fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΧΑ

 Αριθμός αποφάσεως 4858/2005
9854/2004

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(Διαδικασία Διατροφών)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Κοκόλη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Πειραιά και από το γραμματέα Βασίλειο Βουγιούκα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2005, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : ________ ________ του ________ κατοίκου Κορυδαλλού, οδός ________ , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Παναγιώτη Τσιακαλάκη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ________ ________  του ________ , κατοίκου Κορυδαλλού, οδός ________ , για τον εαυτό της ατομικά και ως εχούσης την γονική μέριμνα και την επιμέλεια του τέκνου της ________ ηλικίας 2 ετών, κατοίκου ως άνω, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίνας Τούντα.

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 13-12-2004 αγωγή της που κατατέθηκε με αριθμό 9854/13.12.2004 , προσδιορίστηκε για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους . Επιπλέον ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου δήλωσε ότι ασκεί δια των προτάσεών του ανταγωγή .

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ, όπως ισχύουν σήμερα, συνάγεται ότι: 1) οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν (συμβάλλουν) από κοινού ο καθένας ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, 2) η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, 3) στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση και συμβολή στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση και 4) όταν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε δεν υπάρχει «κοινός οίκος», ούτε «οικογενειακές ανάγκες», παύει μεν η υποχρέωση συνεισφοράς, διότι δεν είναι νοητή, αλλά ο σύζυγος, που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, δικαιούται να απαιτήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα προκαταβαλλόμενη κάθε μήνα, υπό  τις ίδιες προϋποθέσεις που δικαιούται και κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, με τη διαφορά ότι, ενώ όταν υπάρχει συμβίωση οι υποχρεώσεις συνεισφοράς δεν συμψηφίζονται αλλά εκπληρώνονται αθροιστικώς, όταν διακόπτεται η συμβίωση, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, με την έννοια ότι δικαιούχος είναι τελικά μόνον εκείνος ο σύζυγος ο οποίος, υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και στον οποίο, εφόσον διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλεται διατροφή (σε χρήμα). Συνεπώς, ο μετέχων, βάσει της οικονομικής δυνατότητας αυτού, στα βάρη του γάμου με ποσό μικρότερο του ποσού συμμετοχής του άλλου συζύγου, θα δικαιούται, στην περίπτωση της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, διατροφής από τον τελευταίο, αφού και κατά τη διάρκεια του γάμου απολάμβανε αυτός μέρος από τα εισοδήματα του άλλου (ΑΠ 1714/1983 ΕλλΔνη 26.431, ΕφΑΘ 5421/1985 ΕλλΔνη 26.978, 4324/1985 ΕλλΔνη 26.963,4405/1985 ΕλλΔνη 26.958, 3869/1985 ΕλλΔνη 26.1169, ΕφΠειρ 53/1985 ΝοΒ 33.1045, ΕφΠατρ 38/1984 ΝοΒ 32.884). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493, 1497 του ΑΚ, προκύπτει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, το ανήλικο τέκνο τους εφόσον αυτό δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή πόρους από εργασία που να επαρκούν για τη διατροφή του, το μέτρο της διατροφής τούτου (ανηλίκου) προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η δε δικαιούμενη (ανάλογη) διατροφή του περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Κατά συνέπεια για το, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής διατροφής σε χρήμα ανήλικου τέκνου, λόγω διάστασης ή λύσης του γάμου των γονέων του, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου (Κ. Παπαδόπουλου: Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, τομ. Β’, εκ. 2003, σελ. 119, παρ. 51, B. Βαθρακοκοίλη: ΚΠολΔ, τομ. Α’, εκδ. 1995, σελ. 1120, αριθμ. 48, πρβλ. ΕφΘεσ 2941/2002 Αρμ 2004.72, EφΑθ 7546/2001 ΕλλΔνη 44.996, ΕφΑΘ 633/1997 ΕλλΔνη 38.888) και η αδυναμία του να εργασθεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφό της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του (ΕφΑΘ 8012/1995 ΕλλΔνη 37.1097), που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικό ποσό. Εξάλλου ο ενάγων μπορεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 του ιδίου Κώδικα, να διευκρινίσει, συμπληρώσει και διορθώσει με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αγωγή του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, με την εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία παρόλον ότι είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 823/2000 ΕλλΔνη 41.1597). Στην προκειμένη υπόθεση με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ζητεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, α) να της ανατεθεί η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της ________ , που απέκτησε από το γάμο της με τον εναγόμενο- σύζυγό της, η έγγαμη συμβίωση των οποίων διακόπηκε και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενοςσύζυγός της του οποίου εκθέτει την περιουσιακή κατάσταση, να της προκαταβάλει μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα 1) για μηνιαία σε χρήμα διατροφή αυτής, ποσό 700 ευρώ, γιατί διακόπηκε η έγγαμη συμβίωσή τους από εύλογη γι’ εκείνη αιτία και δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από εισοδήματα ή την περιουσία της και 2) για λογαριασμό του παραπάνω ανήλικου τέκνου τους, την επιμέλεια του οποίου ασκεί εν τοις πράγμασι (de facto) εκείνη με την οποία διαμένει, και για το οποίο εκθέτει τα χρηματικά κονδύλια που αντιστοιχούν στις βιοτικές του ανάγκες, για μηνιαία σε χρήμα διατροφή ποσό 700 ευρώ και τα δύο ως άνω ποσά για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση. Στην ένδικη αγωγή εκτίθεται η γενεσιουργός αιτία της υποχρεώσεως του εναγομένου για παροχή διατροφής σε χρήμα στο ανήλικο τέκνο του (ήτοι η συγγένεια που συνδέει το ανήλικο με τον εναγόμενο), η ιδιότητα με την οποία η ενάγουσα ασκεί την αγωγή, η περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου, οι βιοτικές ανάγκες του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, με λεπτομερή παράθεση και των χρηματικών κονδυλίων που αντιστοιχούν σε καθεμία από αυτές και το αιτούμενο συνολικό χρηματικό ποσό που απαιτείται κάθε μήνα για την κάλυψη των αναγκαίων αυτού δαπανών. Περαιτέρω όμως, ουδόλως διαλαμβάνεται στην αγωγή η έλλειψη εισοδημάτων του ανήλικου τέκνου, το στοιχείο δε αυτό είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος ενόψει του ότι η ΑΚ 1486 παρ. 2 εισάγει σημαντική εξαίρεση στο γενικό κανόνα της ΑΚ 1486 παρ. 1, και το ανήλικο τέκνο, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του ακόμα και αν έχουν περιουσία, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του, το προϊόν της εργασίας του, ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Η αδυναμία επομένως αυτοδιατροφής (απορία) του ανηλίκου, αποτελεί και κατά την παρ. 2 του άρθρου 1486 ΑΚ προϋπόθεση της διατροφής αυτή όμως κρίνεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσία. Έτσι το ανήλικο τέκνο οφείλει να αναλώσει τα κάθε λογής εισοδήματά του για αυτοδιατροφή του και μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν αρκούν τα εισοδήματά του, δικαιούται πλήρη ή συμπληρωματική διατροφή από τους γονείς του. Κατά συνέπεια, η  κρινόμενη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν εκτίθεται η αδυναμία αυτοδιατροφής (απορία) και συγκεκριμένα ότι το ανήλικο τέκνο δεν έχει  εισοδήματα από περιουσία που να επαρκεί για τη διατροφή του, είναι αόριστη ως προς το υπό στοιχείο β2 αίτημα αυτής (περί επιδικάσεως διατροφής υπέρ του ως άνω τέκνου). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εφόσον η έλλειψη από το δικόγραφο της αγωγής του παραπάνω στοιχείου καθιστά αυτή (αγωγή) αόριστη ως προς το υπό στοιχείο β2 αίτημα αυτής, συνιστώντας έλλειψη προδικασίας, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα αυτό. Περαιτέρω με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς τα λοιπά αιτήματα αυτής, παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλη (άρθρα 17 αρ. 1, 681 Β’ ΚΠολΔ) και κατά τόπον (άρθρο 22 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1,667,670,671 παρ. 1 έως 3,672 έως 676 (άρθρο 681Β’) του ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, πλην του κατωτέρω αναφερόμενου αιτήματος, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392, 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1516, 1518,340,345,346 του ΑΚ και 907,910 αρ. 4 του ΚΠολΔ. Μη νόμιμο και γι’ αυτό απορριπτέο είναι το αίτημα να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς το υπό στοιχείο α’ αίτημα της αγωγής (ανάθεση επιμέλειας τέκνου), καθόσον το αίτημα αυτό δεν είναι καταψηφιστικό (Β. Βαθρακοκοίλη: ΚΠολΔ, τομ. Ε, εκδ. 1997, στο άρθρο 907, σελ. 157, αρ. 19 και εκεί παραπομπές, Κεραμέως-Κονδύλη-Νικα: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. II, εκδ. 2000, στο άρθρο 907, σελ.1721,αρ. 3 και εκεί παραπομπές). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αίτημα τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αρ. 002149 και 153712 έντυπα αγωγοσήμου με τα επί του τελευταίου επικολληθέντα ένσημα), καθώς επίσης, όπως συνομολογείται, ο εναγόμενος προκατέβαλε τα έξοδα της δίκης που καθορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 173 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

Με τις από 11-4-2005 έγγραφες προτάσεις του ο εναγόμενος ασκεί ανταγωγή με την οποία ζητεί να καθοριστεί κατά τον τρόπο που αναφέρει σ’ αυτή, το δικαίωμα επικοινωνίας του με το προαναφερόμενο ανήλικο τέκνο του και να απειληθεί σε βάρος της αντεναγομένης χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 3 μηνών για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας που αφορούν το ως άνω αίτημά του. Με το περιεχόμενο αυτό η ανταγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (πρβλ. ΕφΑΘ 852/1995 ΕλλΔνη 37.1613), δεδομένου ότι τηρήθηκε η προδικασία που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 681Β’παρ. 3 του ΚΠολΔ, η οποία διαταξη ως ειδικότερη υπερισχύει αυτής του άρθρου 268 παρ. 4 του ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, Κεραμέως- Κονδύλη-Νίκα: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. II, εκ. 2000, στο άρθρο 681Β’, σελ. 1308, αρ. 8), καθόσον οι προτάσεις αυτές κατατέθηκαν προ πλέον των πέντε εργασίμων ημερών πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του γραμματέα επ’ αυτών. Είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1513, 1514, 1520 ΑΚ, 947, 950 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει δε, συνεκδικαζόμενη με την αγωγή κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3, 672 έως 676 (άρθρο 681Β’) του ΚΠολΔ, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί εάν είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων ________ ________ του ________ και ________ ________ του ________ , που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, δεόντως σταθμιζομένες κατά το λόγο γνώσεως και αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, μόνες τους και σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, καθώς και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται  υπόψη στην παρούσα διαδικασία, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 681Β του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 671 του ΚΠολΔ), χωρίς όμως την επικοινωνία της δικαστή με το ανήλικο τέκνο και τη συνεκτίμηση της γνώμης αυτού (ανηλίκου), το οποίο βρίσκεται σε παιδική ηλικία (πρβλ. ΑΠ 15/1997 ΕλλΔνη 38.1538, Κεραμέως-Κονδύλη- Νίκα: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. II, στο άρθρο 681Γ, σελ. 1311, αρ. 4), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τον ________ , ηλικίας κατά την άσκηση της αγωγής  2 περίπου ετών, ήτοι είναι ακόμα ανήλικο. Η έγγαμη συμβίωσή τους εξαρχής δεν ήταν απόλυτα ομαλή. Ειδικότερα η ενάγουσα είχε υπέρμετρες για τις οικονομικές δυνατότητες του εναγομένου απαιτήσεις, ξόδευε χρήματα χωρίς προγραμματισμό. Από την άλλη μεριά όμως και η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν αντισυζυγική. Ειδικότερα συνήψε εξωσυζυγική σχέση με άλλη γυναίκα, συνάδελφό του στο αρτοποιείο που εργάζεται, όπως αναφέρεται κατωτέρω. Τελικά η έγγαμη σχέση τους διασπάστηκε κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2004. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η διακοπή της έγγαμης σχέσης των διαδίκων οφείλεται σε εύλογη και για τους δύο αιτία. Από άποψη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1391 ΑΚ, η ενάγουσα, η οποία θεωρείται ότι διέκοψε την μετά του εναγομένου έγγαμη συμβίωσή της για εύλογη αιτία, δικαιούται, κατ’ αρχήν, έναντι του τελευταίου διατροφής σε χρήμα, υπό τις προϋποθέσεις όμως που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δηλαδή εφόσον υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης θα συμμετείχε στο μεγαλύτερο εισόδημα του εναγομένου-συζύγου της. Περαιτέρω το ως άνω ανήλικο τέκνο, το οποίο ήδη φοιτά σε παιδικό σταθμό και η επιμέλεια του οποίου ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα, δυνάμει της υπ’ αρ. 8185/2004 αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), διαμένει με τη μητέρα του. Η τελευταία είναι άξια και ικανή να αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου αυτού. Εξάλλου ο εναγόμενος δεν προβάλλει αντιρρήσεις περί της καταλληλότητας της ενάγουσας για την ανάθεση σ’ αυτήν της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου, αλλά αντιθέτως συνομολογεί ότι το αληθινό συμφέρον του τέκνου υπαγορεύει να ανατεθεί η επιμέλειά του στην ενάγουσα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων το δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου στην ενάγουσα, κατά παραδοχή του σχετικού υπό στοιχείο α) αγωγικού αιτήματος ως και κατ’ ουσίαν βάσιμου. Η ενάγουσα διαμένει μαζί με το τέκνο της, όπως προαναφέρθηκε, στην οικία που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο και κατ’ επικαρπία στον πατέρα αυτού και δεν βαρύνεται με δαπάνη μισθώματος. Βαρύνεται όμως με τις δαπάνες χωριστής διαβίωσής της. Η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους δεν εργαζόταν. Μετά τη διάσπαση όμως της έγγαμης σχέσης τους και κατά τις εορτές των Χριστουγέννων του έτους 2004 εργάστηκε σε επιχείρηση περιπτέρου για πέντε ημέρες. Η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να εξεύρει σταθερή και μόνιμη εργασία και να εξασφαλίσει εισόδημα τουλάχιστον 500 ευρώ το μήνα. Ο εναγόμενος εργάζεται ως αρτεργάτης στην επιχείρηση αρτοποιίας- παξιμαδοποιίας με την επωνυμία «________ ΟΕ». Από την εργασία του αυτή αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των 1.072,74 περίπου ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων-Πάσχα και επιδόματος αδείας. Είναι ψιλός κύριος, όπως προαναφέρθηκε, του διαμερίσματος, επιφάνειας 69,75 τμ, που απετέλεσε τη συζυγική τους οικία και βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της κειμένης επί της οδού ________ τον Κορυδαλλό οικοδομής. Διαμένει σε μισθωμένη οικία, επιφάνειας 33 τ.μ., για την οποία καταβάλλει μηνιαίως ως μίσθωμα το ποσό των 180 ευρώ. Με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία  «________ ΑΕ» συνήψε σύμβασή δανείου. Για την απόσβεση αυτού κατέβαλε έως την 31-12-2004 το ποσό των 184,24 ευρώ μηνιαίως. Τα ποσά αυτά δεν αφαιρούνται όμως, από τα εισοδήματά του αλλά απλώς συνεκτιμώνται ως βιοτικές του (εναγομένου) ανάγκες (πρβλ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου: Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, τομ. Β’, εκδ. 2003, σελ. 58, ΕφΑΘ 6077/1994 ΕλλΔνη 36.391, ΕφΠειρ 53/1985 ΝοΒ 33.1047). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατα τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η συνεισφορά της ενάγουσας στις οικογενειακές δαπάνες περιοριζόταν αποκλειστικά και μόνο στην προσφορά της προσωπικής της εργασίας, στην οποία και εξαντλείτο η οφειλόμενη συνεισφορά της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς τους. Για τον ίδιο δε σκοπό ο εναγόμενος συνεισέφερε τα εισοδήματά του από την εργασία του. Με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα, η οποία, κατά τα ανωτέρω, αφίσταται της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη και για εκείνη αιτία και αδυνατεί να διατρέφει πλήρως τον εαυτό της, δικαιούται συμπληρωματικής διατροφής έναντι του εναγομένου για το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού και υπό τις συνθήκες της έγγαμης συμβίωσης θα απολάμβανε από τα μεγαλύτερα εισοδήματα του συζύγου της-εναγομένου, και κατά το χρονικό διάστημα που εργάζεται. Ο εναγόμενος είναι υπόχρεος σε διατροφή της συζύγου του, έστω και αν υπάρχει και παράπτωμα της δικαιούχου της διατροφής-ενάγουσας που συντέλεσε στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, όπως προαναφέρθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση που το παράπτωμα αυτό συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτή διατροφής θα περιοριζόταν στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή της (ελαττωμένη διατροφή) εάν για την πληρότητα της ενστάσεως αυτής περί ελαττωμένης διατροφής, εκτός από την παράθεση του παραπτώματος της δικαιούχου της διατροφής-συζύγου, ο εναγόμενος υπέβαλε και αντίστοιχο αίτημα, καθώς επίσης προσδιόριζε το ποσό της κατ’ αυτόν οφειλόμενης διατροφής (για το ορισμένο της ως άνω ενστάσεως πρβλ. ΕφΑΘ 329/2004 ΕλλΔνη 45.850, ΕφΑΘ 1430/2003 ΕλλΔνη 45.204). Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών και με βάση τις ανάγκες της ζωής τής ενάγουσας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια της συμβίωσης καθώς και τις νέες προσωπικές της ανάγκες απο τη χωριστή διαβίωση η μηνιαία σε χρήμα διατροφή της πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 100 ευρώ το μήνα για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση. Το προαναφερόμενο ποσό των 100 ευρώ ο εναγόμενος μπορεί να το καταβάλει χωρίς κίνδυνο της δικής του διατροφής, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν προτείνεται ορισμένα από αυτόν και είναι απορριπτέα η ένσταση που προβάλλει (ο εναγόμενος) περί διακινδύνευσης της διατροφής του αφού η διάταξη του άρθρου 1487 εδ.α ΑΚ, δεν είναι μεταξύ των διατάξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1392 ΑΚ (ΑΠ 1661/1997 ΕλλΔνη 1998,1293, Εφ Πειρ 44/1998, ΕλλΔνη 1998,430), δηλαδή ο υπόχρεος σε διατροφή σύζυγος δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του, ακόμη και αν πρόκειται να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή, εκτός αν υπάρχουν κατιόντες ή ανιόντες του δικαιούχου συζύγου στους οποίους κατά το άρθρο 1491 ΑΚ παραπέμπεται τότε αυτός για τη διατροφή του (ΕφΑΘ 6588/1986 ΕλλΔνη 1987,153), ισχυρισμό όμως τον οποίο παραλείπει ο εναγόμενος να επικαλεσθεί. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το υπό στοιχείο βΐ αίτημα αυτής ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, απορριπτομένης της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος της ενάγουσας ως νόμω αβάσιμης (άρθρο 281 ΑΚ), καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλει στην ενάγουσα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα ως μηνιαία σε χρήμα διατροφή για λογαριασμό της ιδίας το , · ποσό των 100 ευρώ για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την\ν, επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής \f κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση και να κηρυχθεί η παρούσα ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή. Περαιτέρω το δικαστήριο σταθμίζοντας τα εκατέρωθεν συμφέροντα, δηλαδή εκείνο του ανήλικου τέκνου αφενός, που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα (ΕφΑΘ 730/1985 Δνη 26.269, ΕφΠατρ. 368/1984 ΝοΒ 32.1758) και εκείνο του δικαιούχου γονέα (αντενάγοντος- πατέρα) αφετέρου, συνεκτιμώντας δε και το συμφέρον της αντεναγομένης- μητέρας, που αναλαμβάνει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου του ως άνω ανηλίκου και διαμένει μαζί του (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου:Αστικός Κώδιξ, στο άρθρο 1520 αρ. 30 επ.), κρίνει ότι ο αντενάγων-γονέας, που δεν διαμένει μαζί του, πρέπει και δικαιούται να απολαμβάνει του αυστηρώς προσωποπαγούς και ανταποκρινομένου στη φυσική αναγκη αμοιβαίας στοργής και αγάπης δικαιώματος επικοινωνίας με το εν λογω ανήλικο τέκνο του (ΕφΑΘ 730/1985 Δνη 26.269). Και τούτο γιατί η επικοινωνία, η προσωπική επαφή, Θα συμβάλλει, όπως άλλωστε σκοπεί, στη διατήρηση της προσωπικής τους σχέσης και του ψυχικου τους δεσμού, Θα προλάβει την μεταξύ τους αποξένωση, θα δώσει στον αντεναγοντα τη δυνατότητα να γνωρίζει άμεσα και να παρακολουθεί την ανάπτυξη και εξέλιξη του τέκνου του. Η άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας (τόπος, χρόνος, συχνότητα κλπ) πρέπει να ρυθμιστεί κατα τον αναφερόμενο στο διατακτικό τρόπο, ο οποίος ενδείκνυται από τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, και ιδίως του συμφέροντος του ανηλίκου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ασκηθεισα με τις από 11-4-2005 προτάσεις ανταγωγή, να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του αντενάγοντος με το ως άνω τέκνο του και να απειληθεί σε βάρος της αντεναγομένης χρηματική ποινή ποσού τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριάντα (30) ημερών για κάθε  παράβαση της προαναφερόμενης διατάξεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πέραν των προκαταβληθέντων,  πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

  Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων την από 13-12-2004 (αρ. κατ. 9854/2004) αγωγή και την ασκηθείσα με τις από 11-4-2005 προτάσεις ανταγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

Απορρίπτει την από 13-12-2004 (αρ. κατ. 9854/2004) αγωγή ως προς το υπό στοιχείο β2 αίτημα αυτής (περί επιδικάσεως διατροφής υπέρ του ανήλικου τέκνου των διαδίκων που ονομάζεται ________ ).

Δέχεται εν μέρει την από 13-12-2004 (αρ. κατ. 9854/2004) αγωγή ως προς τα λοιπά αιτήματα αυτής.

Αναθέτει στην ενάγουσα την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων που ονομάζεται ________ .

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να προκαταβάλει στην ενάγουσα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα ως μηνιαία σε χρήμα διατροφή για λογαριασμό της ιδίας το ποσό των εκατόν (100) ευρώ για χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης και έως την ολοσχερή εξόφληση.

Κηρύσσει την παρούσα ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή.

Δέχεται την ασκηθείσα με τις από 11 -4-2005 προτάσεις του εναγομένου ανταγωγή.

Καθορίζει τον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας του αντενάγοντος με το ως άνω ανήλικο τέκνο του, ________ , ως ακολούθως: α) κάθε Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 16:00 έως ώρα 17:30, β) κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από ώρα 10:00 του Σαββάτου έως ώρα 20:00 της Κυριακής, γ) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και νέου έτους: πρώτο έτος από ώρα 10:00 της 24ης Δεκεμβρίου έως ώρα 20.00 της 30ης Δεκεμβρίου. Το δεύτερο έτος από ώρα 10:00 της 31ης Δεκεμβρίου έως  ώρα 20:00 της 6ης Ιανουάριου και εναλλάξ κατ’ έτος, δ) κατά τις εορτές του Πάσχα: το πρώτο έτος από ώρα 10:00 του Σαββάτου της Αναστάσεως του Λαζάρου έως ώρα 11:00 της Μεγάλης Παρασκευής, το δεύτερο έτος από ώρα 10:00 του Μεγάλου Σαββάτου έως ώρα 12:00 της Κυριακής του Θωμά και εναλλάξ κατ’ έτος, 5) κατά τη διάρκεια του θέρους επί ένα μήνα Ιούλιο ή Αύγουστο κατόπιν γνωστοποιήσεως του ακριβούς χρόνου επικοινωνίας προ τριάντα ημερών και εντός του μηνός Ιουνίου. Ο εναγόμενος-αντενάγων θα παραλαμβάνει το ως άνω τέκνο από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας οικία της ενάγουσας- αντεναγομένης, και θα το επιστρέφει σ’ αυτήν (οικία) κατά τη λήξη κάθε επικοινωνίας, (εκτός εάν δηλωθεί με νόμιμο τρόπο, αλλαγή της διεύθυνσης αυτής -οικίας-).

Απειλεί σε βάρος της αντεναγομένης χρηματική ποινή ποσού τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριάντα (30) ημερών για κάθε παράβαση της προαναφερόμενης διατάξεως.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, πέραν των προκαταβληθέντων, μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στον Πειραιά στις 31-10-2005 χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ