαιας Ελισάβετ Σιδηροπούλου – Βρετακάκου. Ακολούθως, ο πατέρας του εναγομένου ________ ς Μπάγκος, μεταβίβασε την πλήρη κυριότητα του ως άνω ακινήτου στην αδελφή του εναγομένου ________ ________ (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο, με αριθμ. 13.315/30.5.2006, συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Νίκαιας Ελισάβετ Σιδηροπούλου), εκκρεμεί, δε; αναφορικά με τις  ως άνω δικαιοπραξίες, η εκδίκαση της από 27.9.2006 αγωγή της ν ενάγουσας, ασκούμενη για την ίδια και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, ως δανειστών του εναγομένου, περί διάρρηξης αυτών; ως καταδολιευτικών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος διαμένει με τους γονείς του και συνεπώς δε βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, παρά μόνο με τη συμμετοχή του στις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας στην οικία των γονέων του, που είναι οι συνηθισμένες (βλ. κατάθεση εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρα, μητέρας του εναγομένου). Τέλος, βαρύνεται αυτός με τις συνήθεις δαπάνες διατροφής, ένδυσης και ψυχαγωγίας του. Εξάλλου, η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της με τον εναγόμενο δεν εργαζόταν. Διαμένει πλέον αυτή με το ανήλικο τέκνο της στην οικία της μητέρας της (βλ. κατάθεση εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρα, μητέρας της) και, ως εκ τούτου, δε βαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης κατοικίας. Επιπλέον, παρέχει τις προσωπικές της υπηρεσίες στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα. Περαιτέρω, αν και δεν αποδείχθηκε ότι έχει αυτή μόνιμη και σταθερή εργασία, ωστόσο λόγω της ηλικίας της και εκ του γεγονότος ότι το ανήλικο τέκνο της, ηλικίας 5 ετών περίπου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα., παρακολουθεί το πρόγραμμα νηπιαγωγείου και επιστρέφει στο σπίτι του το μεσημέρι (βλ. κατάθεση εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρα της ενάγουσας, μητέρας αυτής), έχει η ενάγουσα τη δυνατότητα να βρει σταθερή και μόνιμη εργασία, με μειωμένο ωράριο, λόγω των υποχρεώσεων της έναντι του ανηλίκου, το οποίο είναι ακόμη σε νηπιακή ηλικία, ώστε να  εξασφαλίζει εισόδημα 350 Ευρώ το μήνα περίπου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι έχει αυτή στην ιδιοκτησία της Ι.Χ. αυτοκίνητο, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ενώ έχει να αντιμετωπίσει τις δαπάνες διατροφής, ένδυσης και ψυχαγωγίας της. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, κατ’ εφαρμογή και της γενικής αρχής της επιείκειας, σε συσχετισμό των δυνάμεων του εναγομένου προς την έλλειψη εισοδημάτων της ενάγουσας με βάση τις ανάγκες της ζωής της δικαιούχου συζύγου (ενάγουσας), όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια της οικογενειακής . ζωής, σε συνδυασμό με τις νέες ανάγκες, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και λόγω της χωριστής διαβίωσης, που είναι οι συνηθισμένες, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατά μήνα ελαττωμένη διατροφή που δικαιούται η ενάγουσα, η οποία περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη διατροφή της (τροφή, στέγη, ένδυση, ύδρευση, φωτισμό, θέρμανση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη), ανέρχεται στο ποσό των 140 Ευρώ μηνιαίως, εφόσον αυτή, υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης του εναγομένου περί καταβολής σε αυτήν ελαττωμένης διατροφής, λόγω της ύπαρξης ειδικής περίστασης στο πρόσωπο της, ήτοι της δυνατότητας αυτής να εργασθεί και να έχει εισόδημα εκ της εργασίας της. Το ποσό αυτό, το οποίο πρέπει να συνεισφέρει ο  εναγόμενος στην ενάγουσα για τη συμπλήρωση της διατροφής της, για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση, ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις ανάγκες της και δεν υπερβαίνει την αναλογία που ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης τους, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Εξάλλου με τη με αριθμό 8185/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δίκασε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας. ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση αυτής και υποχρεώθηκε ο καθού η αίτηση (και ήδη εναγόμενος) να προκαταβάλει στην αιτούσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, προσωρινή διατροφή ποσού 270 Ευρώ μηνιαίως. Ακολούθως, σύμφωνα ·με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου, τόσο για την ίδια όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, την από 13.12.2004, με αριθμό κατάθεσης 9854/2004 αγωγή της, με αίτημα, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση μηνιαίας διατροφής για το ανήλικο τέκνο της, ποσού 700 Ευρώ, για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επίδοση αυτής. Επί της ως άνω αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 4858/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε, ως προς τη βάση αυτή, την ως άνω αγωγή, λόγω αοριστίας. Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα βελτίωσε παραδεκτά την ως άνω αγωγή, ως προς τη δικονομική έλλειψη της αδυναμίας αυτοδιατροφής του ανηλίκου λόγω έλλειψης εισοδημάτων και περιουσίας του (βλ. αιτιολογίες της με αριθμ. 4858/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ΑΠ 652/2003, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα, δε, με τα αναλυτικά προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ως άνω αγωγή; η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, συνιστά όχληση και επομένως, η ενάγουσα, δικαιούται, κατ’ αρχήν να αξιώσει διατροφή για το διαλαμβανόμενο στην ως άνω αγωγή χρόνο, αν και αφορά διατροφή για παρελθόντα, σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή, χρόνο, από την επομένη της 16.12.2004, ημερομηνία επίδοσης της ως άνω με αριθμό κατάθεσης 9854/2004 αγωγής στον εναγόμενο (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα με αριθμό 4888β716.12.2004 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ιωάννη Χονδροκούκη). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά το έτος 2005, εργαζόταν ως αρτεργάτης στην επιχείρηση αρτοποιίας – παξιμαδοποιίας με την επωνυμία «________ Ο.Ε.». Από την εργασία του, δε, αυτή αποκέρδαινε μηνιαίως το ποσό των 1.072,74 Ευρώ περίπου, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων – Πάσχα και επιδόματος αδείας. Επίσης κατά το ως άνω διάστημα, ήταν ψιλός κύριος διαμερίσματος, επιφάνειας 69,75 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο οικοδομής, που κείται επί της οδού ________  και ________ , στον Κορυδαλλό Αττικής, το οποίο αποτέλεσε τη συζυγική οικία και στο οποίο εξακολούθησε να διαμένει η ενάγουσα με το ανήλικο τέκνο τους για χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών μετά τη διάσπαση της συμβίωσης των διαδίκων. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, διέμενε σε μισθωμένη οικία, επιφάνειας 33 τ.μ., για την οποίαν κατέβαλε ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 180 Ευρώ. Επίσης, είχε συνάψει με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «________ Α.Ε.» σύμβαση δανείου, για την απόσβεση του . -οποίου κατέβαλε έως την 31.12.2004 το ποσό των 184,24 Ευρώ; μηνιαίως (βλ. σκεπτικό της με αριθμό 4858/2005 οριστικής; απόφασης του Δικαστηρίου τούτου σκεπτικό της με αριθμέ 8185/2004 απόφασης του αυτού Δικαστηρίου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, λαμβανομένων υπόψιν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων). Αντιστοίχως, η ενάγουσα, η οποία, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν εργαζόταν κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, μπορούσε, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα (18 μήνες από την επίδοση της με αριθμ. 9854/2004 αγωγής και κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής), να εξεύρει σταθερή και μόνιμη εργασία; με μειωμένο ωράριο, λόγω των υποχρεώσεων της έναντι του ανηλίκου τέκνου της και να εξασφαλίσει εισόδημα 350 Ευρώ το μήνα περίπου, όπως εκτεθηκε ανωτέρω. Επιπλέον, παρείχε και παρέχει τις προσωπικές της υπηρεσίες στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν νήπιο. Ειδικότερα, κατά το έτος 2004 και 2005 ήταν ηλικίας 3 ετών περίπου, ενώ κατά τα έτη 2006 και 2007 ήταν 5 ετών περίπου. Κατα το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, παρακολουθεί αυτό, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το πρόγραμμα νηπιαγωγείου και διαμένει στην πατρική οικία της μητέρας του. Έχει, επομένως, αυτό, καθ’όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αυξημένες ανάγκες φροντίδας από τη μητέρα του, που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στερείται εισοδημάτων από περιουσία και δεν είναι δυνατόν βεβαίως να εργασθεί, λόγω της μικρής του ηλικίας, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του. Συνεπώς, διατηρεί καταρχήν νόμιμη αξίωση διατροφής έναντι των γονέων του, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις, όσον αφορά αμφότερα τα επίδικα χρονικά διαστήματα. Για την κάλυψη, επομένως, των εξόδων διατροφής του, με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από το όλο πλέγμα των συνθηκών διαβίωση του (έξοδα ένδυσης, διατροφής, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ψυχαγωγίας ανάλογα με την ηλικία και τις συνθήκες της ζωής του), οι οποίες είναι οι συνηθισμένες παιδιών της ηλικίας του, απαιτείται το ποσό των 400 Ευρώ μηνιαίως, όσον αφορά στο χρονικό διάστημα των 18 μηνών από την επίδοση της με αριθμό 9854/2004 αγωγής και το ποσό των 470 Ευρώ μηνιαίως, όσον αφορά στο χρονικό διάστημα των 18 μηνών από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, ενόψει της γενικής αύξησης του κόστους διαβίωσης και της αύξησης της ηλικίας του ανηλίκου και των εξ αυτού του λόγου υλικών αναγκών του. Ακολούθως, για 4 τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους διαδίκους, πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητας του εναγομένου στο σύνολο των οικονομικών δυνατοτήτων των διαδίκων, που προαναφέρθηκαν. Με τα δεδομένα αυτά, ο εναγόμενος πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του με το ποσό των 270 Ευρώ μηνιαίως, το οποίο αφορά αμφότερα τα κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα επίδικα χρονικά διαστήματα δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, μειώθηκε το μηνιαίο εισόδημα του εναγομένου. Το ποσό αυτό, που αντιστοιχεί στην προς συνεισφορά υποχρέωση του εναγομένου, πρέπει να καταβάλει ο τελευταίος, ως ανάλογη διατροφή του ανηλίκου κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, που εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω. Κατά το υπόλοιπο ποσό, συμμετέχει η ενάγουσα μητέρα του, με τα εισοδήματα της, την παροχή  στέγης και την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη φροντίδα και ανατροφή του, που είναι απομιμητή σε χρήμα και συνδέεται σύμφωνα με την πείρας και λογικής με τη συνοίκηση, γενομένης εν μέρει δεκτής ως, βάσιμης και από ουσιαστική άποψη της ένστασης συνεισφοράς που προέβαλε ο εναγόμενος. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να προκαταβάλει στην ενάγουσα, μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα α) για την ίδια ατομικά, διατροφή ποσού 140 Ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ποσό 270 Ευρώ μηνιαίως, από την επομένη της επίδοσης της από 13.12.2004, με αριθμό κατάθεσης 9854/2004 αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και για τους επόμενους 18 μήνες από την επίδοση αυτής, καθώς και ποσό 270 Ευρώ μηνιαίως, για τους επόμενους 18 μήνες από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, όλα δε τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση τους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εναγόμενος στη μερική δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 178 ΚΠολΔ), από την οποία θα αφαιρεθεί το ποσό των 150 Ευρώ, που έχει ήδη προκαταβάλει.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να προκαταβάλει στην ενάγουσα, μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα α) για την ίδια ατομικά, διατροφή ποσού 140 Ευρώ μηνιαίος, για το χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ποσό 270 Ευρώ μηνιαίος, από την επομένη της επίδοσης της. από 13,12.2004, με αριθμό κατάθεσης 9854/2004 αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και για τους επόμενους 18 μήνες από την επίδοση αυτής, καθώς και ποσό 270 Ευρώ μηνιαίος, για τους επόμενους 18 μήνες από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, όλα δε τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση τους.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) Ευρώ, από το οποίο θα αφαιρεθεί το ποσό των εκατόν πενήντα (150) Ευρώ, που έχει ήδη προκαταβληθεί.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 30-4-2010.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ