fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΘΡΟΥ 681Β’ ΚΠολΔ

 Αριθμός Απόφασης 4423/2010
Αριθμ. καταθ. αγωγής 10315/2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Λουίζα Τσουμέτη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Γεωργία Φλεβάρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 11 Νοεμβρίου2009, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της ενάγουσας : _______  _______   του _______  , συζύγου _______  _______  , κατοίκου Νίκαιας Αττικής, οδός _______  , η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα-Αικατερίνη Αναστασίου.

Του εναγομένου : _______  _______   του _______  , κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, οδός _______  . ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μαρώση.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-10-2008 αγωγή της. που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 10315/17-10- 2008, προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 4-2-2009, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 29-4-2009 και ακολούθως για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο της 11-11-2009 και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 8.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Το μέτρο δε της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία, ακόμη και την απρόσοδη, των συζύγων. Σε περίπτωση δε διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η τελευταία, κανόνες των παραπάνω άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ (βλ. ΟλΑΠ 9/1991 ΕλλΔνη 33.1429). Η διατροφή, στην περίπτωση αυτή, προκαταβάλλεται σε χρήμα κατά μήνα και προσδιορίζεται λαμβανομένων, επιπλέον, υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης (βλ. ΟλΑΠ 2/1994 ΕλλΔνη 95.352, ΑΠ 1307/1999 ΕλλΔνη 44.728, ΕφΑΘ 1151/2008 Νόμος). Ειδικότερα, σε περίπτο^ση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε αναιρείται η συγκλήρωση του βίου των συζύγων και εκλείπει το στοιχείο της «από κοινού» συμβολής τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος της χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 παρ.1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος, ο οποίος, υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε, αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα, ως διατροφή, η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (βλ. ΑΠ 132/2003 ΕλλΔνη 2003.130/ζ ΑΠ 613/1999 ΕλλΔνη 41.71. ΑΠ 804/1992 ΕλλΔνη 35.108. ΕφΑΟ, 5542/2008 ΕλλΔνη 2009.557, ΕφΘεσ 791/2005 Νόμος, ΕφΑΘ 2276/2003 “-^ΕλλΑνη 2003.1405, ΕφΠειρ 846/2004 ΕλλΔνη 2005.503, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323). Όμως, δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή όταν ο σύζυγος στερείται παντελώς οικονομικοόν μέσων, οπότε ο άλλος σύζυγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αυτός ολόκληρη τη διατροφή του απόρου, το μέτρο της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 1390 εδ. β’ ΑΚ, προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, που ασφαλώς περιλαμβάνουν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου (βλ ΕφΠειρ 544/2002 ο.π., ΕφΑΘ 4454/1994 αδημ.). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1392, 1494, 1498 του ΑΚ και 223, 224, 269 παρ. 2, περ. β, 334 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις επιδίκασης διατροφής και ο καθορισμός της έκτασης και του ύψους αυτής, κρίνονται από το χρόνο άσκησης της αγωγής (βλ. ΟλΑΠ 2/1994 ΕλλΔνη 35.352) ή αν πρόκειται για διατροφή παρελθόντος χρόνου, από το χρονικό σημείο της υπερημερίας και ότι σε περίπτωση μεταβολής των προϋποθέσεων τούτων μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, λαμβάνεται υπόψη και η επικαλούμενη αυτή μεταβολή, καθώς και κάθε άλλη επικαλούμενη μεταβολή μετά την πρώτη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, η οποία μπορεί να έχει ως επακόλουθο την παύση ή τη μεταβολή του ποσού της διατροφής, καθώς το περιστατικό αυτό μπορεί να προταθεί υπό τη μορφή οψιγενούς ισχυρισμού (άρθρα 269 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ) και να ληφθεί υπόιμη από το δικαστήριο για τον καθορισμό της διατροφής, η αξίωση της οποίας είναι μεταβλητή χωρίς να υπάρχει αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 334 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1626/2000 ΕλλΔνη 2001.710, ΑΠ 1155/1987 ΕΕΝ 1988.614, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρο 1391 παρ. 14. σελ. 250). Περαιτέρω, για τη θεμελίωση της, ως άνω, αξίωσης διατροφής απαιτείται, είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, θεωρείται, μεταξύ άλλων, κάθε// γεγονός, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του υποχρέου συζύγου, το οποίο, όμως, αντικειμενικά δικαιολογεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης (βλ. ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 1996.98), ο τρόπος δε με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει (βλ. ΕφΛαμ 98/2009 Νόμος). Έτσι, η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους, σε κοινή υπαιτιότητα (βλ. ΑΠ 1031/1993 ΕΕΝ 1994.612. ΕφΘεσ 792/2005 Νόμος), σε υπαιτιότητα τρίτου ή να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα (βλ. ΕφΔωδ 169/2007 ο.π.). Ειδικότερα, κατά την αληθινή έννοια του όρου αυτού στο άρθρο 1391 του ΑΚ, εύλογη αιτία υπάρχει στην περίπτωση, κατά την οποία συντρέχουν περιστατικά και εν γένει συνθήκες, υπό τα οποία δύναται να ιδρυθεί υπέρ του διακόψαντος τη συμβίωση και ζητούντος τη διατροφή σε χρήμα συζύγου, ο από το άρθρο 1439 παρ. 1 του ΑΚ λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, για τον οποίο πλέον δεν απαιτείται υπαιτιότητα (βλ. ΕφΔωφ 169/2007 ο.π.), όπως επίσης και στην περίπτωση που συντρέχουν περιστατικά και συνθήκες, υπό τα οποία, και όταν αυτά δεν είναι ικανά προς ίδρυση του ως άνω λόγου διαζυγίου, η αξίωση του υποχρέου προς παροχή της ζητούμενης από τον άλλο σύζυγο διατροφής, για συμβίο^ση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 1659/2003 ΧρΙΔ 2004.333, ΑΠ 565/2002 ΕλλΔνη 2003.438, ΑΠ 1118/1999 ΕλλΔνη 2000.373). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή, μόνο όταν η διάσταση επήλθε για λόγους που αποκλειστικά ανάγονται στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα, παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου, που επιθυμεί την εξακολούθηση της. Τέτοια, όμως, περίπτωση δε συντρέχει όταν η διακοπή της συμβίωσης έγινε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων. είτε με την πρόθεση αυτών να λύσουν’ συναινετικά  το γάμο, είτε για άλλη αιτία, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον υπόχρεο, που επιθυμεί την διακοπή, για την οποία υπάρχει πλέον εύλογη αιτία στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, χωρίς τη συνδρομή περίστασης που να επιβάλλει την παύση ή τη μείωση της διατροφής αυτού (βλ. ΕφΛαμ 98/2009 ο.π.). Έτσι, το μόνο κριτήριο που απομένει για τον προσδιορισμό της διατροφής είναι το οικονομικό κριτήριο, δηλαδή το αν ο σύζυγος που τη ζητά είναι ο οικονομικά ασθενέστερος (βλ. ΑΠ 662/1990 ΑρχΝ 1990.649, ΕφΠατρ 618/2002 ΑρχΝομ 2003.204, ΕφΑΘ 7529/2000 ΕλλΔνη 42.1367). Τέλος, ο σύζυγος ο οποίος είναι υπόχρεος σε διατροφή του συζύγου του, οφείλει να καταβάλλει τη διατροφή, και αν ακόμη αναγκάσθηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συζύγου του (βλ. ΑΠ 1206/2008 ΧρΙΔ 2009.222, ΑΠ 1207/2008 Νόμος). Στην τελευταία περίπτωση, αν το παράπτωμα τούτο συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του δικαιούχου της διατροφής, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτόν διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή), μετ’ ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα της οποίας απαιτείται, αφενός η παράθεση των παραπτωμάτοιν του δικαιούχου συζύγου και αφετέρου αντίστοιχο αίτημα και, επιπλέον, προσδιορισμός, από τον ενιστάμενο σύζυγο, του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης διατροφής (βλ. ΑΠ 1207/2008, ΑΠ 132/2003 ο.π., ΑΠ 1346/1995 ΕΕΝ 1997.426, ΕφΛαμ 98/2009 Νόμος, ΕφΑΘ 329/2004 ΕλλΔνη 2004.850).

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-εν διαστάσει σύζυγός της- να της προκαταβάλλει, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως τακτική σε χρήμα διατροφή της, λόγιο του ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε για εύλογη στο πρόσωπο της αιτία, το ποσό των 500,00 ευρώ) μηνιαίος, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμο τα αναλογούντα υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. υπ’ αριθμ. 069700 και 13,267 αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’ αυτών κινητά επισήματα υπέρ του ΤΝ και ΤΠΔΠ), παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου τούτου καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου (άρθρα 16 αριθμ. 10 και 22 ΚΠολΔ). κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 (βλ. άρθρο 681Β’ παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ), είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 παρ. 1, 1392, 1496, 341, 345 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 περ. β’, 910 αρ. 4 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, καθόσον ο εναγόμενος έχει καταβάλει τα ορισθέντα ως προκαταβλητέα έξοδα της δίκης, κατ άρθρο 173 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως τούτο συνομολογείται από την ενάγουσα, δια δηλώσεως της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά του Δικαστηρίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1391 ΑΚ. προκύπτει ότι ενόσω υπάρχει ο γάμος, έστω και εάν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η διατροφή μεταξύ συζύγων είναι συνέπεια της υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (βλ. ΟλΑΠ 9/1991 ΕλλΔνη 33.1429, ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 37.98), που θεσπίζεται με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις και δεν εξομοιώνεται με τη συνηθισμένη διατροφή από το νόμο, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ. Εκδήλωση της μη εξομοίωσης της εν λόγω αξίωσης διατροφής μεταξύ συζύγων αποτελεί και το γεγονός ότι η υποχρέωση διατροφής του οφειλέτη συζύγου προς το δικαιούχο σύζυγο, που διέκοψε για εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωση, εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και εάν θέτει σε κίνδυνο τη διατροφή του υπόχρεου, εκτός εάν υπάρχει άλλος υπόχρεος στη σειρά των υπόχρεων μετά από αυτόν, που θα μπορούσε να καταβάλει την εν λόγο) διατροφή (άρθρο 1491 ΑΚ) [βλ. ΑΠ 687/2004 Νόμος. ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1382/2000 ο.π., ΕφΑΘ 1151/2008 Νόμος, ΕφΘεσ 792/2005 Νόμος. ΕφΠειρ 157/1996 ΕλλΔνη 38.1614, ΕφΘεσ 224/1996 Αρμ 1996.1101, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, έκδοση 2000, άρθρο 1391, σημ. 30, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, Αθήνα 2001, τόμος Α’, σελ. 297, παρ. 4], Έτσι, στην αγωγή διατροφής μεταξύ συζύγων ο εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει την ένσταση περί διακινδύνευσης της ιδίας αυτού διατροφής (βλ. ΑΠ 1134/2008, ΕφΔωδ 25/2008 Νόμος), δύναται όμως να προτείνει την, ένσταση παραπομπής σε άλλον υπόχρεο (ανιόντα ή κατιόντα), κατά τη διάταξη του άρθρου 1491 ΑΚ (βλ. ΕφΠατρ 112/2002 ΑχΝομ 2003.186, ΕφΘεσ 2248/1996 ο.π., Κ. Παπαδόπουλου, ο.π.), στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, για την πληρότητα της εν λόγω ένστασης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει το ονοματεπώνυμο του ανιόντος ή κατιόντος, υποχρέου σε διατροφή του ενάγοντος και τη συγκεκριμένη ειδικότερη συγγενική σχέση του τελευταίου με τον ενάγοντα (βλ. Παπαδόπουλου, ο.π., παρ. 5, σελ. 297). Εν προκειμένω, ο εναγόμενος, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, εκτός από τους αρνητικούς ισχυρισμούς, που προέβαλε, ως προς τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, πρότεινε την ένσταση διακινδύνευσης της ιδίας διατροφής του, σε περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό διατροφής. Η ανωτέρω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα. δεν μπορεί να προταθεί στη δίκη διατροφής μεταξύ συζύγων, ενώ περαιτέρω, ο εναγόμενος δεν επικαλείται ότι η ενάγουσα δύναται να στραφεί εναντίον άλλου, μετά από αυτόν, υπόχρεου για την καταβολή της διατροφής της (ένσταση παραπομπής). Τέλος, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είναι νέα και υγιής, έχει εργαστεί στο παρελθόν και συνεπώς δύναται να εξεύρει κατάλληλη των προσόντων της εργασία, ζητεί δε την καταβολή διατροφής απ’ αυτόν μόνο για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του και συνεπώς η αξίωσή της ασκείται κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος., καθόσον, και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που τον απαρτίζουν, δε συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα τα, είτε ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, είτε όχι, προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα διαδικασία, έστω κι αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 681Β σε συνδυασμό με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 15/2003 Νόμος) και εκτιμώνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη Νίκαια Αττικής, στις 13-7-1991, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους υπήρξε αρμονική επί πολλά έτη, πλην όμως, από τις αρχές του έτους 2007 παρουσίασε προβλήματα, για λόγους που αφορούν αμφότερους τους διαδίκους. Ειδικότερα, από τον ανωτέρω χρόνο και εφεξής ο εναγόμενος άρχισε να αδιαφορεί για την ενάγουσα και να αποστασιοποιείται από αυτήν, ενώ επίσης, απουσίαζε συχνά μόνος του από την οικία τους σε κοινωνικές συναναστροφές, για τις οποίες είχε αντίρρηση η ενάγουσα. Ειδικότερα, η τελευταία εκδήλωνε έντονα ζηλότυπη συμπεριφορά, λόγω των στενών φιλικών σχέσεων που ο εναγόμενος διατηρούσε με κάποιο ζευγάρι, εργαζόμενο στον ίδιο επαγγελματικό χώρο μ’ αυτόν, καθόσον είχε υποψίες ότι ο σύζυγός της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με τη σύζυγο του άνω συναδέλφου του. Στις αντιρρήσεις δε της ενάγουσας για την εξακολούθηση των συναναστροφών του εναγόμενου με το πιο πάνω ζευγάρι και κυρίως με τη σύζυγο, εκτός του χώρου εργασίας τους, ο εναγόμενος αντιδρούσε εριστικά και επιθετικά, φώναζε, έσπαγε διάφορα αντικείμενα στην οικία τους, ενω η ενάγουσα. κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους επεισοδίων τον εξύβριζε και κάποιες φορές πάταξε τα ρούχα του έξω από το σπίτι. Εξαιτίας των ανωτέρω καβγάδων και των συνεχόμενων μεταξύ τους διενέξεων, επήλθε σταδιακά σωματική και ψυχική αποξένωση των διαδίκων και η ενάγουσα τον Νοέμβριο του έτους 2007 αποχώρησε για λίγες ημέρες απο τη συζυγική οικία, προκειμένου να ηρεμήσουν και να καταλαγιάσει η μεταξύ τους ένταση, χωρίς ωστόσο να ενημερώσει τον σύζυγό της για το πού θα διέμενε τις ημέρες της απουσίας της. Κατόπιν αυτού, επέστρεψε στην οικογενειακή στέγη, πλην όμως, τα μεταξύ τους επεισόδια συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση, όντες και οι δύο επιθετικοί και ουσιαστικά αδιαφορώντας για την επίλυση των προβλημάτων και των διαφωνιών τους, σχετικά με τη σχέση τους και την πορεία του γάμου τους, έως ότου ο εναγόμενος, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική οικία, έκτοτε δε. οι διάδικο, διαμένουν χωριστά, έχοντας αμφότερο, την πρόθεση να μην υπάρχει κοινωνία βίου μεταξύ τους. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, συνάγεται ότι για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συζύγων είναι συνυπαίτιο, και οι δύο και συνακόλουθα, εφόσον η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον εναγόμενο, που επιθυμεί τη διακοπή, υπάρχει πλέον εύλογη στο πρόσωπο της ενάγουσας αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, σύμφωνα κα, με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, ενώ εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν προτείνει την ανωτέρω αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη ένσταση ελαττωμένης διατροφής της ενάγουσας. Επομένως, ενόψει της εύλογης αιτίας στο πρόσωπο της ενάγουσας για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ο εναγόμενος υποχρεούται. κατ αρχήν, έναντι της συζύγου του, σε καταβολή διατροφής, συνέπεια της υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες κα. εφόσον, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η ενάγουσα όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά και συμμετείχε, στο μεγαλύτερο εισόδημα του εναγόμενου συζύγου της.                                                                             ‘

Επίσης, για την εξόφληση δύο καταναλωτικών δανείων, που έχει λάβει από την _______  και από την _______  αντίστοιχα, καταβάλλει μηνιαίες δόσεις συνολικού ύψους 221,00 ευρώ. Τα παραπάνω, ωστόσο, ποσά των δόσεων δεν προαφαιρούνται απο τα εισοδήματά του, αλλά λαμβάνονται υπόψη, ως επιπλέον βιοτικές του ανάγκες (βλ. ΑΠ 471/2005 ΕλλΔνη 2005.1425, ΕφΠειρ 197/2006, ΕφΠειρ 158/2006 αδημ., ΕφΠειρ 399/2005, ΕφΔωδ 167/2004 Νόμος). Περαιτέρω, έχει στην κυριότητά του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο τύπου «Alfa Romeo 147». κυλινδρισμού 1970 κ.εκ., το οποίο αγόρασε το έτος 2003 και έχει ήδη εξοφλήσει ολοσχερώς, καθόσον η τελευταία δόση (ποσού 261,00 ευρώ), που όφειλε να καταβάλει για την αποπληρωμή του τιμήματος του έληξε στις 25-10­2008, ήτοι την ίδια ημέρα της έναρξης του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητεί διατροφή η ενάγουσα (επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 24-10-2008). Τέλος, ο εναγόμενος δεν διαθέτει άλλα ‘&|<§δήματα ή περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ενώ εξάλλου, εκτός από τις δαπάνες διαβίωσής του, οι οποίες είναι οι συνήθεις, δε βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων, πλην της ενάγουσας-εν διαστάσει συζύγου του. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η τελευταία εργαζόταν πριν από το γάμο της με τον εναγόμενο ως κομμώτρια, καθ’ όλη, όμως, τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης δεν άσκησε το πιο πάνω επάγγελμα, παρά μόνο περιστασιακά σε σπίτια συγγενικών και φιλικών της προσώπων. Μετά τη διακοπή της συμβίωσης έχει προσπαθήσει να ανεύρει κάποια εργασία και για τον λόγο αυτό από τον Απρίλιο του έτους 2008 εγγράφηκε στον ΟΑΕΔ, ανανεώνοντας έκτοτε ανελλιπώς την κάρτα της κάθε μήνα, πλην όμως, χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Δύναται, ωστόσο, αυτή, μέχρι να ανεύρει κάποια εργασία που θα της εξασφαλίζει ένα σταθερό εισόδημα, να εργάζεται ως κομμώτρια σε σπίτια, αποκομίζοντας το ποσό των 200,00 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα, το οποίο και θα ληφθεί υπόψη στις οικονομικές της δυνάμεις. Εξάλλου, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα εγκατέλειψε το, ευρισκόμενο επί της οδού Δωδεκανήσου 5 στη Νίκαια Αττικής, ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 77,43 τ.μ., που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και έχει εγκατασταθεί στο Μαρούσι Αττικής στην οικία που διαμένει η μητέρα της, φιλοξενούμενη από την τελευταία και τον σύντροφό της. Το, ως άνω, διαμέρισμα στη Νίκαια (πρώην συζυγική οικία) ανήκει στην ενάγουσα κατά ψιλή κυριότητα και η μητέρα της, η οποία έχει παρακρατήσει το δικαίωμα επικαρπίας επ’ αυτού, είχε παραχωρήσει τη χρήση του στους διαδίκους χωρίς αντάλλαγμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, προτίθεται δε η ενάγουσα να επιστρέψει στην άνω οικία, όταν ανεύρει κάποια σταθερή εργασία. Τέλος, αυτή δεν διαθέτει άλλη περιουσία ή εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή, οι δε δαπάνες διαβίωσης της είναι οι συνήθεις. Ενόψει των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων, σε συσχετισμό των δυνάμεων του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο, και με βάση τις συνθήκες ζωής της ενάγουσας, υπό το καθεστώς έγγαμης συμβίωσης, κατά τη’διάρκεια της οποίας η τελευταία όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά για τήν. · αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και συμμετείχε στο μεγαλύτερο εισόδημα του συζύγου της, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση των νέων αναγκών της, μετά από τη διακοπή αυτής και λόγω της χωριστής διαβίωσης (άρθρα 1389, 1390 εδ. β , 1391 παρ. 1 ΑΚ), η συμμετοχή του εναγομένου στην ανάλογη σε χρήμα διατροφή της, προσδιορίζεται στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο εναγόμενος υποχρεούται και δύναται να καταβάλλει σ αυτήν καθ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και αποτελεί την αναλογία που αυτός θα ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και αντίστοιχα θα απολάμβανε εκείνη στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης τους, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των συνεισφορών των διαδίκων, που δικαιούται να αξιώσει η ενάγουσα μετά τη διακοπή της συμβίωσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου ημερολογιακού μηνός και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ μηνιαίως, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, πρέπει η απόφαση να κηρυχθεί υποχρεωτικά προσωρινά εκτελεστή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 910 περ. 4 ΚΠολΔ, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος, ως ηττηθείς, στην πληρωμή μέρους τοιν δικαστικών εξόδων της ενάγουσας. κατά την έκταση της νίκης της τελευταίας (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου ημερολογιακού μηνός και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, το ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ μηνιαίως με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Καταδικάζει τον εναγόμενο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων είκοσι ευρώ, από το οποίο θα αφαιρεθεί το ποσό των εκατόν πενήντα ευρώ που έχει ήδη προκαταβάλει ο εναγόμενος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 20 Ιουλίου 2010, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ