ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 2183/2012

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής: 7903/27.9.2006)
(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης κλήσης: 10886/5.11.2009)

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τους Δικαστές, Παναγιώτα Χρυσοχόου, Πρόεδρο Πρωτοδικών,” Ασπασία Αλβανού, Πρωτόδικη, και Κυριακή Β. Κοκκινάκη, Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα, Μαρία Πατριανάκου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου του έτους 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ________ ________  του ________ , κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής (οδός ________ ), 2) ________  ________  του ________ , κατοίκου ομοίως, και 3) ________ ________  του ________ , κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής (οδός ________ ), οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Ζωής-Δήμητρας Χριστοπούλου (Δ.Σ.Α).

ΤΗΣ ΚΑΘ’ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ________ ________ , κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής (οδός ________  και ________ ), για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσα την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της, ________  ________ , κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ιωάννας Μαρώση (Δ.Σ.Α.).

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 27.9.2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 7903/27.9.2006, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 26ης.9.2007 και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5ης.3.2008, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1ης. 10.2008, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε. Ήδη, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 5.11.2009 κλήση των εναγομένων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 10886/5.11.2009, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 7ης.5.2010 και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ και κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται παραπάνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ       
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 939 του ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους (“παυλιανή αγωγή”). Με το θεσμό της διάρρηξης σκοπείται η κατοχύρωση της υπεγγυότητας της περιουσίας του οφειλέτη, ήτοι της δυνατότητας των δανειστών να επιληφθούν της περιουσίας του με τα μέσα της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. σχετ. ΑΠ 19/2008, Α’ Δημοσίευση Νόμος). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, προκύπτει ότι, για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεσθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε, δυνάμει αυτού, ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι ενάγων, κατά τη διάταξη του άρθρου 939 του ΑΚ, είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, απαιτείται, δηλαδή, η απαίτησή του να είναι “γεγενημένη” και μέχρι του χρόνου της σχετικής απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής, επιπλέον δε αυτή πρέπει να έχει καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 709/1994 ΝοΒ 23, 300, ΑΠ 278/2011, ΑΠ 602/2005, ΑΠ 698/2004, Α’ Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 121/1998 ΕλλΔνη 39 [1998], 574). Τούτο δε προκύπτει κατά λογική αναγκαιότητα από το περιεχόμενο των άλλων προϋποθέσεων για τη διάρρηξη και, ιδίως, από το «δόλο του οφειλέτη», που είναι αδιανόητος απέναντι σε δανειστές μεταγενέστερους από την απαλλοτρίωση, και τη «βλάβη των δανειστών», αφού οι μεταγενέστεροι δανειστές δεν μπορούν να υπολογίζουν στα περιουσιακά στοιχεία, που εξήλθαν ήδη από την περιουσία του οφειλέτη, και, γι’ αυτό, γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα διάρρηξης δεν παρέχεται σε δανειστές, των οποίων η αξίωση κατά του οφειλέτη γεννήθηκε μετά από την απαλλοτρίωση. Για τον ίδιο λόγο δεν έχει δικαίωμα διάρρηξης αυτός, που, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, έχει απλή πιθανότητα κτήσης δικαιώματος στο μέλλον, δηλαδή απλή προσδοκία κτήσης δικαιώματος, όπως είναι ο σύζυγος για τα αποκτήματα, ενόσω διαρκεί ο γάμος (βλ. σχετ. Π. Νικολόπουλο: Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα των συζύγων, 1993 σελ. 42, Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ άρθρα 1400-1402 παρ. 32, Ε. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη ΕλλΔνη 29, σελ. 1322-1323), β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί · για την ικανοποίηση του δανειστή (βλ. σχετ. ΑΠ 1778/2006 Χρ.ΙΔ. 2007, 126, ΑΠ 1189/2003 ΕλλΔνη 45, 460, Χρ.ΙΔ 2003, 879, ΑΠ 858/2002 ΕλλΔνη 44, 1326, ΕφΘεσσ 1028/2008 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2008, 865), δ) γνώση του τρίτου, υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (δεν απαιτείται αυτοτελής πρόθεση του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη – βλ. σχετ. ΑΠ 638/2004 Α’ Δημοσίευση Νόμος, και Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2000, παρ. 142, 1, σελ. 468, Π, σελ. 472, 473, 474, IV, σελ. 475, V σελ. 477, Μπανάκα, σε: Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 939 αριθμ. 14, 15, 28, 35, 40, 41, άρθρο 940 αριθμ. 4-6), η οποία (γνώση) τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση, σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, ή από αγχιστεία έως το δεύτερο, το οποίο τεκμήριο δεν ισχύει αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της περί διάρρηξης αγωγής, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 846/2011, ΑΠ 39/2009, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 891/2008, ΑΠ 941/2007, ΑΠ 1/2006, ΑΠ 638/2004, ΑΠ 1189/2003, ΑΠ 858/2002, ΑΠ 637/2001, ΑΠ 818/1998, Α’ Δημοσίευση Νόμος), και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, ήτοι ανεπάρκεια της περιουσίας, που αναφέρεται στην εμφανή τοιαύτη του οφειλέτη και όχι στην, τυχόν, υπάρχουσα αφανή, την οποία δεν είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να αναζητήσει (βλ. σχετ. ΑΠ 637/2001 ΕλλΔνη 43, 1410, Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, άρθρο 939 αριθμ. 47). Πρέπει δε η φερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (βλ. σχετ. ΑΠ 1937/2006, Δημοσίευση Νόμος, ΕφΘεσσ 1028/2008 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2008, 865). Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει για το -κατά το άρθρο 216 του ΚΠολΔ- ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται σε αυτήν (βλ. σχετ. ΑΠ 1654/2008, Δημοσίευση Νόμος). Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει, για το ορισμένο της, η παραπάνω αγωγή διάρρηξης περιλαμβάνεται το ποσό και το είδος της απαίτησης (βλ. σχετ. ΑΠ 1799/2007, ΑΠ 1778/2006, Δημοσίευση Νόμος) και η αξία του περιουσιακού στοιχείου, που απαλλοτριώθηκε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 του ΑΚ, προκύπτει ότι η, με αυτές θεσπιζόμενη διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται μόνο κατά το μέρος τους, κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός, που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτρίωσης, δηλαδή, κατά το μέρος της, που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου, που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, συνεπώς, για το κατά το άρθρο 216 του ΚΠολΔ ορισμένο της, τα ποσά αυτά να αναφέρονται σε αυτήν (βλ. σχετ. ΑΠ 846/2011, ΑΠ 1701/2008, Α’ Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1112/2004, Α’ Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1112/2004 ΕλλΔνη 2005, 74, ΑΠ 637/2001 ΕλλΔνη 43, 1410 επ„ ΑΠ 1200/1982 ΕλλΔνη 24, 216, ΕφΑΘ 3133/1994 και ΕφΠειρ 433/1994 ΕλλΔνη 36, 686, Δεληγιάννης-Κορνηλάκης, τόμος III, σελ. 394-397, Παπαδάκης, Η φύση της αγωγής περί καταδολιεύσεως των δανειστών και οι συνέπειες αυτής). Μόνη η μνεία ότι τα στοιχεία, που απαλλοτριώθηκαν, ήταν τα μόνα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των οφειλετών, δεν καθιστούν την αγωγή ορισμένη, αφού και πάλι ανακύπτει ανάγκη να διαπιστωθεί αν πρέπει να διαρρηχθεί όλη η απαλλοτρίωση όταν η αξία του περιουσιακού στοιχείου είναι μεγαλύτερη από την αξία της απαίτησης (βλ. σχετ. ΕφΛαρ 705/2006 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007, 80, ΕφΘεσσ 2903/2005 Αρμ. 2006, 42 όπ. παραπομπές στη νομολογία και θεωρία). Σε διάρρηξη δε υπόκεινται οι επαχθείς και οι χαριστικές δικαιοπραξίες, όπως είναι η δωρεά εν ζωή αλλά και η γονική παροχή (βλ. σχετ. ΑΠ 818 1999 ΕλλΔνη 40 (1999), 1159, ΑΠ 1264/1994 ΕλλΔνη 37 (1996), 316), διότι έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται σε διάρρηξη ακόμα και εάν βρίσκεται μέσα στα επιβαλλόμενα πλαίσια, δηλαδή ακόμα και αν έγινε σε εκτέλεση ηθικού καθήκοντος (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 4169/1999 ΕλλΔνη 40 (1999), 1160), έστω και εάν αυτό δεν υπερβαίνει το μέτρο, που επιβάλλουν οι περιστάσεις (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 191/1996 ΕλλΔνη 38 (1997) 681). Η εκπλήρωση ηθικών υποχρεώσεων ή λόγοι ηθικής ευπρέπειας του οφειλέτη δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε βλάβη των δανειστών, ούτε την εκτίμηση των ηθικών του υποχρεώσεων έναντι των νομικών, με συνέπεια να μην αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της σχετικής παροχής (βλ. σχετ. ΑΠ 818/1998 ΕλλΔνη 40, 139, ΑΠ 1264/1994 ΕλλΔνη 37, 316, ΕφΑΘ 7827/1998 ΕλλΔνη 40 [1999], 1162). Αν ο τρίτος μεταβίβασε χαριστικά ή με αντάλλαγμα σε άλλον το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, η αγωγή διάρρηξης μπορεί να ασκηθεί όχι μόνον κατά του τρίτου αλλά και κατά του ειδικού διαδόχου του τρίτου και ειδικότερα: ί) Αν ο ειδικός διάδοχος απέκτησε από τον τρίτο έναντι (ισάξιου) ανταλλάγματος, θα πρέπει και αυτός (ο ειδικός διάδοχος) να γνώριζε, κατά το χρόνο, που ο ίδιος αποκτούσε από τον τρίτον, το δόλο του οφειλέτη (άρθρο 944 εδ. α’ ΑΚ), δηλαδή ό,τι πρέπει να γνώριζε ο τρίτος κατά το χρόνο της προς αυτόν (τον τρίτον) πρώτης απαλλοτρίωσης, όχι όμως και την τυχόν τεκμαιρομένη (941 §2 ΑΚ) ή μη απαιτουμένη (άρθρο 942 ΑΚ) κακοπιστία του τρίτου, (ϋ) Η παραπάνω γνώση του ειδικού διαδόχου τεκμαίρεται μαχητώς αν ο ειδικός διάδοχος, όταν απέκτησε από τον τρίτον, είχε με τον οφειλέτη κάποια από τις σχέσεις της διάταξης του άρθρου 941 §2 του ΑΚ και δεν είχε περάσει ένα έτος από την (αρχική) απαλλοτρίωση του οφειλέτη μέχρι την άσκηση της αγωγής (άρθρο 944 εδ. β’ ΑΚ), ίϋ) Αν ο ειδικός διάδοχος απέκτησε από τον τρίτον χαριστικώς (δηλαδή χωρίς ισάξιο αντάλλαγμα) δεν απαιτείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 944 εδ. α’ ΑΚ γνώση του. Και εδώ ισχύουν mutatis mutandis όσα ήδη αναφέρθηκαν για την αντίστοιχη περίπτωση κατά την οποίαν ο τρίτος αποκτά από χαριστική αιτία. Τέλος, μετά από την αντικατάσταση των άρθρων 936 και 992 του ΚΠολΔ με το ν. 2298/2005 (ισχύς από την 4Ί4.1995), η διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά, πλέον, ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, ώστε στη συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος στην περιουσία του οφειλέτη, όπως γινόταν δεκτό βάσει της διατύπωσης του άρθρου 943 του ΑΚ, αλλά, ενόψει της άμεσης (εμπράγματης) ενέργειας, που προσνέμεται, πλέον, και στη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε αυτή, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε προηγηθεί η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 518/2000, Α’ Δημοσίευση Νόμος, ΕφΑΘ 9585/1998, ΕλλΔνη 40, 649, ΕφΑΘ 5639/1998 ΕλλΔνη 40, 1159, ΜΑΤΘΙΑ: Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το ν. 2298/1995 ΕλΔνη 36.1453, ΚΛΑΒΑΝΙΔΟΥ: Η καταδολίευση δανειστών μετά το ν. 2298/1995 ΕλΔνη 34.1463 επ., ΠΟΔΗΜΑΤΑ: Σκέψεις ως προς τη νέα ρύθμιση – Ν. 2298/1995 για την καταδολίευση των δανειστών Αρμ. 50, 949 επ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με την κρινόμενη από 27.9.2006 (και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 7903/27.9.2006) αγωγή της, που νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 5.11.2009 (και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 10886/5.11.2009) κλήση των εναγομένων, εκθέτει ότι ο πρώτος των εναγομένων, με τον οποίο η ίδια είχε συνάψει νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο άρρεν τέκνο, και μετά του οποίου η έγγαμη συμβίωση έχει ήδη διασπασθεί, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση των αναφερόμενων στο δικόγραφο απαιτήσεών της κατ’ αυτού, προερχόμενων αντιστοίχως από απαιτήσεις διατροφής, συνολικού ύψους 10.300 ευρώ, που επιδικάσθηκαν κατόπιν των αναφερόμενων στο δικόγραφο σχετικών αγωγών και δικαστικών αποφάσεων για την ίδια ατομικά αλλά και για λογαριασμό του ως άνω ανήλικου τέκνου τους, καθώς και ετέρων απαιτήσεων διατροφής, που θα της επιδικασθούν στο μέλλον κατόπιν της αναφερόμενης στο δικόγραφο σχετικής αγωγής, μεταβίβασε, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αριθμό 13280/11.5.2006 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Ελισσάβετ Σιδηροπούλου-Βρετακάκου, λόγω δωρεάς, στον δεύτερο των εναγομένων-πατέρα του, την ψιλή κυριότητα επί του περιγραφόμενου στο δικόγραφο ακινήτου, στο οποίο η ίδια εισέτι διαμένει, αντικειμενικής αξίας 34.787,82 ευρώ και πραγματικής αξίας 95.000 ευρώ, ο τελευταίος δε εν συνεχεία μεταβίβασε αυτό, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αριθμό 13315/30.5.2006 συμβολαίου γονικής παροχής διαμερισμάτων της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, κατά πλήρη κυριότητα στην τρίτη των εναγομένων- θυγατέρα του, λόγω γονικής παροχής. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και επικαλούμενη, περαιτέρω, ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε με πρόθεση βλάβης της ιδίας και του ανήλικου υιού της και, συγκεκριμένα, προκειμένου να μην ικανοποιηθεί η παραπάνω απαίτησή της, αφού η εναπομείνασα εμφανής περιουσία του πρώτου των εναγομένων-οφειλέτη της, δεν επαρκεί προς τούτο, γεγονός που γνώριζαν, τόσο ο ίδιος, όσο και οι λοιποί εναγόμενοι, πατέρας και αδελφή αυτού αντίστοιχα, προς τους οποίους μεταβιβάστηκε διαδοχικά το εν λόγω ακίνητο, ζητεί η ενάγουσα, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου και του αιτήματος αυτής, να απαγγελθεί η διάρρηξη των ανωτέρω προσβαλλόμενων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ. του ΑΚ. Τέλος, η ενάγουσα ζητεί την καταδίκη των εναγομένων στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, αρμοδίως, καθ’ ύλη (κατά τα άρθρα 7, 9, 12, 13 και 18 παρ. 1 του ΚΠολΔ καθότι η σχετική αγωγή έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και η καταγόμενη με αυτήν για δικαστική διάγνωση αξίωση είναι ανεπίδεκτη χρηματικής αποτίμησης, υπαγόμενη, ως εκ τούτου, πάντα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου – βλ. σχετ. ΕφΑΘ 6701/1996, Αρμ 52, 429, ΕφΠειρ 1453/1995, ΕλλΔνη, 38, 681, και Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, άρθρο 940 ΑΚ, σελ. 860) και κατά τόπο (κατά τα άρθρα 22 επ. του ΚΠολΔ), και παραδεκτώς, φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της: α) δεν απαιτείται εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, αφού είναι ενοχικής φύσης, ενόψει του προαναφερόμενου ιστορικού της και του επ’ αυτού ερειδόμενου αιτητικού και ενόψει του ότι δεν αφορά εμπράγματο δικαίωμα (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 6701/1996 Αρμ 1998, 429, ΕφΑΘ 8930/1992 ΝοΒ 28, 1507), β) δεν απαιτείται απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214Α του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και γ) δεν υπόκειται σε δικαστικό ένσημο λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 5546/2006 ΝΟΒ 2007, 344, ΕφΛαρ 178/2003 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2004, 20). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216§ 1 του ΚΠολΔ, αφού περιέχονται στο ιστορικό του δικογράφου αυτής όλα τα γνωρίσματα εκείνα, που ανταποκρίνονται στον εννοιολογικό πυρήνα των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου, που περιέχεται στο άρθρο 939 επ. του ΑΚ, και επιστηρίζουν το αίτημά της (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 7838/2005, Δ/ΝΗ 2007, 898, Εφθεσσ 1125/1998 Αρμ. 1998, 687, Μητσόπουλο ΕλΔ 1995.1 επ.), και, ειδικότερα, αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής: α) η απαίτηση της ενάγουσας δανείστριας, το ακριβές ύψος αυτής και η αιτία της, β) οι συγκεκριμένες προσβαλλόμενες ως καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις εκ μέρους του οφειλέτη- πρώτου εναγομένου προς τον δεύτερο εναγόμενο και, εν συνεχεία, προς την τρίτη εναγομένη, προσδιοριζομένης, μάλιστα, και της αντικειμενικής και της αγοραίας αξίας του αντικειμένου αυτών, ήτοι του ακινήτου, που μεταβιβάστηκε προς τους τελευταίους, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με την αιτιολογία ότι, αφού η διάρρηξη Θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση μόνο στο μέτρο, που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, θα πρέπει, σε περίπτωση που η αξία του αντικειμένου είναι μεγαλύτερη από την αξία της απαίτησης, να μπορεί να προσδιορισθεί το ποσοστό, που αντιστοιχεί στην απαίτηση (βλ. σχετ. ΑΠ 1200/1982 ΕλλΔνη 24, 216, ΕφΘεσσ 1589/1996 Αρμ. Ν. 1121, I. Δεληγιάννη – Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό III 1992 παρ. 411, σελ. 394), γ) ο δόλος του οφειλέτη-πρώτου εναγομένου και των λοιπών εναγομένων, ήτοι το ότι η πράξη αυτή έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας-δανείστριας, δ) ότι η υπολειπόμενη περιουσία του οφειλέτη-πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του. Επισημαίνεται, επίσης, ότι στο δικόγραφο αναφέρεται ότι αυτοί, υπέρ των οποίων έγινε η απαλλοτρίωση, δηλαδή, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, γνώριζαν ότι ο οφειλέτης- πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, πλην, όμως, ανεξαρτήτως του ότι το στοιχείο αυτό αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής με την επίκληση της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού του πρώτου εναγομένου, τούτο δεν ήταν απαραίτητο για να καταστήσει την αγωγή ορισμένη, εφόσον η απαλλοτρίωση αφορά δωρεά εν ζωή και γονική παροχή,

που αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες και, συνεπώς, δεν απαιτείται γνώση του τρίτου και του ειδικού διαδόχου αυτού, προς τους οποίους έγινε η μεταβίβαση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι και νόμιμη κατά το συναφές με αυτή αίτημα περί απαγγελίας της διάρρηξης των προσβαλλόμενων καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, στηριζόμενη στις προμνησθείσες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις καθώς, επίσης, και στις διατάξεις των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, 68, 76 (αφού στην περίπτωση, κατά την οποία ο δανειστής, ασκώντας την αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο ή και τους διαδόχους του τελευταίου, στους οποίους διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, γίνεται δεκτό ότι συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς: βλ. σχετ. έτσι: ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 552/2011, ΑΠ 1736/2009, ΑΠ 1230/2008, Α’ Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1145/2007 ΝΟΒ 2007, 1828, ΑΠ 31/1993, ΕφΔωδ 212/2006, ΕφΛαρ 141/2004, ΕφΛαρ 213/2004, Α’ Δημοσίευση Νόμος), 176 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, και, ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης αντίστοιχα, ________ ________ του ________  και ________ ________ του ________ , που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από την εκτίμηση όλων των νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενων εγγράφων, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 269 παρ. 1, 270, 339, 393, 394 και 395 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη τόμος 33, σελ. 814), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αφενός μεν οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 3, 447 και 448 παρ. 3 του ΚΠολΔ, Α.Π. 1793/1988 Δ/νη 1991/94), αφετέρου δε όλα τα δημόσια έγγραφα προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας για την επίδικη υπόθεση (βλ. σχετ. ως προς το θέμα της εκτίμησης των ποινικών αποφάσεων ως δικαστικών τεκμηρίων: ΑΠ 1563/2002, ΝοΒ 2003, 1195, ΑΠ 58/1993 Ελλ.Δ/νη 36.1108, ΑΠ 154/1992 Ελλ.Δ/νη 33.814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 24-1398, ΕφΑΘ 2658/2000 ΕΣυγκΔ 2001, 113, Μπέης, Πολιτική Δικονομία), χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέσει με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (βλ. σχετ. ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004,70, ΑΠ 1628/2003 Ελ.Δικ. 2004,723), και χωρίς το δικαστήριο να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους (άρθρο 340 ΚΠολΔ – ΕφΛαρ 539/2000 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2000.55, ΕφΑΘ 266/1998 ΕλλΔνη 39.623), από τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους (κατά τα άρθρα 261 και 352 του ΚΠολΔ) και οι οποίες θα αναφερθούν, ειδικότερα, κατωτέρω, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. – βλ. σχετ. ΑΠ 1456/1996 Αρχ. Ν 48, 311), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Η ενάγουσα την 22α.9.2001 τέλεσε μετά του πρώτου εναγομένου νόμιμο γάμο, που ιερολογήθηκε, κατά το τυπικό και τους κανόνες του δόγματος της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στον Κορυδαλλό. Αμέσως μετά από την τέλεση του γάμου, η ενάγουσα μετά του πρώτου εναγομένου- συζύγου της εγκαταστάθηκαν στον Κορυδαλλό Αττικής και δη εντός του υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος του α’ πάνω από το ισόγειο-πυλωτή ορόφου (με ΚΑΕΚ 050710619007/0/2) μίας οικοδομής, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Κορυδαλλού στη θέση ‘________ ” του τέως Δήμου Πειραιώς εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου Κορυδαλλού και επί της οδού ________ , κτισμένης επί οικοπέδου, έκτασης 182 τ.μ. κατά τους αρχικούς τίτλους κτήσης και 262,74 τ.μ. κατά μεταγενέστερη καταμέτρηση και 262,80 τ.μ κατά νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, εμφαινομένου του οικοπέδου τούτου με τα στοιχεία A, Β, Γ, Δ, Ε, Α στο από Μάίόυ του έτους 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ________ ________ , το οποίο είναι προσαρτημένο στο με αριθμό 66027/1977 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Βασιλείου Δημητρίου Πέππα, και συνορευομένου κατ’ αυτό βόρεια με πάροδο ________  επί προσώπου 23,60 μ. κατά τη νεότερη καταμέτρηση, νότια με ιδιοκτησία ________ επί πλευράς 14 μ. κατά τους αρχικούς τίτλους κτήσης και επί πλευράς σε τεθλασμένη γραμμή 7,80 μ. συν 10,50 εν όλω, ανατολικά με ιδιοκτησία ________ επί πλευράς 13 μ. και δυτικά με οδό προς Σχιστό ήδη ονομασθείσα ________ επί προσώπου 14 μ. κατά τους αρχικούς τίτλους ιδιοκτησίας και 14 κατά τη νεοτέρα καταμέτρηση. Το εν λόγω με στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του α’ πάνω από το ισόγειο-πυλωτή ορόφου της ανωτέρω οικοδομής εμφαίνεται στο από Ιουνίου του έτους 1995 σχεδιάγραμμα κάτοψης α’ ορόφου του Πολιτικού Μηχανικού, ________ ________ , αποτελείται από σαλόνι, δύο (2) δωμάτια, κουζίνα, λουτρό, οφφίς, W.C. και εξώστη προς την οδό ________ και προς την πάροδο ________ , έχει επιφάνεια 69,75 τ.μ, και συνορεύει βόρεια με την πάροδο ________ , νότια εν μέρει με φωταγωγό και κλιμακοστάσιο και εν μέρει με όμορη ιδιοκτησία του αυτού οικοπέδου ιδιοκτησίας ________ ________ , ανατολικά με ακάλυπτο χώρο (αυλή) και δυτικά με την οδό ________ . Η πιο πάνω αναφερόμενη και περιγραφόμενη οριζόντια ιδιοκτησία είχε περιέλθει στον πρώτο εναγόμενο και δη κατά ψιλή κυριότητα από γονική παροχή, την οποία συνέστησε προς αυτόν ο δεύτερος εναγόμενος-πατέρας του δυνάμει του με αριθμό 5.767/28.9.1995 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Ελισάβετ Σιδηροπούλου-Βρετακάκου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Νίκαιας (στον τόμο 250 και με αύξοντα αριθμό 337), παρακρατώντας ο παρέχων την επικαρπία για τον εαυτό του και εφ’ όρου ζωής του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης αυτής συμβίωσης αποκτήθηκε ένα άρρεν ανήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε την 30η.4.2002, πλην, όμως, εν συνεχεία, η συμβίωση αυτή, η οποία δεν ήταν εξ αρχής απόλυτα ομαλή και αρμονική, διασπάστηκε για εύλογη και για τους ως άνω δυο συζύγους αιτία το μήνα Ιούλιο του έτους 2004, η δε ενάγουσα, που εξακολούθησε να διαμένει μετά του ανωτέρω ανήλικου τέκνου εντός του προπεριγραφέντος διαμερίσματος, προέβη στην άσκηση αγωγών για την επιδίκαση διατροφής σε βάρος του συζύγου της τόσο υπέρ αυτής όσο και υπέρ του ανήλικου τέκνου της, το οποίο και στην παρούσα δίκη νομίμως εκπροσωπεί. Ειδικότερα, η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) αίτηση (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5346/30.6.2004) στα πλαίσια της οποίας ζητούσε: α) να της ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου, που έχει αποκτήσει με τον πρώτο εναγόμενο, β) να επιδικαστεί προσωρινά για την ίδια ατομικά, η οποία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο και αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διατροφής της από εισοδήματα ή από την περιουσία της, διατροφή ύψους 700 ευρώ, καθώς, επίσης, και διατροφή ύψους 700 ευρώ για το ανήλικο τέκνο, γ) να διαταχθεί η μετοίκηση του πρώτου εναγομένου από την προαναφερθείσα συζυγική στέγη, και δ) να διαταχθεί η ρύθμιση της χρήσης της με την αποκλειστική εγκατάσταση της ιδίας σε αυτή από λόγους επιείκειας απέναντι της και απέναντι στο ανήλικο τέκνο. Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 8185/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), δυνάμει της οποίας αφενός μεν ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του ως άνω ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ________ , αποκλειστικά στην ενάγουσα, αφετέρου δε υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να προκαταβάλει μέσα στις πέντε (5) πρώτες ημέρες κάθε μήνα στην ενάγουσα προσωρινή διατροφή, ύψους 270 ευρώ, για το ανήλικο τέκνο τους για το μετά από την επίδοση της εν λόγω αίτησης χρονικό διάστημα, ενώ ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του πρώτου εναγομένου με το ανήλικο τέκνο του, απειλουμένης σε βάρος της ενάγουσας, για την περίπτωση παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, χρηματικής ποινής ύψους 50 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας 2 μηνών. Την απόφαση αυτή επέδωσε αρχικά η ενάγουσα στον πρώτο εναγόμενο την 16η.12.2004 (βλ. σχετ. τη με αριθμό 4887β/16.12.2004: έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Ιωάννη Ν. Χονδροκούκη) με επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσοντας αυτόν να της καταβάλει, για τους ανωτέρω λόγους και αιτίες, συνολικό ποσό ύψους 1.650 ευρώ (ήτοι κεφάλαιο, διατροφή, τόκους και έξοδα). Εν συνεχεία, η ενάγουσα, για τον εαυτό της ατομικά αλλά και ως έχουσα την επιμέλεια του ως άνω ανήλικου τέκνου, άσκησε και την από 13.12.2004 (και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9854/13.12.2004) αγωγή της (κατά την ειδική διαδικασία διατροφών), στα πλαίσια της οποίας ζητούσε: α) να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος-σύζυγός της να της προκαταβάλει στο πρώτο τριήμερο εκάστου μηνάς το ποσό των 700 ευρώ ως διατροφή δική της και το ποσό των 700 ευρώ για το ως άνω ανήλικο τέκνο τους, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.400 ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από την επίδοση και για τους 18 επόμενους της επίδοσης της αγωγής αυτής μήνες, νομιμότοκα από την καθυστέρηση εκάστης δόσης και έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, και β) να της ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του ως άνω ανήλικου τέκνου τους. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 4858/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (κατά την ειδική διαδικασία διατροφών), δυνάμει της οποίας αφενός μεν ανατέθηκε σε αυτήν οριστικά η άσκηση της επιμέλειας του ως άνω ανήλικου τέκνου και καθορίστηκε ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του πρώτου εναγομένου με αυτό, απειλουμένης σε βάρος της ενάγουσας χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας 30 ημερών για κάθε παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης, αφετέρου δε υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να προκαταβάλει στην ενάγουσα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα ως μηνιαία σε χρήμα διατροφή για λογαριασμό της ίδιας το ποσό των 100 ευρώ για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση. Άπαντα, άλλωστε, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τα διάδικα μέρη, όπως τούτο συνάγεται από όλα τα δικόγραφά τους (κατά τα άρθρα 261 και 352 του ΚΠολΔ) και από τα διαμειβόμενα με τις κατατεθείσες, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, έγγραφες προτάσεις τους. Ωστόσο, ενώ είχε προηγηθεί η έκδοση των δύο προαναφερόμενων αποφάσεων και ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι οφείλει στην ενάγουσα-σύζυγό του τα προαναφερθέντα επιδικασθέντα ποσά, η τελευταία (ενάγουσα) πληροφορήθηκε τον Ιούνιο του έτους 2006 ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει το μήνα Μάιο του ίδιου έτους, χωρίς αντάλλαγμα, το μοναδικό (όπως συνομολογείται) περιουσιακό στοιχείο, το οποίο διέθετε, και, συγκεκριμένα, την ψιλή κυριότητα του προπεριγραφέντος διαμερίσματος, εντός του οποίου διέμενε ακόμα η ίδια μετά του ανήλικου τέκνου της. Πιο συγκεκριμένα, πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε, δυνάμει του με αριθμό 13280/11.5.2006 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας ν. 3741/1929 (διαμερίσματος) της Συμβολαιογράφου Νίκαιας, Ελισάβετ Σιδηροπούλου-Βρετακάκου, νομίμως καταχωρημένου στα τηρούμενα από το Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας κτηματολογικά βιβλία (φύλλα), μεταβιβάσει λόγω δωρεάς προς τον δεύτερο εναγόμενο-πατέρα του, ο οποίος έως το χρόνο εκείνο διέθετε μόνο την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου (βλ. ανωτέρω), την ψιλή κυριότητα αυτού και, ακολούθως, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, είχε, δυνάμει του με αριθμό 13315/30.5.2006 συμβολαίου γονικής παροχής οριζόντιων ιδιοκτησιών ν. 3741/1929 (διαμερισμάτων) της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως καταχωρημένου στα τηρούμενα από το Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας κτηματολογικά βιβλία (φύλλα), μεταβιβάσει αυτό κατά πλήρη κυριότητα με γονική παροχή προς την τρίτη εναγομένη, θυγατέρα του ιδίου και αδελφή του πρώτου εναγομένου αντίστοιχα. Τα γεγονότα αυτά έγιναν, ως ανωτέρω εκτέθηκε, γνωστά στην ενάγουσα το μήνα Ιούνιο του έτους 2006 και δη την 27η.6.2006, οπότε κοινοποιήθηκε σε αυτήν η από 19.6.2006 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία του δεύτερου των εναγομένων (βλ. σχετ. τη με αριθμό 7792ΣΤ/27.6.2006 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Νίκου Τσαλουχίδη). Στα πλαίσια, μάλιστα, αυτής της εξώδικης δήλωσης-διαμαρτυρίας αναφέρονταν χαρακτηριστικά τα εξής: “ΣΑΣ ΔΗΛΩΝΩ προς γνώση σας και για τις νόμιμες συνέπειες ότι αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχος του ως άνω διαμερίσματος είναι πλέον δυνάμει του ως άνω συμβολαίου η Αναστασία ________ , θυγ. ________ , κάτοικος Κορυδαλλού Αττικής, οδός ________ αρ. 16 (τρίτη των εναγόμενων), στην οποία ανήκουν όλα τα κατά νόμο δικαιώματα του κυρίου και νομέα του ως άνω διαμερίσματος, ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΩ τη σύμβαση χρησιδανείου αόριστης διάρκειας μεταξύ εμού και υμών, που συνήφθη την 1η. 10.2001 και αφορούσε την παραχώρηση της χρήσης του ως

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.